ΒΙΒΛΙΟ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Βιβλιόδετος Τόμος | Σελίδες 375 | Διάσταση 14,5χ21 | 2018
Αγιολογικα
A+
A
A-

42. Θέλεις νά ἁγιάσεις; Ὁμιλίες σέ ἑορτές ἁγίων – Ὀκτώβριος

Θέλεις νά γιάσεις;

μιλίες σέ ορτές γίων

κτώβριος

π. Συμεών Κραγιόπουλος

Δέν θά βροῦμε κι ἐμεῖς ἀνάμεσα στούς πολλούς ἁγίους ἕναν ἅγιο, πού νά τόν μιμηθοῦμε, νά τόν ἀγαπήσουμε, νά τόν παρακαλέσουμε νά μᾶς ἀνοίξει τόν δρόμο, νά μᾶς πάρει ἀπό τό χέρι, τρόπον τινά, νά μᾶς συνοδεύσει, ὥστε νά ἀκολουθήσουμε κι ἐμεῖς ἁγία ζωή, ἔτσι ὅπως θέλει ὁ Χριστός;

Κεντρική διάθεση: Ἐκδόσεις «Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας»

https://toperivoli.gr/product/θέλεις-ν΄-αγιάσεις-ομιλίες-σε-εορτές/

Περιεχόμενα

Εἰσαγωγή: Ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἁγίους

Ἀντί προλόγου: Ὄντως μποροῦμε νά γίνουμε ἅγιοι

1 Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Ἀνανίου

Τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν

Ρωμανοῦ τοῦ μελωδοῦ

2 Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Κυπριανοῦ

καί Ἰουστίνης τῆς παρθένου

Τί μπορεῖ νά μᾶς κάνει τό ὅποιο κακό,

ἄν ἔχουμε τόν Χριστό;

Νά κάνουμε ὑπομονή. Ξέρει ὁ Κύριος

3 Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Διονυσίου

τοῦ Ἀρεοπαγίτου

4 Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Ἱεροθέου

ἐπισκόπου Ἀθηνῶν

Ὁ ὅσιος πατήρ ἡμῶν Ἀμμοῦν ὁ Αἰγύπτιος

ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται

5 Τῆς ἁγίας ἐνδόξου μάρτυρος Χαριτίνης

8 Τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Πελαγίας

τῆς ἀπό ἑταιρίδων

Τῆς ἁγίας Πελαγίας τῆς παρθένου

Ἡ ἁγία Ταϊσία, ἡ πρότερον πόρνη,

ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται

9 Τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Ἀνδρονίκου

καί Ἀθανασίας τῆς συμβίας αὐτοῦ

10 Τῶν ἁγίων μαρτύρων Εὐλαμπίου καί Εὐλαμπίας

τῶν αὐταδέλφων

11 Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Φιλίππου

ἑνός τῶν ἑπτά διακόνων

12 Τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Συμεών

τοῦ Νέου Θεολόγου

Μᾶς μύησε στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ

Ἔχουμε καημό

γιά τήν ἀπόκτηση τῆς χάριτος;

16 Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Λογγίνου

τοῦ ἑκατοντάρχου

17 Τοῦ ἁγίου προφήτου Ὠσηέ

Ἡ ἀνακομιδή τοῦ ἱεροῦ λειψάνου

τοῦ ἁγίου καί δικαίου Λαζάρου

18 Τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἀποστόλου

καί εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ

23 Τοῦ ἁγίου ἀποστόλου

καί πρώτου ἐπισκόπου τῶν Ἰεροσολύμων

Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου

Δέν ἀφήνουμε τόν Χριστό

νά θαυματουργήσει στήν ψυχή μας

Ὑπομένοντας

γινόμαστε κοινωνοί τοῦ Κυρίου

24 Τῆς ἁγίας μάρτυρος Σεβαστιανῆς

26 Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου

τοῦ Μυροβλύτου

Πῶς μποροῦμε καί ἐμεῖς νά ἁγιάσουμε;

Νά μιμηθοῦμε τούς ἁγίους καί στά δύσκολα

Ὑπακοή στόν Χριστό διά τῆς Ἐκκλησίας:

ὁδός σωτηρίας

Ὁ ἅγιος Δημήτριος

καί οἱ βαθύτεροι πόθοι τῶν νέων

Ὁ Θεός τοῦ ἁγίου Δημητρίου

Μάρτυρες καί στίς ἡμέρες μας; Γιατί ὄχι;

Καταφυγή:

ἐργαστήριο ἁγιασμοῦ καί σωτηρίας

27 Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Νέστορος

Τῆς ἁγίας Πρόκλης συζύγου τοῦ Πιλάτου

28 Τῆς φωτοφόρου Σκέπης

τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου

Ἡ Παναγία εἶναι κοντά μας, μέσα μας

«Ἐπειδή ἐσεῖς πηγαίνετε πλάγια,

κι ἐγώ πλάγια θά σᾶς φερθῶ»

29 Τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος

Ἀναστασίας τῆς Ρωμαίας

Τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Ἀβραμίου

καί Μαρίας τῆς ἀνεψιᾶς αὐτοῦ

30 Τῶν ἁγίων μαρτύρων καί αὐταδέλφων

Ζηνοβίου καί Ζηνοβίας

Ἡ ἁγία μάρτυς Εὐτροπία ξίφει τελειοῦται

Τῶν ἁγίων μαρτύρων

Ἀστερίου, Κλαυδίου, Νέωνος

καί τῆς ἀδελφῆς αὐτῶν Νεονίλλης

31 Τοῦ ἁγίου μάρτυρος

Ἐπιμάχου τοῦ Αἰγυπτίου

Ἀντί ἐπιλόγου:

Τελικός σκοπός ὅλων: ὁ ἁγιασμός μας

Εἰσαγωγή

Ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἁγίους

Πάντοτε ὑπῆρξαν ἅγιοι, ἀπό τότε μάλιστα πού ἦρθε ὁ μόνος ἅγιος καί Κύριος στόν κόσμο. Καί σήμερα ὑπάρχουν ἅγιοι. Μπορεῖ νά μήν τούς ξέρουμε, νά μήν τούς γνωρίζουμε, ἀλλά ὑπάρχουν. Καί ὁ κόσμος πιό πολλά ὀφείλει σ᾿ αὐτούς παρά σέ ὁποιονδήποτε ἄλλον.

Πρίν ἀπό μερικά χρόνια μοῦ ἔλεγε κάποιος ὅτι ἐκεῖνο τό ὁποῖο περνάει σήμερα στήν κοινωνία εἶναι ἡ διπλωματία καί ἡ μόρφωση. Καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός φαίνεται πώς αὐτό εἶχε ὡς σκοπό στή ζωή του: νά γίνει καλός διπλωμάτης –ἄν καί ἦταν θρησκευτικός ἄνθρωπος– καί νά εἶναι καταρτισμένος, μορφωμένος, ὥστε παντοῦ νά μπορεῖ νά περνάει ὁ λόγος του. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως ὅτι ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ πραγματικότητα ἐδῶ καί δύο χιλιάδες χρόνια, ἀπό τότε πού ἦρθε ὁ Κύριος μέχρι σήμερα, δείχνουν ὅτι ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο ἔχει ἀνάγκη ὁ κόσμος εἶναι ὁ ἅγιος, οἱ ἅγιοι.

Καί θά μπορούσαμε νά παρακαλέσουμε πρῶτα ταπεινά νά ἀναδείξει ὁ Θεός ἁγίους. Δέν λέω νά μᾶς βοηθήσει ὁ Θεός νά γίνουμε ἅγιοι, γιατί εἶναι μεγάλος λόγος αὐτός, ἀλλά νά ἀναδείξει στήν Ἐκκλησία του ἁγίους, ἔστω κι ἄν αὐτοί θά εἶναι μετρημένοι στά δάχτυλα τοῦ ἑνός χεριοῦ. Βέβαια, ὅπως εἴπαμε, ὁπωσδήποτε καί σήμερα ὑπάρχουν ἅγιοι, ἀλλά ἐμεῖς ἄς κάνουμε αὐτή τή θερμή προσευχή, νά ἀναδείξει ὁ Θεός ἁγίους. Ὅπως ἔγραφε πρό ἐτῶν κάποιος θεολόγος: «Ὁ διάβολος φοβᾶται πιό πολύ ἕναν ἅγιο παρά ἕνα ΝΑΤΟ»· εἴτε εἶναι αὐτό πνευματικό, εἴτε εἶναι στρατιωτικό ΝΑΤΟ. Οἱ ἄνθρωποι δημιουργοῦν αὐτές τίς συμμαχίες γιατί τίς χρειάζονται, ἀλλά ὁ διάβολος ὅμως φοβᾶται καί βρίσκει κυριολεκτικά τόν μπελά του μέ ἕναν ἅγιο· ἔστω καί ἄν ἕνας εἶναι ὁ ἅγιος αὐτός.

Νά παρακαλέσουμε λοιπόν τόν Θεό, καθώς ἔχουμε εἰρήνη, εὐημερία, πρόοδο, ἡσυχία καί κάθε καλό, νά ἀναδεικνύει ἁγίους. Ἡ παρουσία τῶν ἁγίων, ἡ ὕπαρξη τῶν ἁγίων εὐκολότερα, ἀποτελεσματικότερα καί καλύτερα θά μᾶς ὁδηγεῖ στήν εἰρήνη καί σέ ὅλα αὐτά τά καλά.

Νά μᾶς φωτίσει ὁ Κύριος

νά γευθοῦμε κάτι ἀπό τήν ἁγιότητα

Καί ἐπίσης νά παρακαλέσουμε τόν Θεό λίγο νά γνωρίσουμε τήν ἁγιότητα· κάπως, κάτι νά καταλάβουμε, κάτι νά διαισθανθοῦμε, κάτι νά νιώσουμε. Διότι, βέβαια, στήν ἱστορία καί στά συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας μας πολλά διαβάζουμε γιά τούς ἁγίους, πολλά βλέπουμε στίς εἰκόνες, ἤ, ἄν θέλετε, καί σ᾿ αὐτά τά γεγονότα τῆς ζωῆς ἑνός σύγχρονου ἁγίου, ὅμως τελικά ὁ ἄνθρωπος, ἀκόμη καί ὁ χριστιανός, μένει ξένος πρός αὐτά. Ὅπως οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου, παρά τό ὅτι ἦταν συνεχῶς μαζί του, δέν ἔβλεπαν τόν Κύριο ὅπως ἦταν. Καί χρειάστηκε νά ἔρθει ἐκείνη ἡ ἡμέρα πού ἀνέβηκε στό ὄρος Θαβώρ –καί εἶχε, ὅπως ξέρουμε, μαζί του μόνο τρεῖς ἀπό τούς μαθητάς του– γιά νά ἀξιωθοῦν αὐτοί οἱ τρεῖς μόνο νά τόν δοῦν ὅπως ἦταν.

Ὁ Κύριος ἦταν ἐκεῖνος πού τούς ἔκανε νά τόν δοῦν. Ὁ Κύριος καί πρῶτα ἦταν ὁ ἴδιος: ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀλλά δέν εἶχαν μάτια κατάλληλα νά τόν δοῦν οἱ μαθηταί. Δέν εἶχαν καρδιά κατάλληλη, πού νά μπορεῖ νά δεχθεῖ τήν ἀκτινοβολία τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος, ὅπως λένε οἱ πατέρες, τούς ἔδωσε ἀνάλογα μάτια, ἀνάλογο φωτισμό, ἀνάλογη καρδιά, ἤ γενικότερα ἀνάλογες αἰσθήσεις πνευματικές, ἐσωτερικές αἰσθήσεις, καί μπόρεσαν μέ αὐτές νά δοῦν τόν Χριστό. Καί γι᾿ αὐτό, κατά κάποιον τρόπο, πάνω στό ὄρος Θαβώρ οἱ μαθηταί μεταμορφώθηκαν καί ὄχι ὁ Χριστός, ἄν καί τό κείμενο λέει: «μετεμορφώθη» (Ματθ. 17, 2· Μάρκ. 9, 2). Οἱ μαθηταί μεταμορφώθηκαν. Κατά κάποιον τρόπο ἄλλαξαν καί ἔτσι μπόρεσαν καί εἶδαν τόν Κύριο, εἶδαν λίγο τή θεότητά του.

Θέλεις λοιπόν νά δεῖς τόν Κύριο; Ἔτσι θά μπορέσεις νά τόν δεῖς. Νά παρακαλέσουμε τόν Κύριο νά μᾶς φωτίσει, νά μᾶς βοηθήσει. Νά μᾶς δώσει λίγο αὐτές τίς πνευματικές αἰσθήσεις, ὥστε ὄχι μόνο νά διαβάζουμε καί νά ἀκοῦμε γιά τούς ἁγίους, ἀλλά νά μπορέσουμε νά δοῦμε βαθύτερα τί σημαίνει νά εἶναι κανείς ἅγιος, τί σημαίνει ἁγιότητα, τί σημαίνει ἁγία ζωή. Νά δοῦμε κάπως βαθύτερα, νά συναισθανθοῦμε, νά νιώσουμε κάτι, νά γευθοῦμε κάτι ἀπό αὐτή τήν ἁγιότητα. Ἔτσι ἔπειτα κανείς μπορεῖ νά ποθήσει λίγο τήν ἁγιότητα, καί ἔτσι μποροῦμε νά φτάσουμε στό σημεῖο νά παρακαλέσουμε τόν Κύριο νά μᾶς κάνει ἁγίους· νά μᾶς βοηθήσει νά μυηθοῦμε λίγο στήν ἁγιότητα, ὥστε νά ἀρχίσει λίγο-λίγο νά παρουσιάζεται μέσα στήν ὕπαρξή μας, στή ζωή μας, στό εἶναι μας ἔστω μικρή ἀκτίνα ἁγιότητος.

Γι᾿ αὐτό δέν εἶπα στήν ἀρχή: «Νά παρακαλέσουμε τόν Κύριο νά μᾶς κάνει ἁγίους», μολονότι ρητῶς λέει ὁ Θεός στήν Ἁγία Γραφή: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι» (Α΄ Πέτρ. 1, 16· Λευϊτ. 20, 7). Γινόμαστε ἅγιοι, διότι ἅγιος εἶναι ἐκεῖνος. Ὅπως ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος, πέρα γιά πέρα ὅμοιος μέ ἐμᾶς, ἔτσι μᾶς καλεῖ νά γίνουμε ὅμοιοι μέ ἐκεῖνον, διότι πλαστήκαμε κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ. Ἀλλά εἶναι μεγάλος λόγος νά πεῖ κανείς: «Ἐγώ θά γίνω ἅγιος» ἤ «Ἐγώ προσπαθῶ νά γίνω ἅγιος» ἤ «Ἐμπρός, νά γίνουμε ἅγιοι». Εἶναι πάρα πολύ μεγάλος λόγος, καί μέ φόβο νά τό ποῦμε.

Διότι, ὅταν δέν ἀρχίσει κανείς ταπεινά, κινδυνεύει. Νομίζω, πρῶτα πρέπει νά παρακαλέσει κανείς τόν Θεό νά ἀναδεικνύει ἁγίους. Καί ἐπίσης νά παρακαλέσει τόν Θεό νά τόν φωτίσει νά δεῖ λίγο, νά καταλάβει λίγο, νά γνωρίσει λίγο τί εἶναι ἁγιότητα. Ὅταν δέν ἀρχίσει ἔτσι κανείς ταπεινά-ταπεινά καί μέ φόβο, μέ ἐκστατικό, θά ἔλεγα, φόβο, ἀλλά πεῖ: «Ἐγώ θά γίνω ἅγιος», αὐτός θά πάθει ὅ,τι ἔπαθε ὁ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος –ὅπως λένε οἱ πατέρες– μονομιᾶς θέλησε νά γίνει θεός. Βέβαια, ἐκλήθη ἀπό τόν Θεό νά γίνει ὅμοιος μέ αὐτόν, ἀλλά ἔπρεπε νά περάσει ἀπό τόν δρόμο πού τοῦ ὅρισε ὁ Θεός. Καθώς θέλησε νά πάει ἀπό τόν δρόμο πού τοῦ ὑπέδειξε ὁ διάβολος, παραλίγο νά γίνει διάβολος ὁ ἄνθρωπος· παραλίγο. Ὅμως μᾶς φύλαξε ὁ Θεός, καί μένουμε ἄνθρωποι, ἀλλά πεπτωκότες.

Νιώθουμε τή δύναμη τοῦ ζῶντος Κυρίου;

Τώρα μοῦ ἔρχεται στό μυαλό νά προσθέσω κάτι ἀκόμη. Ἐάν ἀπό τό ἕνα μέρος ὑπάρχει κίνδυνος μεγάλος μέ τό νά πεῖ κανείς: «Ἐγώ θά γίνω ἅγιος», ἀπό τό ἄλλο μέρος πάλι ὑπάρχει μεγάλος κίνδυνος νά φτάσει κανείς στό ἄλλο ἄκρο. Αὐτό εἶναι τό πνεῦμα πού κυριαρχεῖ καί ἐπικρατεῖ ἰδιαίτερα στίς ἡμέρες μας: βλέπουμε τούς ἁγίους, τήν ἁγιότητα, τή ζωή καί τά παθήματα τῶν ἁγίων ἀπό μακριά, σάν πράγματα θρυλικά, σάν πράγματα πού εἶναι περισσότερο φανταστικά καί λιγότερο μιά πραγματικότητα.

Καί ὅμως, αὐτό εἶναι ἄρνηση –ἐπιτρέψτε μου νά μιλήσω μέ ἀπόλυτο τρόπο– ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ μας, ἄρνηση τοῦ Εὐαγγελίου. Γινόμαστε μεγάλοι αἱρετικοί, τέτοιοι αἱρετικοί πού ἔχουμε ὅλες μαζί τίς αἱρέσεις μέσα μας, χωρίς νά ἀφήνουμε καμιά στήν ἄκρη, ἐάν τυχόν πιστεύουμε ὅτι ἕναν καιρό ἦταν τό Εὐαγγέλιο, ἕναν καιρό ἴσχυαν αὐτά τά πράγματα, ἕναν καιρό μποροῦσε κανείς νά ζήσει ὡς ἅγιος καί νά πεθάνει ὡς ἅγιος· καί ὅτι τώρα δέν γίνεται αὐτό. Ἐάν τυχόν πιστεύουμε κάτι τέτοια, ἐπαναλαμβάνω, ἀρνούμαστε τό Εὐαγγέλιο, τόν χριστιανισμό, καί εἴμαστε αἱρετικοί, πᾶμε πιό πέρα καί ἀπό τούς αἱρετικούς.

«Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8). Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἦταν τούς αἰῶνες πού πέρασαν, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι καί τώρα. Ἡ ἴδια Ἐκκλησία πού ἵδρυσε ὁ Κύριος καί ὑπῆρχε τότε, ἡ ἴδια Ἐκκλησία ὑπάρχει καί σήμερα. Ἐάν δέν νιώθουμε σήμερα τή δύναμη τοῦ ζῶντος Κυρίου, τή δύναμη τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἐάν δέν νιώθουμε τή δύναμη τῆς Ἐκκλησίας, τῶν χαρισμάτων καί τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἔχουμε πεῖ καί ἄλλες φορές, αὐτό σημαίνει ὅτι κάτι σοβαρό συμβαίνει μέ ἐμᾶς· ὄχι μέ τήν Ἐκκλησία, ὄχι μέ τόν Χριστό, ὄχι μέ τό Εὐαγγέλιο, ὄχι μέ τή σχέση τοῦ Θεοῦ ἀπέναντί μας. Κάτι σοβαρό συμβαίνει σ᾿ ἐμᾶς.

Καί φαίνεται ὅτι στό βάθος συμβαίνει αὐτό πού εἴπαμε: ἤ τό ἕνα ἄκρο πιάνουμε ἤ τό ἄλλο. Ἤ, καθώς ἀκούει κανείς αὐτά τά λόγια, θέλει νά γίνει ἅγιος καί γελοιοποιεῖται ἐνώπιον τῶν δαιμόνων καί γίνεται περίγελως καί ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων τῆς κοινωνίας, ἤ πιάνει τό ἄλλο ἄκρο. Σκέπτεται δηλαδή: «Αὐτά ἦταν γιά ἕναν καιρό. Σήμερα αὐτά δέν ἰσχύουν, δέν ἐφαρμόζονται».

Μόνο μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ 

μποροῦμε νά νιώσουμε τόν Θεό

Αὐτό ἴσως εἶναι τό βαθύτερο αἴτιο –εἴτε πάρουμε τό ἕνα ἄκρο εἴτε τό ἄλλο– πού μᾶς βγάζει ἔξω ἀπό τό φῶς τοῦ Θεοῦ, τή χάρη του, τή δύναμή του, ἔξω ἀπό τή δύναμη τῆς Ἐκκλησίας, ἔξω ἀπό αὐτή τή θαυμαστή, τήν ἐξωκοσμική ἐνέργεια, τήν ἐνέργεια πού ἔρχεται ἀπό τόν οὐρανό. Ὁπότε μένουμε στά δικά μας, στίς δικές μας δυνάμεις.

Ὅμως, τόν κόσμο νά χαλάσεις, ἅγιος δέν θά γίνεις. Μπορεῖ νά γίνεις ἕνας ἄλφα-ἄλφα ἀστροναύτης καί νά πᾶς στό φεγγάρι, νά πᾶς στόν Ἄρη. Μπορεῖ νά γίνεις ἕνας ἄλφα-ἄλφα ἐπιστήμονας, γιατρός, μηχανικός, μπορεῖ δέν ξέρω τί ἄλλο νά γίνεις μέ τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις, ἐφόσον διαθέτεις καί ὁρισμένες ἱκανότητες, ὁρισμένα χαρίσματα, ἄς ποῦμε, τάλαντα. Ἀλλά νά γίνεις ἅγιος ἀποκλείεται.

Ἅγιος γίνεται κανείς μόνο κάτω ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, μόνο ἐφόσον ἐπιδρᾶ καί ἐνεργεῖ μέσα του ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐάν πάψει νά ἐνεργεῖ ἤ ἐάν δέν μπορεῖ νά ἐνεργήσει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα σέ ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν μπορεῖ νά γίνει τίποτε. Τίποτε. Μπορεῖ νά ἐπιτύχει πολλά πράγματα ὡς ἕνας κοινός ἄνθρωπος, ἀλλά νά μυηθεῖ στή ζωή τῆς ἁγιότητος, νά γευθεῖ λίγο ἀπό τή ζωή αὐτή, ἀκόμη καί νά καταλάβει ἔστω λίγο τί εἶναι ἁγιότητα, ἀδύνατον.

Ὅπως εἴπαμε, ὁ Κύριος φτιάχνει, τρόπον τινά, ἄλλα μάτια στούς μαθητάς, καί ἔτσι τόν βλέπουν ὅπως εἶναι. Ὁ Κύριος τό κάνει αὐτό. Οἱ μαθηταί, τόσον καιρό, μόνοι τους δέν βλέπουν τίποτε. Καί ὅταν ἀκόμη ὁ ἀπόστολος Πέτρος ὁμολόγησε: «Σύ εἶ ὁ Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», καί τότε ὁ Κύριος τοῦ ἀπάντησε: «Αὐτό πού εἶπες, δέν ἦταν δυνατόν νά σοῦ τό ἀποκαλύψει σάρξ καί αἷμα, δέν ἦταν δυνατόν νά τό σκεφθεῖς ἐσύ μέ τό μυαλό σου, νά τό συλλάβεις ἐσύ μέ τόν νοῦ σου καί νά τό πετύχεις μέ τούς συλλογισμούς σου. Ὁ Πατήρ ὁ οὐράνιος, αὐτός σοῦ τό ἀπεκάλυψε, σοῦ τό φανέρωσε καί ἐσύ τό εἶπες» (Βλ. Ματθ. 16, 16-17· Μάρκ. 8, 29). Αὐτό ἦρθε σάν ἕνας διάττων ἀστήρ στό μυαλό τοῦ Πέτρου καί χάθηκε πάλι. Ὁ Πέτρος ὕστερα γίνεται πάλι αὐτός πού ἦταν, μέχρι τοῦ σημείου πού κάποια φορά τοῦ λέει ὁ Κύριος: «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ» (Ματθ. 16, 23· Μάρκ. 8, 33). Κάτι ἀνάλογο βλέπουμε στούς μαθητάς μετά τή Μεταμόρφωση. Ἐπάνω στό ὄρος Θαβώρ δίδει ὅ,τι δίδει ὁ Κύριος στούς μαθητάς, φτιάχνει τά μάτια τους ἀλλιώτικα, ἄς ποῦμε, πνευματικά, καί τόν βλέπουν. Τελειώνει αὐτό τό ὅραμα –τό πραγματικό ὅμως ὅραμα· ὄχι κάποιο ὄνειρο ἤ κάποια φαντασία– κατεβαίνουν ἔπειτα ἀπό τό ὄρος, καί οἱ μαθηταί γίνονται πάλι αὐτό πού ἦταν, ἕως ὅτου βέβαια ἦρθε ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁπότε ὁριστικά μεταμορφώθηκαν καί ἔγιναν ἄλλοι ἄνθρωποι.

Δέν μπορεῖ λοιπόν ὁ ἄνθρωπος μόνος του ἀπολύτως-ἀπολύτως τίποτε νά ἐπιτύχει στόν πνευματικό τομέα. Στά ἄλλα μπορεῖ νά πετύχει πάρα πολλά, ἀνάλογα μέ τίς ἱκανότητες πού διαθέτει. Ἀλλά στόν πνευματικό τομέα, ἔστω καί λίγο νά δεῖ τήν ἁγιότητα, τόν Θεό, νά ἔρθει σέ μιά κοινωνία μέ τόν Θεό, ἔστω καί λίγο νά γευθεῖ τόν Θεό, νά δεῖ, νά καταλάβει ὅτι ὑπάρχει Θεός, νά τόν νιώσει, δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος παρά μόνο μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Καί ἐάν τελικά δέν γίνεται τίποτε, αὐτό σημαίνει ὄχι ὅτι δέν δίδει ὁ Θεός τή χάρη του, ἀλλά ὅτι κάτι συμβαίνει μέ ἐμᾶς. Καί γι᾿ αὐτό πάντοτε κανείς πρέπει, ἀντί νά παραπονεῖται καί δέν ξέρω τί ἄλλο νά σκέφτεται, νά προσπαθεῖ μᾶλλον νά ταπεινωθεῖ.

Τό θέμα δέν εἶναι νά τά βάλει ὁ ἄνθρωπος μέ τόν ἑαυτό του. Τί θά βγεῖ μέ αὐτό; Καί αὐτό ἐγωισμός εἶναι, καί μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Τό θέμα εἶναι νά ταπεινωθεῖ κανείς· νά πιστέψει πλήρως ὅτι χωρίς τόν Χριστό δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε καί νά πεῖ: «Κύριέ μου, ἄν δέν μέ φωτίσεις ἐσύ, ἐγώ δέν μπορῶ νά φωτιστῶ. Ἄν δέν μοῦ δώσεις ἐσύ φῶς, ἐγώ δέν μπορῶ νά δῶ. Ἄν δέν μέ ἐνδυναμώσεις, ἄν δέν μέ ἐνισχύσεις ἐσύ μέ τή χάρη σου, δέν μπορῶ ἐγώ κάτι νά ἐπιτύχω». Θά ἀρχίσει ἀπό τήν ταπείνωση. «Ἐταπεινώθην, καί ἔσωσέ με» (Ψαλμ. 114, 6). Μόλις ταπεινωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἔρχεται ἀμέσως ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι φτωχή,

ὁ Θεός μας ὅμως μπορεῖ νά τήν πλουτίσει

Νά ποῦμε πάλι: Νά παρακαλέσουμε τόν Θεό νά ἀναδείξει ἁγίους, νά τόν παρακαλέσουμε νά μᾶς φωτίσει νά ἐννοήσουμε, νά γνωρίσουμε βαθύτερα τί ἐστί ἁγιότης, καί ἐπίσης νά τόν παρακαλέσουμε ταπεινά-ταπεινά νά μᾶς ὁδηγήσει κοντά του.

Ἡ πιό μεγάλη ἔλλειψη σήμερα στήν ἀνθρωπότητα εἶναι μᾶλλον ἡ ἔλλειψη τῶν ἁγίων, καί γι᾿ αὐτό ἡ ἀνθρωπότητα παρ᾿ ὅλο τόν πλοῦτο της εἶναι φτωχή σήμερα. Ποτέ ἴσως δέν ἦταν τόσο φτωχή ὅσο σήμερα· φτωχή, διότι δέν ἔχει ἁγίους. Βέβαια, δέν εἶναι δυνατόν νά ἄφησε ἔτσι ὁ Κύριος τήν Ἐκκλησία του. Ἀλλά ἐν πάσῃ περιπτώσει λείπουν οἱ ἅγιοι. Λείπουν. Καί αὐτό εἶναι μιά μεγάλη ἔλλειψη στήν ἀνθρωπότητα. Αὐτό εἶναι πού τήν κάνει πάρα πολύ φτωχή.

Ὁ Θεός μας ὅμως εἶναι πλούσιος καί γιά μᾶς «ἐπτώχευσε πλούσιος ὤν», γιά νά κάνει ἐμᾶς πλουσίους (Βλ. Β΄ Κορ. 8, 9). Ἦρθε λοιπόν καί ἔκανε πλούσια τήν ἀνθρωπότητα ἀνά τούς αἰῶνας μέχρι σήμερα. Καί στίς ἡμέρες μας μπορεῖ νά πλουτίσει ὁ Θεός τήν ἀνθρωπότητα, τήν Ἐκκλησία του, ἀναδεικνύοντας φυσικά ἁγίους, καί ἐδῶ καί ἀλλοῦ καί ἀλλοῦ. Ἄν γίνει αὐτό, ὑπάρχουν περισσότερες ἐλπίδες νά δοῦμε καλύτερες ἡμέρες –καί θά ἐξηγήσω τί ἐννοῶ, γιατί τά μπερδεύουμε καμιά φορά– ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς πραγματικότητος, πνευματικῆς παρουσίας, ἀπό πλευρᾶς ἐκκλησιαστικῆς μαρτυρίας.

Ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ὑπάρχουν ἐλπίδες νά δοῦμε καλύτερες ἡμέρες. Δέν σημαίνει ὅτι, ἄν ἔχουμε περισσότερους ἁγίους, δέν θά πεινοῦν ἄνθρωποι στόν κόσμο. Πρέπει νά εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἅγιοι, γιά νά τρῶμε ὅλοι τό ἴδιο· ἀλλιῶς, ὁπωσδήποτε θά ὑπάρχουν οἱ πεινασμένοι. Εἰδικότερα ὅμως ἀπό ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως, ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως, ἀπό πλευρᾶς μαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Εὐαγγελίου στόν κόσμο θά δοῦμε καλύτερες ἡμέρες, ὅταν θά ἔχουμε περισσότερους ἁγίους.

Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία 

ἡ σωτηρία εἶναι ἁγιότης

Στούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, στούς Ἕλληνες πατέρες, καί γενικότερα ἑπομένως στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ σωτηρία εἶναι ἁγιότης. Καί στό σημεῖο αὐτό θά ἦταν καλό νά διευκρινίσουμε τό ἑξῆς: Ἀλλιῶς ὁμιλοῦν περί σωτηρίας οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί γενικότερα, ἄν θέλετε νά πῶ ἔτσι, ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία, καί ἀλλιῶς οἱ Προτεστάντες, οἱ Διαμαρτυρόμενοι. Αὐτοί νύχτα μέρα μιλοῦν γιά τή σωτηρία –ψωμί καί τυρί τό ἔχουν αὐτό– καί γιά τήν πίστη· κυρίως γιά τό δεύτερο. «Ὁ ἄνθρωπος σώζεται διά τῆς πίστεως», λένε. Ὁμιλοῦν ὅμως κατά ἕναν τέτοιο τρόπο γιά τήν πίστη καί γιά τή σωτηρία, σάν νά πρόκειται περί αὐθυποβολῆς. Προσπαθοῦν νά πείσουν δηλαδή τόν ἄνθρωπο νά πιστέψει καί ὅτι, ἄν πιστέψει, θά σωθεῖ.

Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως εἴπαμε, ἡ σωτηρία εἶναι ἁγιότης. Δέν εἶναι ἡ σωτηρία μέ τήν ἔννοια πού διδάσκουν οἱ Προτεστάντες, ἀλλά ἔχει μέσα τήν ἔννοια τῆς ἁγιότητος. Ὅταν λέγαμε προηγουμένως: «Νά δεῖ κανείς λίγο τήν ἁγιότητα, νά καταλάβει περί τίνος πρόκειται, νά τήν ποθήσει λίγο, νά γευθεῖ κάτι», αὐτό ἐννοούσαμε: Δέν εἶναι ἄλλο πράγμα ἡ σωτηρία καί ἄλλο ἡ ἁγιότης.

Ὅταν ὁ Θεός λέει: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ ἅγιός εἰμι», θέλει νά πεῖ: «Ὅλοι νά σωθεῖτε. Θά σωθεῖτε ὅμως, ἄν πιαστεῖτε ἀπό μένα, τρόπον τινά, καί ἄν πάρετε κάτι ἀπό μένα, ἄν σᾶς δώσω ἐγώ κάτι». Διότι, σωτηρία τί εἶναι; Σωτηρία εἶναι νά μπεῖ κάτι ἀπό τόν Θεό μέσα σ᾿ ἐμᾶς. Χωρίς τόν Θεό εἴμαστε νεκροί. Ἄν μπεῖ κάτι ἀπό τόν Θεό μέσα σ᾿ ἐμᾶς, ἄν μπεῖ δηλαδή στόν ἄνθρωπο, στόν ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο, ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ, ἡ ἁγιότητα –θά λέγαμε ἐδῶ– τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά ζωντανεύει.

Ὅπως ὅταν σέ ἕναν ἡμιθανή βάζουμε αἷμα, τοῦ βάζουμε ζωή ἐκείνη τήν ὥρα. Βάζοντάς του αἷμα, ζωή, ἀνοίγει τά μάτια. Ἤ, ἄν ἀπό πείνα, ἀπό ἀσιτία κάποιος ἐγκαταλελειμμένος κάπου εἶναι ἡμιθανής καί τοῦ βάλουμε ὀρό, τοῦ δώσουμε τροφή μέ ἔνεση –διότι ἄν τοῦ δώσουμε νά φάει ἀπό τό στόμα, μᾶλλον δέν θά μπορεῖ– ἀμέσως ὁ ἄνθρωπος αὐτός θά ἀρχίσει νά ζωντανεύει ἀπό νεκρός πού ἦταν. Ἀλλά πῶς ζωντανεύει; Ζωντανεύει, καθώς κάτι ἀπ᾿ ἔξω θά μπεῖ μέσα στήν ὕπαρξή του: ἤ αἷμα ἤ ὀρός ἤ τροφή μέ ἔνεση.

Ἔτσι καί στά πνευματικά. Ὁ ἄνθρωπος ἕνεκα τῆς πτώσεως εἶναι σάν νεκρός, εἶναι χαμένος. Αὐτό θά πεῖ εἶσαι πεσμένος: εἶσαι σάν νεκρός. Ὅπως λέει ὁ Κύριος στήν παραβολή, ἡμιθανή (Βλ. Λουκ. 10, 30) ἄφησαν οἱ ληστές ἐκεῖνον πού, καθώς κατέβαινε ἀπό τήν Ἰερουσαλήμ στήν Ἰεριχώ, τόν συνάντησαν καί τόν κτύπησαν· καί μετά τόν βρῆκε ὁ Σαμαρείτης. Μισοπεθαμένο τόν ἄφησαν. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι νεκρός ὡς πρός τήν πνευματική ζωή, ὡς πρός τή ζωή πού παρέχει ὁ Θεός· νεκρός. Κατά τά ἄλλα, ὅλοι ζωντανοί εἴμαστε καί κινούμαστε καί μάλιστα πᾶμε μέχρι τό φεγγάρι. Καί ὅμως, μπορεῖ, ἐνῶ εἶναι κανείς ζωντανός, νά εἶναι νεκρός. Γιά νά ζήσει λοιπόν αὐτός ὁ νεκρός, πρέπει νά μπεῖ μέσα του ζωή ἀπό τόν Θεό, ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ ἄκτιστη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁποία κάνουν λόγο οἱ πατέρες· ὄχι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἡ ἐνέργειά του. Πρέπει νά μπεῖ ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μέσα στόν ἄνθρωπο. Καί καθώς μπαίνει αὐτή ἡ ἐνέργεια –ἡ ὁποία εἶναι ἁγία, διότι ἔρχεται ἀπό τόν ἅγιο Θεό– ζωντανεύει τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνει τελικά ἅγιο.

Μέ αὐτή τήν ἔννοια ἁγιότης καί σωτηρία ταυτίζονται κάπως. Ἐνῶ στούς Προτεστάντες διαφέρει τό πράγμα. Ἐκεῖνοι δέν ὁμιλοῦν γι᾿ αὐτή τήν κοινωνία, γι᾿ αὐτή τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, πού θά μπεῖ ἀπό τόν Θεό μέσα στόν ἄνθρωπο, γιατί εἶναι ἀδιανόητο γι᾿ αὐτούς αὐτό.

Τόν δέκατο τέταρτο αἰώνα πού ἔζησε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἔγινε ὁλόκληρη μάχη. Γιά τούς Καθολικούς καί γιά τούς Διαμαρτυρομένους ἦταν καί εἶναι ἀδιανόητο αὐτό τό ὁποῖο δίδασκε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς γιά τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ὅτι δηλαδή ἔρχεται, μπαίνει στόν ἄνθρωπο καί τόν σώζει, τόν ἁγιάζει, τόν θεώνει. Γι᾿ αὐτούς σωτηρία εἶναι τό ὅτι ὁ Θεός λέει σέ κάποιον: «Σέ σώζω. Εἶσαι σεσωσμένος».

Εἶναι κάποιοι πού λένε τό ἑξῆς παράδειγμα. (Βέβαια, ἀναφέρει καί ἡ Ἁγία Γραφή κάτι σχετικό –Βλ. Ψαλμ. 31, 1– γιά νά βοηθήσει τούς ἀκροατές νά καταλάβουν, ἀλλά δέν μένει σ᾿ αὐτό, ἐνῶ οἱ Προτεστάντες κολλοῦν σ᾿ αὐτό καί πάλι σ᾿ αὐτό.) Ἕνας ἐγκληματίας, λένε, εἶναι καταδικασμένος σέ θάνατο. Καί ἔρχεται χάρη ἀπό τόν βασιλιά, ἀπό τόν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας, ἀπό τόν ὅποιο ἀνώτατο ἄρχοντα, ἡ ὁποία λέει: «Δέν σέ θανατώνουμε. Σοῦ χαρίζουμε τή ζωή». Ἁπλῶς δηλαδή ἐξωτερικά αὐτός ὁ ἄνθρωπος σώθηκε. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως αὐτός δέν παύει νά εἶναι ὁ ἐγκληματίας, αὐτός πού ἔκανε τό ἔγκλημα. 

Ἔτσι λένε, τρόπον τινά, καί ὁ Θεός κάνει μέ τόν ἄνθρωπο, ἔτσι σώζει τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι γιά θάνατο. Καί τοῦ λέει ὁ Θεός: «Ὄχι, δέν θά πεθάνεις· σοῦ χαρίζω τή ζωή». Καί εἶναι ὅλο αὐτό κάπως ἐξωτερικό, κάπως δικανικό, ὅπως τό λένε στή θεολογική γλώσσα. Κατά δικαστικό δηλαδή τρόπο, ὅπως βγάζουν ἀποφάσεις οἱ δικαστές, λέει ὁ Θεός: «Ἀθῶος ὁ κατηγορούμενος».

Δέν εἶναι ἔτσι ἀπό ὀρθοδόξου ἀπόψεως. Δέν εἶναι κάτι ἐξωτερικό ἡ σωτηρία. Ἀλλά ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέσα στόν ἄνθρωπο. Γι᾿ αὐτό ὁ Θεός ἦρθε καί ἔγινε ἄνθρωπος, πῆρε τήν ἀνθρώπινη φύση, καί ἔτσι τό ἕνα, ἡ θεότητα, μπῆκε μέσα στό ἄλλο, στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Κυρίου. Καί ἔτσι ὁ Θεός, ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μπαίνει μέσα στόν ἄνθρωπο καί τόν θεώνει. Ἀλλά ἐδῶ εἶναι ὅλο τό δράμα μας. Εἴμαστε ὅλοι χριστιανοί, πιστεύουμε ὅλοι στόν Χριστό, διαβάζουμε τό Εὐαγγέλιο, ἀλλά πόσοι ἀπό μᾶς γευόμαστε αὐτή τήν ἐνέργεια, αὐτή τή χάρη, αὐτή τή δύναμη; Μέσα σέ πόσους ἀπό μᾶς πέρασε αὐτή ἡ ζωή;

Πάνω ἀπό τίς ἄλλες ἀρετές 

εἶναι ἡ ταπείνωση

Καί γιά νά μᾶς δώσει ὁ Θεός ἀκόμη περισσότερο νά καταλάβουμε ὅτι μᾶς δίνει τή ζωή του, μᾶς δίνει τό εἶναι του, ἔχουμε τό ζωντανό αὐτό γεγονός: τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τί εἶναι τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας; Λέμε ὅτι τρῶμε τό Σῶμα καί πίνουμε τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Τρώγοντας τό Σῶμα καί πίνοντας τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τρῶμε τόν πανάγιο Θεό, μπαίνει μέσα μας ὁ πανάγιος Θεός, γιά νά ἁγιάσει τόν ἄνθρωπο. Οἱ πατέρες αὐτό λένε: Τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ μπαίνοντας μέσα μας δέν γίνεται σῶμα δικό μας, ἀλλά τό σῶμα τό δικό μας γίνεται λίγο-λίγο σῶμα δικό του. Καί τό Αἷμα του δέν γίνεται αἷμα δικό μας, ἀλλά λίγο-λίγο τό δικό μας γίνεται αἷμα δικό του (Βλ. Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, Ἔργα, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», τόμ. 3, Θεσσαλονίκη 1990, σσ. 45-46). 

Ἐμεῖς δυστυχῶς φτάσαμε στό σημεῖο, καί ὅταν κοινωνοῦμε καί παίρνουμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τελικά νά μή γίνεται τίποτε μέσα μας. Γιατί; Διότι καί αὐτή ἡ πράξη, αὐτό τό γεγονός, τό ὅτι ἔχουμε μπροστά μας τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο παίρνουμε καί κοινωνοῦμε, κατάντησε σάν νά εἶναι κάτι μαγικό. Δέν γίνεται ὅμως τίποτε κατά μαγικό τρόπο. Ὅλα αὐτά πού κάνει ἡ θεία Εὐχαριστία γίνονται μόνο ὅταν ὁ ἄνθρωπος ταπεινά προσεγγίσει τό μυστήριο. Χρειάζεται βεβαίως καί ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή καί ἡ ἄσκηση. Ὅμως τό βασικό πάνω ἀπό αὐτά εἶναι ἡ ταπείνωση. Διότι ἔχουμε ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι καί νήστευαν καί προσεύχονταν, ἀλλά χάθηκαν. Καί ἔχουμε ἀνθρώπους στούς ὁποίους συνέβησαν τά πράγματα ὅπως λένε μερικοί πατέρες: «Ἐγώ δέν ἔκανα πολλά. Δέν πρόλαβα νά κάνω ἄσκηση πολλή, ἀλλά μόνο πίστεψα καί ταπεινώθηκα, καί ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε τή ζωή του, τή θεϊκή του ἐνέργεια» (Βλ. Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, ργα, ἐκδ. «Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας», Θεσσαλονίκη 2017, σ. 228).

Ἀσφαλῶς, χρειάζεται ἡ ἄσκηση, γιά νά δοθοῦμε στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Κάποιος ὅμως μπορεῖ ἀπόψε –ἐπιτρέψτε μου νά πῶ– νά ὠφελήθηκε, χωρίς νά χρειαστεῖ νά κάνει ὅλες αὐτές τίς μετάνοιες καί τίς νηστεῖες πού ἔκανε ἴσως κάποιος ἄλλος ἀπό μᾶς μέχρι σήμερα. Ὁ ὁποῖος ἴσως νά μήν πέτυχε μέ τήν ἄσκηση ὅσα ἔνιωσε ὁ ἄλλος ἀπόψε, ὁ ὁποῖος ἀποκαμωμένος πλέον καί ἀπελπισμένος ἀπό ὅ,τι ἔκανε μέχρι σήμερα –ὄχι ὅτι καί αὐτός δέν θά ἔχει κάνει τίποτε· διότι ὅ,τι ἔκανε μέχρι σήμερα ἤθελε καί αὐτό ἀγώνα– ἀποφασίζει νά ταπεινωθεῖ καί λέει: «Κύριέ μου, ἄν μέ ἐλεήσεις, ἐλεήθηκα. Ἄν δέν μέ ἐλεήσεις, ἀπό μένα προκοπή δέν ὑπάρχει».

Καί μπορεῖ νά εἶναι τόσο γνήσια αὐτή ἡ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πού ἀμέσως κιόλας αὐτός νά ἔχει τήν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ ἀπόψε. Χωρίς βέβαια νά σημαίνει αὐτό ὅτι τελείωσε. Θέλει ὕστερα ἀκόμη πιό πολύ ἀγώνα. Γιά νά γίνει κανείς κοινωνός τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, θέλει πολύ ἀγώνα. Ἀλλά καί γιά νά κρατήσει ὕστερα αὐτή τήν κοινωνία, θέλει ἀκόμη περισσότερο ἀγώνα, διότι θά πέσει ἐπάνω του καί ὁ διάβολος καί τό κακό πού εἶναι μέσα του, γιά νά τόν ἐμποδίσουν.

16-1-1972

26 Ὀκτωβρίου

Τοῦ ἁγίου μεγαλομάρτυρος 

Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου

Πῶς μποροῦμε καί ἐμεῖς νά ἁγιάσουμε;

Δημιουργοῦμε στεγανά 

καί ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ μένει μακριά

Καί τώρα θά προσπαθήσουμε ἐδῶ νά προσεγγίσουμε τόν ἅγιο, τόν ἅγιο Δημήτριο. Καθώς εἶδα ὅτι ἀρκετοί προσήλθατε ἀπόψε καί ἀρκετοί ἔχετε καί τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Δημητρίου, καί καθώς εἶναι καί πολιοῦχος τῆς Θεσσαλονίκης καί πολιοῦχος ὅλων μας ὁ ἅγιος Δημήτριος, μποροῦμε νά τόν γιορτάσουμε ἰδιαίτερα.

Ἰδού εἴμαστε μέσα στή θεία Λειτουργία, μέσα στό μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Παρών εἶναι ὁ Θεός, παρόντες καί οἱ ἅγιοι καί ὁ ἅγιος Δημήτριος. Καί διά τῆς πίστεως μποροῦμε νά νιώσουμε τήν παρουσία του περισσότερο ἀπό ὅ,τι νιώθουμε τόν διπλανό μας· τόσο εἶναι παρών ὁ ἅγιος. Ἀλλά, ὅπως ἔχουμε πεῖ καί ἄλλη φορά, δέν ἀρκεῖ μόνο νά συναχθοῦμε γιά νά τιμήσουμε τόν ἅγιο καί νά τόν παρακαλέσουμε νά μεσιτεύσει, νά πρεσβεύσει γιά τίς ὅποιες δυσκολίες καί γιά τά ὅποια αἰτήματα ἔχουμε. Μνήμη ἁγίου ἴσον μίμησις ἁγίου. Νά ἐμπνευστοῦμε ἀπό τόν ἅγιο καί νά μιμηθοῦμε τόν ἅγιο.

Σέ κάποια περίπτωση, σέ μιά ψυχή σήμερα χρειάστηκε νά πῶ: «Ὅλα καλά, ὅλα καλά, ἀλλά ἔχεις κάποιο στεγανό, καί δέν σέ ἀγγίζουν ἐκεῖνα πού πρέπει νά σέ ἀγγίξουν». Καί βέβαια, δέν ἔχει κανείς τυχαῖα τά στεγανά αὐτά –καί ποιός δέν ἔχει τέτοια στεγανά; Καθώς ὁ καθένας ἔχει θεοποιήσει τόν ἑαυτό του καί καθώς νιώθει τήν ἀνάγκη νά προστατεύσει τή θεοποίησή του αὐτή, δημιουργεῖ αὐτά τά στεγανά καί δέν ἀφήνει τίποτε νά πλησιάσει. Καί ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ μένει μακριά.

Ἔτσι γενικότερα θά ἔλεγα ὅτι ἔχουμε περιβάλει μέ ἕνα στεγανό, ἔχουμε ἐγκλείσει σ᾿ αὐτό καί τόν νοῦ μας καί τήν ὅλη ψυχή μας, καί δέν παίρνουμε εἴδηση ποιά εἶναι ἡ ἀλήθεια· καί δέν μᾶς προσεγγίζει, δέν μᾶς ἀγγίζει ἔτσι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Πόσες φορές δέν ἀκούσαμε τόν βίο τοῦ ἁγίου, πόσες φορές δέν μελετήσαμε καί οἱ ἴδιοι τούς βίους τῶν ἁγίων, ὅπως καί ἀπόψε ἐπίσης ἐδῶ, ἀλλά κάτι μᾶς κρατάει καί μᾶς κάνει νά μή θέλουμε νά ἔρθουμε στήν οὐσία τοῦ πράγματος, στήν ἀλήθεια, σ᾿ αὐτή τήν πραγματικότητα.

Ποιός ἀπό μᾶς, ἄς ποῦμε –πού καί ἐμεῖς στόν ἴδιο Χριστό πιστεύουμε, ὅπως πίστευε ὁ ἅγιος Δημήτριος– ποιός ἀπό μᾶς θά ἦταν ἕτοιμος νά τόν συλλάβουν; Καί ὄχι νά τόν συλλάβουν κάποιοι, νά τόν φυλακίσουν καί ἐκεῖ νά τόν περιποιηθοῦν, ἀλλά νά τόν συλλάβουν ἀκριβῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θά τόν θανατώσουν μέ ὁποιονδήποτε τρόπο, ἀδίστακτα, ἀλύπητα. Ποιός γνωρίζοντας αὐτά θά διακινδύνευε τή ζωή του; Ὁ ἅγιος πιστεύει στόν Χριστό· τελείωσε. Ἀπό κεῖ καί πέρα δέν τόν φοβίζει τίποτε. Τό μέλημά του εἶναι, ἀφοῦ βρῆκε τόν Χριστό, νά μήν τόν χάσει, μήν τυχόν ἀρνηθεῖ τόν Χριστό, μήν τυχόν τόν προδώσει. Καί βλέπουμε ἐδῶ ὅτι ἔτσι πιστεύει καί ὁ μαθητής του ὁ Νέστωρ.

Βέβαια, τά διαβάζουμε αὐτά, τά ἀκοῦμε σάν ἱστορίες, ἀλλά δέν ἀφήνουμε τόν νοῦ μας, τήν ψυχή μας νά προσεγγίσει τήν πραγματικότητα. Εἶναι ὅπως ὅταν παρακολουθεῖ κανείς ἐκ τοῦ μακρόθεν μιά μάχη, ἕναν πόλεμο, μιά μονομαχία. Κάθεται καί παρακολουθεῖ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς· ἀλλά δέν πάει τό μυαλό του ὅτι ὁ ἴδιος μπορεῖ νά κινδυνεύσει. Ἀλλιῶς, οὔτε θά πήγαινε οὔτε θά καθόταν ἐκεῖ. Ἔτσι λοιπόν τά διαβάζουμε καί τά ἀκοῦμε ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ὅλα αὐτά. Καί αὐτό πού λέμε ἔτσι ἁπλά «ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς» σημαίνει ἀκριβῶς αὐτό, ὅτι περιβάλλεται ὁ ἑαυτός μας μέ κάτι στεγανό καί δέν περνάει ἡ ἀλήθεια μέσα μας.

Δέν θά ἔπρεπε ὅλα αὐτά πού διαβάζουμε, πού ἀκοῦμε, ὅπως ἀπόψε τώρα, ἐμᾶς προπαντός τούς Θεσσαλονικεῖς, πού γνωρίζουμε καί ἀκοῦμε χρόνια γιά τόν ἅγιο Δημήτριο, πού τόν πιστεύουμε καί πολλές φορές ὅλοι μας λίγο πολύ θά προσευχηθήκαμε γιά νά πρεσβεύσει ὑπέρ ἡμῶν, δέν θά ἔπρεπε αὐτά νά μᾶς συγκλονίζουν;

Ὄχι ἁπλῶς νά θαυμάσουμε τόν ἀγώνα του καί τό μαρτύριό του, ὄχι ἁπλῶς νά τά ἐπαινέσουμε, ἤ, ἄν θέλετε, νά συγκινηθοῦμε κτλ. Νά μᾶς συγκλονίσει ἡ ζωή του, ἡ ὅλη στάση του, ἡ ὅλη γιορτή του νά μᾶς συγκλονίσει καί νά θελήσουμε νά γίνουμε ἀληθινοί καί νά θελήσουμε νά ἀκολουθήσουμε ἀληθινά τόν Χριστό, γιά νά γίνουμε ἀληθινά χριστιανοί.

Εἴδατε πῶς τό λέει ἐδῶ: «Καί Λυαῖον νικήσεις καί ὑπέρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις». Ἔτσι ἁπλά-ἁπλά τό λέει: «Θά νικήσεις τόν Λυαῖο». Κατ᾿ ἀρχήν ὁ ἅγιος Δημήτριος ἔχει αὐτή τή βεβαιότητα. Τόσο εἶναι συνεπαρμένος ἀπό τή χάρη τοῦ Χριστοῦ, τόσο μιλάει μέσα του τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πού δέν παίζει, ἄς ποῦμε, μέ τίς λέξεις, δέν ὑποθέτει, δέν ἐλπίζει ἁπλῶς νά γίνει κάτι· ἔχει μιά βεβαιότητα. «Καί Λυαῖον νικήσεις καί ὑπέρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις».

Καί ἀπό τήν πλευρά λοιπόν τοῦ ἁγίου Δημητρίου, ὁ ὁποῖος ξέρει τί τόν περιμένει στή συνέχεια, τί θά τοῦ συμβεῖ –πού πῆγαν καί τόν θανάτωσαν λογχεύοντάς τον– βλέπουμε αὐτή τή βεβαιότητα μέ τήν ὁποία ὁμιλεῖ, πού δείχνει ὅτι ἔχει τήν πληροφορία μέσα του ὅτι ἔτσι θά γίνει, δηλαδή καί θά νικήσει καί θά μαρτυρήσει ὁ Νέστωρ, καί ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἁγίου Νέστορος βλέπουμε τήν ἴδια βεβαιότητα.

Ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό, ὅ,τι κι ἄν μᾶς στοιχίσει;

Ἀλλιῶς δέν μποροῦμε νά καταλάβουμε τί σημαίνει νά γίνουμε ἀληθινοί, παρά μόνο ἄν πάρουμε τά πράγματα ἔτσι ὅπως θά ποῦμε: Ποιός ἀπό μᾶς τούς χριστιανούς σήμερα, πού κάνουμε καί τόν καλό, θά ἦταν ἕτοιμος νά τό πάρει ἀπόφαση νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό, ἔστω κι ἄν χρειαστεῖ νά χάσει τή ζωή του; Ὄχι μόνο θεωρητικά, πού καί ἔτσι λίγοι παίρνουν ἀπόφαση καί λένε: «Ὅ,τι θέλεις ἄς συμβεῖ, Θεέ μου. Θά σέ ἀκολουθήσω ὅ,τι κι ἄν μοῦ στοιχίσει». Λίγοι λένε μέ εἰλικρίνεια αὐτά τά λόγια. Ἀλλά καί πάνω στά πράγματα –δέν ξέρω– θά βρισκόταν κανείς ἕτοιμος νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό ὅ,τι κι ἄν τοῦ στοιχίσει; Ὅλο καί θά βρισκόταν βέβαια, ἀλλά οἱ πολλοί ὄχι. Νά ἔχουμε δηλαδή τή βεβαιότητα ὅτι, ἀκριβῶς ἐπειδή ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό, θά θανατωθοῦμε, θά χάσουμε τή ζωή μας.

Θά ἀπέφευγε κανείς νά δεχθεῖ κάτι τέτοιο καί μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν θέλει νά χάσει τή ζωή του, ἀλλά καί γιά τόν λόγο ὅτι θά πονέσει. Διότι ἄλλο εἶναι νά σέ πυροβολήσουν καί τελείωσες, καί ἄλλο εἶναι νά εἶσαι στά χέρια τῶν δημίων καί νά σέ κάνουν ὅ,τι θέλουν· νά σέ βασανίσουν καί νά σέ λογχεύσουν καί νά σέ τρυπήσουν μέ τά ξίφη, ἤ νά σέ ἀποκεφαλίσουν, ὅπως ἀποκεφάλισαν τόν ἅγιο Νέστορα· τοῦ ἔκοψαν τό κεφάλι. Αὐτά εἶναι πραγματικότητα. Γιά, νά φέρει κανείς στόν νοῦ του καί στήν ψυχή του τήν πραγματικότητα αὐτή!

Καί τώρα πού τά λέμε αὐτά, καθένας μας κρατοῦμε τή θέση μας. Δέν ξέρω ἄν κανείς ἀπό μᾶς ἀπόψε θά πληγωθεῖ βαθιά μέσα του ἀπό τήν ἀλήθεια αὐτή, ἀπό τήν πραγματικότητα αὐτή καί θά πεῖ: «Θεέ μου! Θεέ μου, τί ψευτοχριστιανός ἤμουν ὥς τώρα! Ἀξίωσέ με, Χριστέ μου, νά γίνω χριστιανός ὅπως μέ θέλεις, ἔτσι ὅπως ἦταν ὁ ἅγιος Δημήτριος, ὅπως ἦταν ὁ ἅγιος Νέστωρ». Βέβαια, δέν σημαίνει ὅτι μᾶς περιμένει κάποιο μαρτύριο, ἀλλά κάπως ἔτσι εἶναι ὅλα ἐκεῖνα πού καλούμαστε νά πάθουμε σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο· ὅλα αὐτά πού παθαίνουμε.

Μόλις πάρεις τήν ἀπόφαση νά γίνεις τοῦ Χριστοῦ, τότε ἔχεις νά πάθεις ὅλα αὐτά πού θά οἰκονομήσει ὁ Θεός, τό ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου· τό ἕνα τή μιά φορά, τό ἄλλο τήν ἄλλη φορά. Νά τά σηκώσει κανείς ἀγογγύστως, νά τά σηκώσει μέ χαρά. Ποτέ, ποτέ νά μήν ἀφήσει τόν ἑαυτό του νά πεῖ: «Καλά ὅλα τά ἄλλα, ἀλλά τοῦτο…» Ὄχι. Καί αὐτό καί τό ἄλλο καί τό ἄλλο νά τά σηκώσεις. Τίποτε· οὔτε νά παραπονεθεῖς οὔτε νά γογγύσεις οὔτε νά ἀρχίσεις τά «γιατί». Σέ καμιά περίπτωση. Ὅλα νά τά δεχθεῖς, πού ὅλα μαζί εἶναι ἕνα μαρτύριο.

Ἄραγε θά φτάσει αὐτή ἡ ἀλήθεια μέσα στήν ψυχή μας, καί θά γίνει αὐτή ἡ καλή ἀλλοίωση; Θά ξεγλιτώσουμε ἀπό τό στεγανό πού δέν ἀφήνει τήν ἀλήθεια νά φτάσει μέσα μας ἤ θά μείνουμε πάλι ἔτσι;

Ὁ Κύριος κάνει σέ κάποιους χατίρι;

Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί πού ξέρουμε μερικά πράγματα, πρέπει νά ἀνησυχήσουμε. Πῶς τότε στήν ἐποχή τῶν μαρτύρων γινόταν ἔτσι; Καί ἀργότερα πάλι μέ τούς ἀναχωρητές πῶς γινόταν ἔτσι; Πῶς καί σήμερα ἀκόμη, ἐλαχιστότατες ψυχές, ἐλαχιστότατες, κάτι-κάτι κάνουν στή σχέση τους μέ τόν Θεό, κάτι συμβαίνει στίς ψυχές αὐτές καί κυριολεκτικά τίς κατακτᾶ ὁ Κύριος, τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, καί γίνονται ὄργανά του; Δέν εἶναι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἀπό κάπου ἀλλοῦ· ὅμοιοι μέ ἐμᾶς εἶναι.

Μπορεῖ νά φαίνεται ὅτι «ἔ, νά, αὐτόν τόν ἀνέλαβε ὁ Θεός, τόν βοηθάει ὁ Θεός, καί γίνεται ἔτσι». Μπορεῖ νά φαίνεται, ὅπως λέγαμε καί ἄλλη φορά, σάν νά κάνει κάποιο χατίρι ὁ Κύριος, σάν δηλαδή κάποιον νά τόν διαλέγει καί χατιρικά νά τοῦ φέρεται. Ὄχι· δέν εἶναι ἔτσι, δέν εἶναι. Ὁποιοσδήποτε κι ἄν θελήσει νά εἶναι ἀληθινός μέ τόν Κύριο καί νά σταθεῖ ἐνώπιόν του ἀληθινά καί χωρίς ὑποκρισία καί ψέμα καί χωρίς φοβία καί δειλία καί τέτοια, ὅποιος κι ἄν εἶναι, ὁ Θεός τόν ἀναλαμβάνει.

Γι᾿ αὐτό ἔχουμε στήν Ἐκκλησία ἁγίους πού προέρχονται ἀπό κάθε τάξη καί ἀπό κάθε κατάσταση. Μποροῦσε ποτέ κανείς νά ὑποθέσει, νά φανταστεῖ ὅτι ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, αὐτή πού ζοῦσε τόσο ἄσχημη ζωή, ἡ ὁσία Πελαγία, ἡ ἁγία Ταϊσία καί ἄλλες, θά γίνουν οἱ ἐκλεκτές ψυχές τοῦ Θεοῦ; Ζοῦσαν μέσα στό σκοτάδι, μέσα στήν ἁμαρτία, ἀλλά ὁ Θεός εἶδε ὅτι ἅμα κάνει ἕνα θαῦμα καί τίς προσεγγίσει, θά ποῦν τό ναί, ἀπόλυτα θά ποῦν τό ναί, ὅπως καί ἔγινε.

Μοῦ κάνει ἐντύπωση, ἀπό ὅ,τι παρακολουθῶ, ἀπό ὅ,τι βλέπω ἀναφέρομαι σ᾿ ἐμᾶς πού γνωριζόμαστε· ἄς ἀφήσουμε τόν ἄλλο κόσμο– τό ὅτι σέ ὅλες τίς ψυχές ὁ Θεός κάνει μιά συγκατάβαση. Χωρίς δηλαδή νά τό ἀξίζει ἡ ψυχή καί χωρίς πολύ-πολύ νά καταλαβαίνει, μπαίνει ὁ Κύριος διά τοῦ Πνεύματός του καί τή γλυκαίνει καί τῆς δίνει μιά ἀλλιώτικη κατάσταση. Καί εἶναι αὐτό ἀκριβῶς ἕνα τέτοιο πράγμα. Σάν νά λέει ὁ Κύριος: «Καί ἐσένα, ἄν ἀνταποκριθεῖς, θά σέ ἁγιάσω. Καί ἐσένα θά σέ καθαρίσω καί ἐσένα θά σέ γλυκάνω, καί θά ἔχεις τήν ὅλη χαρά, ἐάν ἀνταποκριθεῖς».

«Ὁ Θεός ἄγγιξε τήν ψυχή μου.

Καί ἐγώ ἔκανα τόν ἀδιάφορο»

Βλέπουμε ὅμως ὅτι δέν ἀνταποκρίνονται οἱ ψυχές. Χαίρονται ἐκείνη τήν ὥρα, ἐκεῖνες τίς ἡμέρες, πού τίς ἐπισκέπτεται ὁ Θεός, καί ὕστερα δέν ἀνταποκρίνονται. Κάνουν ὅτι εἶναι κουφές οἱ ψυχές, κάνουν ὅτι δέν καταλαβαίνουν· τάχα δυσκολεύονται. Ἐνῶ αὐτό εἶναι τό χαρακτηριστικό τῶν ἁγίων: ἡ ἀνταπόκριση. Ὁ Θεός βρίσκει λοιπόν τρόπο ὡς Θεός νά μπεῖ μέσα στήν καθεμιά ψυχή· ἀλλά οἱ περισσότερες δέν ἀνταποκρίνονται.

Δέν ξέρω ἄν ἐδῶ μπορῶ νά χρησιμοποιήσω τό ἑξῆς παράδειγμα: Θά ἔχετε ἀκούσει ἴσως ὅτι μερικές φορές οἱ γιατροί, καθώς βλέπουν μιά ἀκτινογραφία θώρακος, πού σοῦ ζήτησαν νά κάνεις, ρωτοῦν: «Μήπως πέρασες φυματίωση;» «Ὄχι, ὄχι. Δέν πέρασα», ἀπαντᾶς. Καί ὅμως ὁ γιατρός βλέπει παλιά στοιχεῖα φυματιώσεως στήν ἀκτινογραφία. Δηλαδή χωρίς νά τό καταλάβει ὁ ἄνθρωπος, τό μικρόβιο ἔκανε μιά ἐπίθεση στόν ὀργανισμό του καί τοῦ ἔκανε κάποιο κακό. Ἀλλά ὁ ὀργανισμός τά κατάφερε καί τό τακτοποίησε τό θέμα, καί δέν πῆρε εἴδηση καθόλου ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος· οὔτε πυρετό εἶχε οὔτε τίποτε. Καί ἁπλῶς πληροφορεῖται ὕστερα ἀπό χρόνια ὅτι κάτι τέτοιο εἶχε γίνει.

Αὐτό βέβαια ἐδῶ εἶναι καλό πού γίνεται ἔτσι, διότι προλαβαίνει ὁ ὀργανισμός καί ἀντιδρᾶ, καί δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε τό μικρόβιο. Δέν ἀνταποκρίνεται δηλαδή ὁ ὀργανισμός σ᾿ αὐτό πού θέλει τό μικρόβιο, δέν συμφωνεῖ μέ αὐτό. Στίς ἀντίθετες περιπτώσεις, πού ἔχει προδιάθεση ὁ ἄνθρωπος, σάν νά λέει: «Ὁρίστε, ἔλα μικρόβιο καί κάνε ὅ,τι θέλεις». Σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση τοῦ μικροβίου καλῶς γίνεται ἔτσι, καί δέν ἀνταποκρίνεται ὁ ἄνθρωπος.

Ἀλλά στήν περίπτωση γιά τήν ὁποία μιλοῦμε τώρα, ἔρχεται ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο. Ἔρχεται ὁ Θεός! Καθένας μας καί ἐδῶ, ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, ἄν τά ἐξετάσουμε καλά τά πράγματα, δέν μπορεῖ· θά βροῦμε κάποιες ἐπισκέψεις τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή μας. Ἀλλά ἰδιαίτερα ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως, ὅλοι θά βροῦμε τέτοιες ἐπισκέψεις. Ὅλοι θά ὁμολογήσουμε: «Ὁ Θεός ἦταν τότε πού μοῦ μιλοῦσε ἔτσι· ὁ Θεός ἦταν πού μέ εἶχε προσεγγίσει· ὁ Θεός ἦταν πού ἄγγιξε καί γλύκανε τήν ψυχή μου καί ἔγινε ἐκεῖνο τό θαυμαστό μέσα μου. Καί ἐγώ τί ἔκανα; Ἔκανα τόν κουτό, ἔκανα τόν ἀδιάφορο». Θά κάνει ὁ Θεός συγκατάβαση μιά φορά, θά κάνει δυό φορές· μετά σέ ἀφήνει.

Δέν εἶναι λοιπόν ἀλήθεια, ὅπως ἐμεῖς νομίζουμε, ὅτι σέ μερικούς κάτι κάνει χατιρικά ὁ Θεός, σέ μερικούς χαρίζεται, καί ἐμᾶς τούς ἄλλους μᾶς ἀφήνει. Ὄχι. Ἐμεῖς εἴμαστε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δέν θέλουμε νά ἀκούσουμε, δέν θέλουμε νά καταλάβουμε καί νά ἀνταποκριθοῦμε. Καί φυσικά μᾶς ἀφήνει ὕστερα ὁ Θεός· ὄχι ὅμως ὅτι χαρίζεται σέ κάποιους ἄλλους.

Ἀμέσως νά πεῖς τό ναί κατά ἀπόλυτο τρόπο

Αὐτό εἶναι τό χαρακτηριστικό τῶν ἁγίων ψυχῶν: ὅτι ἀνταποκρίνονται. Καί γι᾿ αὐτό, μπορεῖ νά εἶναι κάποια ψυχή στά βαθύτερα μέρη τῆς ἁμαρτίας καί ἄλλη νά εἶναι μέσα στά σκοτάδια, ἐπειδή ὅμως μπορεῖ νά βρέθηκαν σέ ἄσχημους δρόμους καί κακοτοπιές χωρίς νά τό καταλάβουν, ὁ Θεός πού ἀγαπάει ὅλες τίς ψυχές καί δέν θά ἀδικήσει καμία ψυχή, εἰσβάλλει σ᾿ αὐτές, καί ἐκεῖνες λένε τό ναί. Ἀμέσως λένε τό ναί κατά κοφτό, κατά ἀπόλυτο τρόπο, καί δέν κάνουν συμβιβασμούς.

Ἄλλες ὅμως ψυχές, ὄχι μόνο κάνουν μᾶλλον τόν ἀδιάφορο στό ἄγγιγμα τοῦ Θεοῦ –μπορεῖ νά γίνονται ὑποσυνείδητα αὐτά, καί νά μήν τό πολυαντιλαμβάνεται κανείς– ἀλλά κάνουν ὅτι δέν καταλαβαίνουν, καθώς δέν χρησιμοποιοῦν τό μυαλό τους. Καί ἐπιπλέον, ὄχι μόνο κάνει κανείς ὅτι δέν καταλαβαίνει, ἀλλά ἀμέσως ἐπιστρατεύει αὐτά τά στεγανά. Τρόπον τινά, στεγανοποιεῖ τήν ψυχή του, μήν τυχόν μπεῖ μέσα ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Καί φυτοζωεῖ κανείς καί περνάει ἡ ζωή, περνοῦν τά χρόνια, καί ἀναρωτιόμαστε: «Γιατί δέν προχωροῦμε; Γιατί δέν προκόπτουμε; Γιατί εἴμαστε σ᾿ αὐτά τά χάλια; Μήπως δέν μᾶς βοήθησε ὁ Θεός; Μήπως δέν θέλει ὁ Θεός;» Ἔχουμε ὅμως ἐμεῖς τέτοια διάθεση, ὅπως ἐδῶ οἱ ἅγιοι;

Ὁ ἅγιος Νέστωρ εἶναι καί αὐτός ἕνας νεανίας, ὅπως ὅλοι οἱ νέοι. Κάτι ἔχει μέσα του ὅμως, πού τοῦ δίνει αὐτή τή δύναμη καί τολμάει. Ἀλλά αὐτό τό κάτι τοῦ τό δίνει ὁ Θεός. Καί τοῦ τό δίνει, γιατί; Διότι ἀκριβῶς εἶναι προθυμότατος νά πεῖ τό ναί καί νά ἀνταποκριθεῖ.

Λιοντάρια ἀπό αὐτῆς τῆς πλευρᾶς ἀπόψε κιόλας μπορεῖ νά μᾶς κάνει ὅλους ὁ Θεός, ἐάν ἔτσι τά δοῦμε τά πράγματα καί δεῖ ὁ Θεός ὅτι ἔτσι θέλουμε νά ἀνταποκριθοῦμε. Ὄχι μόνο τά μικροπάθη καί τίς μικροαδυναμίες καί τά μικροπραγματάκια τά καθημερινά καί τά βάσανα –πού τίποτε δέν θά εἶναι αὐτά τότε γιά μᾶς– ἀλλά καί τά μεγάλα, τά ὁποιαδήποτε πού θά ἐπιτρέψει ὁ Θεός γιά τό καλό μας, θά τά σηκώσουμε ὅλα καί θά τά ξεπεράσουμε.

Ἄς γίνουν, λοιπόν, ἀπόψε ὁ ἅγιος Δημήτριος, ὁ ἅγιος Νέστωρ, ὁ ἅγιος Λοῦπος καί ὅλοι οἱ ἅγιοι παράδειγμά μας, γιά νά ἁγιάσουμε καί ἐμεῖς.

26-10-1995