ΒΙΒΛΙΟ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Βιβλιόδετος τόμος | Σελίδες 224 | Διάσταση 15 × 21 | 1999
Λειτουργικα
A+
A
A-

10. Συνάξεις Τριωδίου Αʹ

Συνάξεις Τριωδίου Αʹ

Κάνοντας ἀρχή

 

Κεντρική διάθεση:  Ἐκδόσεις «Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας»

https://toperivoli.gr/product/συνάξεις-τριωδίου-αʹ/

 

Περιεχόμενα

 

Ἀντί προλόγου…………………………………………………………….9

Τί σημαίνει «περίοδος Τριωδίου»;……………………………..17

Τό τελευταῖο Τριώδιο…………………………………………………38

Ἡ θύρα τῆς μετανοίας………………………………………………69

Πάρε τή στάση τοῦ τελώνου……………………………………..84

Ἀπό τό χειρότερο στό καλύτερο………………………………..96

Σύντομος ὁδός σωτηρίας………………………………………….109

Λίγα λόγια γιά τήν ἀγάπη……………………………………….145

Μπροστά στό κριτήριο τοῦ Θεοῦ……………………………..165

Οἱ ἐν ἀσκήσει λάμψαντες

καί οἱ ἐξόριστοι πρωτόπλαστοι………………………………190

Αὐτοί πού θά μᾶς ἐνθαρρύνουν στόν ἀγώνα μας…..203

Λίγο πρίν ἀνατείλει ἡ Σαρακοστή……………………………209

 

 

Ἀντί προλόγου

 

Σήμερα, ἀδελφοί μου, πού μᾶς ἀξίωσε ὁ Θεός καί μπήκαμε στήν ἁγία αὐτή περίοδο τοῦ Τριωδίου, θά ἤθελα νά τονίσω σέ ὅλους μας ὅτι πρέπει νά προσέξουμε λιγάκι, ὅτι πρέπει νά πάρουμε λίγο στά σοβαρά τά πράγματα. Βλέπετε οἱ ἄλλοι μέ τί ζῆλο κάνουν ὅ,τι κάνουν! Μέ ζῆλο, μέ κέφι, μέ διάθεση, μέ ὄρεξη, μέ τόλμη…

Γιατί ἐμεῖς οἱ χριστιανοί νά εἴμαστε ψευτοχριστιανοί; Ὄχι· νά εἴμαστε ἀληθινοί χριστιανοί. Ὅπως ὁ καθένας σ᾿ αὐτό πού πιστεύει προσπαθεῖ νά εἶναι ἐντάξει, γιατί κι ἐμεῖς οἱ χριστιανοί νά μήν εἴμαστε σύμφωνοι μέ τήν πίστη μας, ἐντάξει μέ τήν πίστη μας; Γιατί νά μήν πάρουμε τήν ἀλήθεια τή χριστιανική καί τή ζωή τή χριστιανική στά σοβαρά, μέ κέφι, μέ τόλμη; Νά δώσουμε ὅλο τόν ἑαυτό μας, νά μᾶς πονέσει λιγάκι, νά ἀγρυπνήσουμε, νά ξυπνήσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

Ὁ Κύριος ὅλους τούς ἔχει στά χέρια του καί βέβαια θέλει ὅλοι νά ἐπιστρέψουν σ᾿ αὐτόν. Ἀλλά ὅσοι δέν ἐπιστρέψουν σ᾿ αὐτόν, ὅσοι θέλουν νά ἔχουν τή δική τους πίστη καί τόν δικό τους δρόμο, τούς ἀφήνει. Στρεφόμενος ὅμως σ᾿ ἐμᾶς λέει: «Ἐσεῖς οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζεσθε ὅτι μέ ἀγαπᾶτε, ἰσχυρίζεσθε ὅτι μέ ἀναγνωρίζετε ὡς Κύριό σας, ὡς Θεό σας, ἐσεῖς λοιπόν τί κάνετε; Μήν κοιτᾶτε τί κάνουν οἱ ἄλλοι. Μήν κοιτᾶτε τί παραλείπουν οἱ ἄλλοι. Μήν κοιτᾶτε πόσο οἱ ἄλλοι ἁμαρτάνουν ἀπέναντί μου. Ἐκεῖνοι αὐτόν τόν δρόμο διάλεξαν καί προσπαθοῦν νά ζήσουν κατά τήν πίστη τους. Ἐσεῖς πού διαλέξατε τόν δικό μου δρόμο, ὅπως λέτε, ἐσεῖς πού διαλέξατε ἐμένα, πῶς ζεῖτε;» Ὁπωσδήποτε, ὁ Κύριος στρεφόμενος σ᾿ ἐμᾶς, μᾶς λέει αὐτά τά λόγια καί κατά κάποιον τρόπο μᾶς ἐλέγχει.

Τήν περίοδο τοῦ Τριωδίου μέ λαχτάρα νά τήν περιμένουμε πότε νά ἔρθει, καί ὅταν ἔρχεται αὐτή ἡ ἁγία περίοδος, νά μπαίνουμε σ᾿ αὐτήν, ὅπως λένε καί τονίζουν τά τροπάρια, μέ ζῆλο, μέ χαρά καί ὄχι βαριεστημένα. Δέν μπορεῖ νά δουλέψει ὁ Θεός μέ βαριεστημένο ἄνθρωπο, μέ ὀκνηρό ἄνθρωπο, μέ ἄνθρωπο πού νυστάζει, μέ ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος βαριέται πού ζεῖ. Δέν μπορεῖ νά δουλέψει ὁ Θεός μέ αὐτόν τόν ἄνθρωπο. Ὁ Θεός θέλει ζηλωτή, θέλει ξύπνιο ἄνθρωπο, θέλει ἄνθρωπο πού δέν διστάζει νά δώσει ὅλο τόν ἑαυτό του, θέλει ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, τίς ὅποιες δυνάμεις κι ἄν ἔχει, τίς δίνει στόν Θεό καί συνεργάζεται μέ τόν Θεό.

Γιά, νά τό κάνουμε αὐτό. Ἄν δηλαδή, προκειμένου νά δώσουμε ὑλικά ἀγαθά, ὁ Θεός θέλει νά εἴμαστε ἱλαροί –ἱλαρόν γάρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός1–   πόσο μᾶλλον θέλει νά δίνουμε μέ χαρά τόν ἑαυτό μας, ὅταν κάνουμε πνευματικό ἀγώνα, ὅταν κάνουμε πνευματική ἄσκηση, ὅταν προσπαθοῦμε νά πορευθοῦμε τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ!

Εἶναι ἀδύνατον νά μπεῖ ὁ ἄνθρωπος στόν ἀγώνα τόν χριστιανικό, στόν καθημερινό αὐτόν πνευματικό ἀγώνα μέ χαρά καί νά μήν προκόψει. Εἶναι ἀδύνατον, διότι ἄλλο πού δέν θέλει ὁ Θεός. Ὁ Θεός, δέν κάνουμε τίποτε, καί ὅλο μᾶς σκουντάει. Πόσο μᾶλλον, ὅταν κινηθοῦμε λιγάκι καί ἐμεῖς!

Τό πρῶτο-πρῶτο πού πρέπει νά προσέξουμε καί σήμερα καί αὔριο καί ὅλες τίς ἡμέρες, ἰδιαίτερα αὐτή τήν περίοδο τοῦ Τριωδίου, εἶναι νά εἴμαστε τίμιοι μέ τόν Θεό. Νά ἀφήσουμε κατά μέρος τίς ὑποκρισίες μας, νά ἀφήσουμε κατά μέρος τίς δικαιολογίες μας, νά ἀφήσουμε κατά μέρος ὅλα αὐτά, ὅτι δέν γίνεται, ὅτι δέν μποροῦμε, ὅτι εἶναι ἀλλιῶς τώρα τά πράγματα. Τίποτε. Αὐτά ὅλα εἶναι δικαιολογίες. Αὐτά ὅλα εἶναι καμώματα. Αὐτά ὅλα εἶναι πονηριές ἀνθρώπινες. Ὁ Θεός θέλει τίμιο ἄνθρωπο. Δέν μπορεῖς πολύ; Ὅσο μπορεῖς. Αὐτό τό «δέν μπορῶ» μήπως ἔχει πονηριά μέσα; Ἄν ὄντως δέν μπορεῖς, ἔτσι τό παίρνει ὁ Θεός. Ἄν δέν εἶναι τίμιο, ἀλίμονό σου. Ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά δουλέψει μέ πονηρό ἄνθρωπο.

Νά βάλουμε λοιπόν κάτω τόν ἑαυτό μας καί νά σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἁμαρτωλοί; Ἁμαρτωλοί. Δέν πειράζει αὐτό. Μέ ἀδυναμίες πολλές; Οὔτε αὐτό πειράζει. Μέ σπασμένα τά φτερά μας; Δέν πειράζει. Ὅ,τι, ὅ,τι κι ἄν εἴμαστε, ἐφόσον ζοῦμε καί εἶναι ἀνοιχτά τά μάτια μας καί ἔχουμε μιά ἐπαφή, μιά ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό καί μποροῦμε νά ποῦμε ἕνα «Κύριε ἐλέησον», ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θά μᾶς κάνει ἁγίους. Ἐκεῖνο πού ἐμποδίζει τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνο πού πειράζει, εἶναι τά καμώματα τά ἀνθρώπινα, οἱ δικαιολογίες, οἱ προφάσεις καί ὅλες αὐτές οἱ κουτοπονηριές.

Ὁ Φαρισαῖος τῆς παραβολῆς ἔκανε ὁρισμένα καλά πράγματα. Ἀπό αὐτά πού ἔλεγε, μερικά ἦταν βέβαια ἀληθινά. Ἀλλά ἐμφανίζεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ φαρισαϊκά, ὑποκριτικά. Δέν μπορεῖ νά συνεργασθεῖ ὁ Θεός μαζί του. Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν.2 Καί βλέπει ὁ Θεός τόν τελώνη. Τελώνης εἶναι, ἁμαρτωλός εἶναι. Ἐπειδή ὅμως ἐμφανίζεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὅπως εἶναι καί δέν προσπαθεῖ νά κρυφτεῖ, δέν προσπαθεῖ νά δικαιολογηθεῖ, δέν προσπαθεῖ νά κάνει τόν δέν ξέρω ποιόν, ἐπειδή ἐμφανίζεται ὡς τό ἔσχατο σκύβαλο τῆς γῆς, ὁ Θεός τόν δέχεται, τόν ἀκούει καί τόν δικαιώνει, ἐνῶ τόν ἄλλο τόν ἀπορρίπτει.

Αὐτό νά δοῦμε: Μᾶς δέχεται ὁ Θεός ἤ μᾶς ἀπορρίπτει; Πῆγες στήν ἐκκλησία. Τί ἔγινε; Δέχθηκε ὁ Θεός τήν πράξη σου αὐτή, πού πῆγες στήν ἐκκλησία καί προσευχήθηκες; Τή δέχθηκε ἤ τήν ἀπέρριψε καί ἀπέρριψε κι ἐσένα; Καί ἄν τήν ἀπέρριψε, γιατί τήν ἀ­πέρριψε; Δέν ἔχει κανέναν λόγο ὁ Θεός νά τήν ἀπορρίψει. Ἄν πῆγες ἐκεῖ ὡς ταπεινός ἁμαρτωλός καί στάθηκες ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μέ εὐθύτητα καί μέ εἰλικρίνεια, εἶναι ἀδύνατον νά σέ ἀπορρίψει ὁ Θεός. Εἶναι ἀδύνατον ὁ Θεός νά μή βεβαιώσει τήν καρδιά σου μέ μιά κάποια δικαιοσύνη, νά μήν πεῖ: «Σέ ἄκουσα, παιδί μου, σέ ἄκουσα» καί νά μή μαλάξει τήν ψυχή σου λίγο, νά μή μαλακώσει τήν καρδιά σου, νά μή σέ παρηγορήσει λιγάκι, νά μή σέ γλυκάνει. Εἶναι ἀδύνατον νά μήν τό κάνει ὁ Θεός, ὅποιος κι ἄν εἶσαι.

Ἄν ὅπως πᾶς, ἔτσι γυρίζεις καί χειρότερα, κάτι δέν πάει καλά. Καί μήν προσπαθεῖς νά βρεῖς διάφορες δικαιολογίες, τοῦτο κι ἐκεῖνο καί καμώματα καί πονηριές. Ἡ αἰτία εἶναι ὅτι δέν εἶσαι εὐθύς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δέν εἶσαι εἰλικρινής μέ τόν Θεό, ἔχεις ἰδέα γιά τόν ἑαυτό σου, νομίζεις πώς εἶσαι κάτι. Καί αὐτό τό κάτι δέν σέ ἀφήνει νά ταπεινωθεῖς καί νά ἀνοίξεις τήν ὕπαρξή σου νά τή δεῖ ὁ Θεός.

Σήμερα θά ἤθελα, παρακαλῶ, νά προσέξουμε ὅλοι καί νά βάλουμε σέ ἐνέργεια κάθε πρωί, κάθε βράδυ, τό ἑξῆς: Μή φύγουμε στή δουλειά μας τό πρωί καί μήν κοιμηθοῦμε τό βράδυ, πρίν σκεφθοῦμε ἔτσι πού θά πῶ. Ἤδη τό εἴπαμε, ἀλλά πιό συγκεκριμένα.

Ξύπνησες τό πρωί. Δέν χρειάζεται πολλά νά πεῖς. Πές δυό λόγια: «Θεέ μου, βοήθησέ με σήμερα νά εἶμαι ἐνώπιόν σου ἀνοιχτός. Βοήθησέ με νά εἶμαι ταπεινός, μετανοημένος, συντετριμμένος, νά νιώθω αὐτό πού εἶμαι. Βοήθησέ με, Θεέ μου, νά μήν ἔχω πονηριά, νά μήν προσπαθῶ νά κρυφτῶ, νά μήν προσπαθῶ νά φανῶ μπροστά σου ἀλλιώτικος ἀπό αὐτό πού εἶμαι. Βοήθησέ με». Εἶναι ἀδύνατον νά μή σέ βοηθήσει ὁ Θεός.

Κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας, κάνε ἕναν ἔλεγχο, ἄς ποῦμε, πῶς πᾶς ὡς πρός αὐτό τό θέμα. Καί τό βράδυ πρίν κοιμηθεῖς, πρόσεξέ το πάλι: «Ἤμουν εἰλικρινής καί τίμιος μέ τόν Θεό σήμερα; Ἤμουν εὐθύς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἤ ἔκανα πάλι πονηριές, ἔκανα πάλι καμώματα; Κλαψούρισα, παραπονέθηκα…» Διότι ὅλα αὐτά τά παράπονα, σάν νά εἴμαστε θύματα, σάν νά εἴμαστε ἀδικημένοι, ὅλα αὐτά προέρχονται ἀπό τό ὅτι δέν στεκόμαστε μέ εὐθύτητα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μόλις ὁ ἄνθρωπος σταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ταπεινά καί μέ εἰλικρίνεια, αὐτά ἐξαφανίζονται· δέν ἔχουν καμιά θέση. Τό μόνο πού ἔρχεται στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι: «Σ᾿ εὐχαριστῶ, Θεέ μου. Κι ἐμένα τό σκύβαλο μέ ἀκοῦς; Κι ἐμένα τό σκύβαλο μέ δέχεσαι; Κι ἐμένα τό σκύβαλο μέ συγχωρεῖς; Ἄφησες νά ζῶ σήμερα καί δέν μέ ἀπέρριψες καί μέ ἔχεις κοντά σου καί φωτίζεις τή διάνοιά μου καί ἁπαλύνεις τήν καρδιά μου καί δίνεις τή χάρη σου σ᾿ ἐμένα τό σκύβαλο, τό τίποτε;» Ἔτσι νά πεῖ κανείς. Ἀλλά ποιός θά τό πεῖ; Ἐκεῖνος πού δέν ἔχει ἰδέα γιά τόν ἑαυτό του, ἐκεῖνος πού δέν ἔχει περί πολλοῦ τόν ἑαυτό του.

Ὁ διάβολος κατόρθωσε, μαζί μέ ὅλα τά ἄλλα, νά βάλει αὐτή τήν τάση μέσα μας, νά θέλουμε νά εἴμαστε κάτι. Ἀκόμη καί ὅταν ἐμφανιζόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, παίρνουμε μιά τέτοια στάση: «Εἶμαι ὁ τάδε, ὁ τάδε. Δέν εἶμαι ὅποιος ὅποιος ἐγώ. Εἶμαι ὁ τάδε, ὁ ὁποῖος ἔκανα τοῦτο, ἔκανα ἐκεῖνο». Καί εἶναι ἀνεπαίσθητα αὐτά καμιά φορά· δέν τά πολυκαταλαβαίνει κανείς. Δέν καταλαβαίνει δηλαδή τόν ἐγωισμό πού ἔχει μέσα του, τήν ἀναίδεια πού ἔχει μέσα του. Ἅμα δέν παρουσιασθεῖς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ταπεινά, εἶσαι ἀναιδής, ἀναιδέστατος. Τί νά σοῦ κάνει ὁ Θεός;

Ἄς ἀρχίσουμε λοιπόν κάπως ἔτσι καί ὅλοι μαζί νά προχωρήσουμε. Σιγά-σιγά θά ἀρχίσουμε νά ξέρουμε ποιοί εἴμαστε χριστιανοί, ποιοί θέλουμε νά εἴμαστε χριστιανοί, θά ἀρχίσουμε νά βρίσκουμε τήν ταυτότητά μας. Θά δεῖτε ὅτι θά ἀγαπηθοῦμε, θά ἑνωθοῦμε, θά νιώθουμε ὡς ὁ λαός τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ πρῶτα ἤμασταν χαμένοι, καθένας ἐδῶ κι ἐκεῖ, καθώς ἔχουμε μέσα μας πολύ ἀτομισμό. Καλό θά βγεῖ ἀπό ὅλα· μή φοβάστε. Λίγο κουράγιο νά ἔχουμε, λίγη γενναιότητα νά ἔχουμε μέσα μας. Νά ἐμπιστευόμαστε τό εἶναι μας στόν Θεό, στόν εὔσπλαχνο Θεό, κι ἐκεῖνος δέν θά μᾶς ἀφήσει.

 

7-2-1982