ΒΙΒΛΙΟ
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Βιβλιόδετος Τόμος | Σελίδες 376 | Διάσταση 15χ21 | 2020
Αγιολογικα
A+
A
A-

45. Θέλεις νά ἁγιάσεις; Ὁμιλίες σέ ἑορτές ἁγίων – Δεκέμβριος

Θέλεις νά γιάσεις;

μιλίες σέ ορτές γίων

Δεκέμβριος

π. Συμεών Κραγιόπουλος

Ποιοί εἴμαστε ἐμεῖς, πού ὑποτίθεται ὅτι ἀγαποῦμε τόν Χριστό, θέλουμε νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό, ἀλλά μήν τυχόν γίνει λόγος γιά μαρτύριο; Βέβαια, τό ὅτι ἔχει κανείς μέσα του καημό –καθώς βλέπει νά μή γίνεται, νά μήν ἔχει γίνει ἀκόμη στήν ψυχή του αὐτό πού θέλει νά γίνει– εἶναι καί αὐτό μιά μαρτυρία ὅτι ἀγαπᾶ, ὅτι ποθεῖ τόν Χριστό. Ἀλλά βλέπετε τί πίστη ἔχει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος! Ὄχι ἁπλῶς τί μέγεθος πίστεως, ἀλλά τί εἶδος πίστεως, τί ποιότητα πίστεως! Πιστεύει δηλαδή ὅτι δέν θά γίνει τοῦ Χριστοῦ, ἐάν δέν περάσει ἀπό τό μαρτύριο.
Δέν θά δίσταζα νά πῶ: τώρα, αὐτή τή στιγμή νά ἀγκαλιάσουμε, ἀδελφοί μου, ὁ καθένας μας τό μαρτύριό μας. Λίγο πολύ ὁ καθένας μας γνωρίζουμε τί ἔχει ἐπί τοῦ παρόντος οἰκονομήσει ὁ Χριστός γιά μᾶς, ἀπό ποιό μαρτύριο πρέπει νά περάσουμε, γιά νά φθάσουμε στήν ἀγάπη του, γιά νά γίνουμε ὄντως δικοί του, νά ἑνωθοῦμε μαζί του, ἀλλά ἐμεῖς ἔτσι ἤ ἀλλιῶς τό ἀποφεύγουμε. Θά τολμοῦσα νά πῶ ὅτι ἐλαχιστότατοι χριστιανοί ἀνοίγουν τά μάτια τῆς ψυχῆς τους, τήν ὅλη ψυχή τους καί βλέπουν αὐτό τό ὁποῖο ὁ Κύριος ἔχει προθέσει ἐνώπιόν τους ὡς μαρτύριο καί τό ἀποδέχονται, τό ἀγκαλιάζουν καί δέν θέλουν μέ τίποτε νά ξεφύγουν ἀπό αὐτό. Οἱ ἄλλοι ἤ δέν τό βλέπουν ἤ τάχα ψάχνουν νά βροῦν ἄλλο τρόπο μαρτυρίου.

 

Κεντρική διάθεση: Ἐκδόσεις «Τό Περιβόλι τῆς Παναγίας»

https://toperivoli.gr/product/θέλεις-να-αγιάσεις-ομιλίες-σε-εορτές-α-2/

 

Περιεχόμενα

Εἰσαγωγή: Θά ἔπρεπε νά εἴμαστε ἅγιοι… 9

Ἀντί προλόγου: 

Πῶς θά μιμηθοῦμε τούς ἁγίους; 15

2 Τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν

Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου 29

4 Τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας 49

Τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Ἰωάννου 

τοῦ Δαμασκηνοῦ 56

5 Τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Σάββα 

τοῦ ἡγιασμένου (ὁ βίος) 65

Ὁ Θεός μᾶς βάζει 

στόν δρόμο τοῦ ἁγιασμοῦ 67

Ἔτσι ὅπως εἶσαι

στάσου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ 72

6 Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Νικολάου 

ἀρχιεπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας  

τοῦ θαυματουργοῦ (ὁ βίος) 80 

Ὁ χριστιανός νά εἶναι δίκαιος

ὅσο καί ὁ Θεός 82

Ἐκεῖ θά πᾶμε καί ἐμεῖς 88

9 Ἡ σύλληψις τῆς ἁγίας Ἄννης

μητρός τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου 94

12 Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Σπυρίδωνος 

τοῦ θαυματουργοῦ

Οἱ ἅγιοι θέλουν 

νά ἀπολαύσουμε ὅ,τι καί ἐκεῖνοι 111

 Νά βρεῖ τρόπο ὁ Κύριος 

νά μπεῖ μέσα στίς ψυχές μας 115

13 Τῶν ἁγίων ἐνδόξων μαρτύρων

Εὐστρατίου, Αὐξεντίου, Εὐγενίου, 

Μαρδαρίου καί Ὀρέστου 124

Τῆς ἁγίας μάρτυρος 

Λουκίας τῆς παρθένου 142

15 Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου

Νά ἀντέξεις τό μυστικό μαρτύριό σου 145   

Νά ἀνάψει ὁ ζῆλος μέσα στήν ψυχή μας 163

Ἀμέσως γίνεσαι ἄλλος ἄνθρωπος 164

17 Τῶν ἁγίων τριῶν παίδων 

Ἀνανίου, Ἀζαρίου, Μισαήλ 

καί Δανιήλ τοῦ προφήτου

Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Διονυσίου 

ἀρχιεπισκόπου Αἰγίνης 176

18 Τοῦ ἁγίου μάρτυρος Σεβαστιανοῦ 

καί τῶν σύν αὐτῷ 181

20 Τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Ἰγνατίου 

τοῦ Θεοφόρου

Τό πᾶν εἶναι 

νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Χριστό 185

…γιά νά ζυγίζουμε καί τή δική μας ζωή 194

Ποιότητα μαρτυρίου 197

21 Τῆς ἁγίας ἐνδόξου μάρτυρος Ἰουλιανῆς 205

22 Τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Ἀναστασίας 

τῆς Φαρμακολυτρίας,

τοῦ ἁγίου μάρτυρος Χρυσογόνου,

τῆς ἁγίας μάρτυρος Θεοδότης 

καί τῶν τριῶν τέκνων αὐτῆς 211

Τῶν προπατόρων τοῦ Κυρίου ἡμῶν 

Ἰησοῦ Χριστοῦ 213 

Πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος Θεῷ εὐαρεστησάντων, 

ἀπό Ἀδάμ ἄχρι καί Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος 

Ὁ Θεός

ὅλα τά βάζει μέσα στό σχέδιό του 217

Ἡ γραμμή τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

Ποιοί τή βρίσκουν; 221

25 Ἡ κατά σάρκα γέννησις 

τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ

Ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος,

γιά νά γίνει θεός ὁ ἄνθρωπος 224

Τί ἄλλο θέλει ὁ ἄνθρωπος γιά πάντα; 232

Ἡ ἀνθρωπότητα περίμενε τόν λυτρωτή,

ἀλλά ὄχι ὅπως αὐτός ἦρθε 239

26 Ἡ σύναξις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

Θεός καί ἱστορία. 

Ἡ εὐθύνη τῶν ἀνθρώπων 246

Ὁ Θεός «ἑαυτόν ἐκένωσεν» 257 

Λύτρωση εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός 266

27 Τοῦ ἁγίου πρωτομάρτυρος καί ἀρχιδιακόνου

Στεφάνου (βίος) 280

Τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Θεοδώρου 

τοῦ Γραπτοῦ (βίος) 281

Ἀξιοποίησε τά παθήματά σου 

γιά τόν ἁγιασμό τῆς ψυχῆς σου 285

Ἔχουμε σκληρή καρδιά 

στή σχέση μας μέ τόν Θεό; 295 

Ἔχουμε βρεῖ τήν ἀλήθεια; 304

Τῶν ἁγίων Δαβίδ τοῦ προφητάνακτος, 

Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος 

καί Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου 311

29 Τῶν ἁγίων νηπίων 

τῶν ὑπό τοῦ Ἡρώδου ἀναιρεθέντων 330

30 Τῆς ἁγίας ὁσιομάρτυρος Ἀνυσίας 

τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ – Μέ τό μαρτύριο ὁλοκλήρωσε 

τήν ἀγάπη της πρός τόν Χριστό 332

Μέθη Χριστοῦ 335

31 Τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Μελάνης 

τῆς Ρωμαίας 338

Ἀντί ἐπιλόγου:

Περιμένουν καί ἐμᾶς στόν οὐρανό 347

 

Εἰσαγωγή

Θά ἔπρεπε νά εἴμαστε ἅγιοι…

Παραδέξου πέρα γιά πέρα ὅτι ἐσύ εἶσαι ὁ ἁμαρτωλός

Ὅπως καί ἄλλες φορές ἔτσι καί τώρα κανείς ἔχει πολλά μέσα του καί πολλά θέλει νά πεῖ, ἀλλά κατά κανόνα οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τό εὖ. Δέν εἶναι τό καλό στά πολλά καί ἑπομένως κάτι ἁπλῶς νά ποῦμε καί παρακαλῶ νά προσέξουμε. 

Ἔκανα ὁρισμένες σκέψεις αὐτές τίς ἡμέρες, καί χθές πού πηγαίναμε κάπου καί λέγαμε σχετικά μέ τό θέμα στό ὁποῖο θά ἀναφερθῶ, ἀλλά καί σήμερα στήν ἐξομολόγηση, καθώς πήραμε ἀφορμή καί ἀπό τό Γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος (Ψαλμ. 33, 9), πού τό ἀκοῦμε σέ κάθε Προηγιασμένη.

Ἐμεῖς τώρα εἴμαστε χριστιανοί. Εἴμαστε βαπτισμένοι, ἔχουμε μέσα μας τή χάρη τοῦ βαπτίσματος, ἔχουμε τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τοῦ μυστηρίου τοῦ χρίσματος, κοινωνοῦμε τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Χριστός. Ἡ χάρη του εἶναι ἡ χάρη. Τό Σῶμα του καί τό Αἷμα του εἶναι τό Σῶμα καί τό Αἷμα του. Δέν εἶναι ἰσχυρότερη ἡ δική μας κατάσταση –ἡ κατάσταση τῆς ἁμαρτίας, ἡ σκληροκαρδία μας, ἡ φτώχεια μας, πού πιό πολύ μαρτυρεῖ τήν παρουσία τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά εἴμαστε ἅγιοι. Ναί, δέν εἶναι τολμηρό αὐτό, καί κακῶς κάνουμε πού λέμε: «Ἔ, ἐμεῖς ἅγιοι…» Ἐφόσον πιστέψαμε στόν Χριστό, ἐφόσον μᾶς κάλεσε ὁ Κύριος καί μέ τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος ἑνώθηκε μαζί μας καί πεθάναμε μαζί του καί ἀναστηθήκαμε μαζί του –καί δέν εἶναι μόνο αὐτό, ἀλλά παίρνουμε, ὅπως εἴπαμε, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ– ἡ ζωή μας πρέπει νά εἶναι ἁγία.

Βέβαια τώρα ἔτσι ὅπως ζοῦμε ἐμεῖς ἀνέμελα, ἀδιάφορα, νομίζουμε ὅτι δέν γίνεται αὐτό. Ὅλοι λίγο πολύ νά, κάπως ἔτσι τά παίρνουμε. Εἶναι μεγάλο λάθος αὐτό· μεγάλο λάθος. Ὁ καθένας ἀπό μᾶς μπορεῖ νά σκεφτεῖ καί νά πεῖ: «Θεέ μου, ἐγώ ἔπρεπε νά εἶμαι ἅγιος. Ἀφοῦ μοῦ ἔδωσες τή χάρη σου, ἀφοῦ ἑνώθηκες μαζί μου, ἀφοῦ μοῦ δίνεις τό Σῶμα σου καί τό Αἷμα σου καί τρέφομαι μέ αὐτό, ἔπρεπε νά εἶναι ἁγία ἡ ζωή μου καί δέν εἶναι, Θεέ μου. Δέν εἶναι».

Ὅπως λέγαμε σέ μιά περίπτωση, δέν εἶναι ἁπλῶς ὅτι δέν εἴμαστε ἅγιοι, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά εἴμαστε, ἀλλά εἶναι καί τό ἑξῆς: ἐνῶ ὁ Κύριος μᾶς ἁγίασε μέ τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος καί τοῦ χρίσματος καί μᾶς ἁγιάζει συνεχῶς μέ τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας δίνοντάς μας τό Σῶμα του καί τό Αἷμα του, ἐμεῖς συνεχίζουμε νά εἴμαστε αὐτό πού εἴμαστε, καί ἔτσι βεβηλώνουμε κιόλας τόν Κύριο. Δέν φτάνει δηλαδή πού δέν εἴμαστε αὐτό πού ὁ Κύριος ἤθελε νά μᾶς φτιάξει, καί γι᾿ αὐτό μᾶς ἔκανε χριστιανούς καί δικούς του, ἀλλά τόν βεβηλώνουμε κιόλας.

Καί τί κάνουμε τώρα; Ὅλοι λίγο πολύ τό τακτοποιοῦν τό θέμα λέγοντας: «Ἔ, νά, ἔτσι εἴμαστε· δέν μποροῦμε, δέν γίνεται· εἴμαστε αὐτοί πού εἴμαστε. Τώρα εἶναι ἄλλες ἐποχές, τώρα εἶναι ἀλλιῶς τά πράγματα, εἶναι δύσκολα…» Καί δέν καταλαβαίνουμε, οἱ δυστυχεῖς, ὅτι παίρνοντάς τα ἔτσι τά πράγματα, τά κάνουμε ἀκόμη χειρότερα. Δηλαδή, ἐνῶ ἔπρεπε νά εἴμαστε ἅγιοι, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά εἶναι ἁγία ἡ ζωή μας, ὄχι μόνο εἴμαστε γεμάτοι ἀπό πάθη καί ἁμαρτίες, ἀλλά ἐπιπλέον δικαιολογοῦμε τόν ἑαυτό μας.

Τί σημαίνει τώρα ὅλο αὐτό στήν πράξη; Ὅτι τά βολεύουμε. Δηλαδή εἴμαστε ὅ,τι εἴμαστε καί συνεχίζουμε ἔτσι, ἐνῶ δέν εἶναι αὐτή ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἀληθινή στάση εἶναι αὐτή: παραδέξου πέρα γιά πέρα ὅτι ἔπρεπε νά εἶσαι ἅγιος καί δέν εἶσαι· ὅτι ἔπρεπε νά κοποῦν μέ τό μαχαίρι οἱ ἁμαρτίες, νά σταματήσουν τά πάθη καί ὅλες αὐτές οἱ τάσεις πρός τήν ἁμαρτία καί δέν σταματοῦν.

Γιά σκεφτεῖτε, ὅταν τό πάρουμε ἔτσι τό ὅλο θέμα, πόσο, πόσο θά ταπεινωθοῦμε: «Πώ πώ, Θεέ μου! Θεέ μου, συγχώρησέ με, συγχώρησέ με. Πῶς τά κατάφερα ἔτσι; Πῶς εἶμαι ἔτσι;» Καί σκεπτόμενος κανείς κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο, συνειδητοποιεῖ καλά-καλά τήν ἁμαρτία του: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἄκουγα γιά ἁμαρτία καί δέν καταλάβαινα· ἄκουγα γιά ἁμαρτωλούς καί δέν καταλάβαινα. Καί τώρα βλέπω ὅτι ἐγώ εἶμαι ὁ ἁμαρτωλός, ἐγώ ἔχω μέσα μου τήν ἁμαρτία, ἐγώ μέσα μου εἶμαι ἀκόμη ἄξεστος, εἶμαι ἔτσι πού δέν ἔχω καλλιεργήσει τήν ψυχή μου καί ζῶ ἀσώτως».

Ὁ Χριστός μᾶς περιμένει

Ἀκριβῶς ἔτσι κάνει ὁ ἄσωτος (Βλ. Λουκ. 15, 11-32). Δηλαδή, ἀρχικά κάνει ὅ,τι κάνει καί δέν καταλαβαίνει τίποτε. Καί ἔρχεται ἡ ὥρα πού, καθώς συνειδητοποιεῖ τό κατάντημά του, εἶναι σέ μιά κατάσταση τέτοια πού ἔρχεται στόν ἑαυτό του καί σκέφτεται: «Πώ πώ πώ, ποῦ κατάντησα! Πόσοι ἄλλοι πού εἶναι ἐκεῖ μισθωτοί στόν πατέρα μου περνοῦν πολύ καλά, καί ἐγώ ἐδῶ χάνομαι· χάνομαι». (Γι᾿ αὐτό καί ὁ Χριστός εἶπε παραβολή καί δέν πῆρε ἕνα συγκεκριμένο γεγονός· ἐπειδή ἡ παραβολή εἶναι γιά τόν καθένα.) Ὅταν λοιπόν ἀρχίσεις νά σκέφτεσαι ἔτσι, ὅταν ἀρχίσεις νά τά καταλαβαίνεις ἔτσι τά πράγματα, θά πεῖς: «Ἄ, ἐγώ εἶμαι ὁ ἄσωτος. Τί ψάχνω νά βρῶ ἄλλον ἄσωτο;» Καί, καθώς θά πιστεύεις ὅτι εἶσαι ἄσωτος, ἁμαρτωλός καί θά ταπεινώνεσαι, θά μετανοεῖς, ἀμέσως θά αἰσθάνεσαι μέσα σου ἔτσι πού οὔτε νά κατηγορήσεις κανέναν θά ἔχεις διάθεση οὔτε νά τά βάλεις μέ κανέναν οὔτε νά παραπονεθεῖς ὅτι τάχα τά πράγματα ἔρχονται δύσκολα καί δέν μπορεῖς νά τά βγάλεις πέρα.

Καθώς λοιπόν ὅλα τά παραπάνω θά συμβαίνουν μέσα σου, ξαφνικά θά ἔλθεις εἰς ἑαυτόν – ὅπως λέγεται στήν παραβολή γιά τόν ἄσωτο. Θά ἀρχίσεις δηλαδή ἀληθινά νά συνέρχεσαι, καθώς ἀληθινά θά δεῖς ὅτι εἶσαι χαμένος. Ἐνῶ ὁ Χριστός σοῦ ἔκανε τήν τιμή νά σέ δεχθεῖ μέ τό βάπτισμα καί νά σοῦ δίνει τό Σῶμα του καί τό Αἷμα του, ἐσύ εἶσαι χαμένος, εἶσαι ἄσωτος. Ἀληθινά θά τά αἰσθανθεῖς αὐτά καί θά ἀρχίσεις νά εἶσαι διαφορετικότερος στό θέμα τῆς προσευχῆς, στό θέμα τοῦ ἐκκλησιασμοῦ, στό θέμα τῆς μελέτης, στό θέμα τῆς συμπεριφορᾶς· ὅπως δηλαδή ὁ ἄσωτος πῆρε τόν δρόμο καί γύρισε στόν πατέρα του.

Μέ αὐτές τίς σκέψεις, πού πολύ μέ ἀπασχολοῦν αὐτές τίς ἡμέρες, νά προχωρήσουμε στήν πνευματική ζωή. Νά αἰσθανθοῦμε σάν τόν ἄσωτο υἱό, πού ὁ καημένος τελικά-τελικά ἦταν παιδί τοῦ πατέρα του· ἦταν παιδί του. Δέν εἶχε χαθεῖ αὐτή ἡ ἀλήθεια. Ἁπλῶς αὐτός εἶχε φύγει καί ὕστερα εἶδε ὅτι χάνεται.

Καί ἔχει μεγάλη σημασία ἐγώ, ἐσύ, ὁ καθένας μας, χριστιανοί ὄντες –ὅπως κι ἄν ἔχει τό πράγμα, εἴμαστε χριστιανοί, εἴμαστε βαπτισμένοι, ἔχουμε στή διάθεσή μας τή θεία Κοινωνία· ὅπως κι ἄν ἔχει τό πράγμα, ὁ Χριστός μᾶς περιμένει– ἔχει μεγάλη σημασία καί αὐτό εἶναι ὅλο τό θέμα, νά αἰσθανθοῦμε ἀκριβῶς ἔτσι: Ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλυμαι. Δηλαδή, ἀντί νά τά πάρεις ἀρνητικά: «Εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἔχουμε πάθη, ἔχουμε ἁμαρτίες, ἔχουμε βάσανα, δέν γίνεται τώρα…», νά τά πάρεις ἀλλιῶς. Νά πεῖς δηλαδή: «Ἄν ἔδειχνα λίγη καλή διάθεση, θά μέ εἶχε ἁγιάσει ὁ Κύριος, ἐνῶ ἐγώ εἶμαι σάν νά πεθαίνω ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς χάριτος, πού δέν τήν ἔχω ζωντανή μέσα μου».

Θέλεις δέν θέλεις, σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση ταπεινώνεσαι, ταπεινώνεσαι, ταπεινώνεσαι. Ἀλλά νά πεῖς καί: Ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου. Ὅπως ὁ ἄσωτος, πού μετενόησε ἀληθινά καί εἶπε:

«Θά κάνω αὐτό» καί σηκώθηκε καί πῆγε στόν πατέρα του. Καί ὁ πατέρας του τοῦ ἔδωσε ὅλο τόν παράδεισο –σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τῆς παραβολῆς.

Μᾶς περιμένει ὁ Χριστός· μᾶς περιμένει. Ἐμεῖς θέλουμε νά τά βλέπουμε κακομοίρικα τά πράγματα καί νά σερνόμαστε καί τάχα εἴμαστε χριστιανοί. Λοιπόν, μᾶς περιμένει ὁ Χριστός.

Δέν θά πῶ ἄλλα. Ἐλπίζω καί παρακαλῶ νά μᾶς φωτίσει ὁ Θεός καί νά μᾶς ἐλεήσει, ὥστε μέ αὐτά τά λίγα λόγια πού εἴπαμε νά βοηθηθοῦμε νά βάλουμε ἀληθινή ἀρχή καί νά βρεθοῦμε στόν δρόμο τῆς μετανοίας, τῆς ἐπιστροφῆς, στόν δρόμο αὐτόν πού μᾶς χαρίζεται ὁ παράδεισος.

8-4-2009

__

12 Δεκεμβρίου

Τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ

Νά βρεῖ τρόπο ὁ Κύριος νά μπεῖ μέσα στίς ψυχές μας

Μᾶς βρίσκει ὁ Χριστός ὅπως μᾶς θέλει;

Νά μοῦ ἐπιτρέψετε νά πάρω ἀφορμή ἀπό τό ὅτι γιορτάζουμε ἀπόψε τή μνήμη τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, καί νά πῶ δυό λόγια. Ὁ ἅγιος Σπυρίδων ἦταν ἕνας κοινός ἄνθρωπος καί αὐτός, ὅπως καί ἐμεῖς, ἀλλά ἔγινε ἄγγελος. Ἔπαψε νά εἶναι κοινός ἄνθρωπος· ἔγινε ἕνας ἄνθρωπος πού ζοῦσε σάν νά ἦταν στόν οὐρανό, ἐνῶ ἦταν στή γῆ. Δέν περίμεναν οὔτε αὐτός οὔτε οἱ ἄλλοι ἅγιοι νά γίνει αὐτό, ἀλλά καί ἡ χάρη ἐπίσης δέν περίμενε νά τούς ἁγιάσει, ἀφοῦ πρῶτα φύγουν ἀπό αὐτή τή ζωή, ὅπως κάποιοι ἴσως ἔτσι πρεσβεύουν: Ἐδῶ, σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο –λένε– ἁμαρτωλοί εἴμαστε, ἀλλά θά τελειώσει μιά μέρα ἡ ζωή αὐτή, καί ὅλους θά μᾶς ἁγιάσει ὁ Θεός. Ὄχι· δέν εἶναι ἔτσι. 

Ὁ ἅγιος Σπυρίδων –καί ὅλοι οἱ ἅγιοι– γνώρισε τόν Χριστό, πίστεψε στόν Χριστό, ἀγάπησε τόν Χριστό. Δέν περίμενε νά ἔρθει ἡ δευτέρα παρουσία καί τότε νά ἐλπίζει, ἀλλά τόν βρῆκε ἀμέσως τόν Χριστό. Τόν βρῆκε ὅλο τόν Χριστό καί τόν ἀγάπησε καί ἔδωσε τήν καρδιά του σ᾿ αὐτόν, καί ὁ Χριστός τόν βρῆκε ὅπως τόν ἤθελε. Πίστεψε ὁ ἅγιος. Τά πίστεψε ὅλα· δέν ἀφαίρεσε μερικά καί σέ μερικά μόνο πίστεψε. Τά πίστεψε ὅλα καί ἀγάπησε τόν Χριστό καί δόθηκε σ᾿ αὐτόν καί τοῦ εἶχε πλήρη ἐμπιστοσύνη, σάν νά μήν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο· τά πάντα ἦταν ὁ Χριστός. Καί ἔτσι, τόν βρῆκε ὁ Χριστός ὅπως τόν ἤθελε καί τόν χαρίτωσε. Δέν εἶπε ὁ Θεός: «Ἔ, τώρα, ἐδῶ στή γῆ ἁμαρτωλοί εἶναι οἱ ἄνθρωποι, ἄς μείνουν ἔτσι. Ὅταν θά γίνει ἡ δευτέρα παρουσία, θά τούς χαριτώσω». Ὄχι.

Ἦρθε ἡ χάρη μέσα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, πού ξεκίνησε ὡς ἕνας κοινός ἄνθρωπος καί αὐτός. Ἦρθε ἡ χάρη αὐτή τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν ψυχή του – ὅπως εἶναι στόν οὐρανό, εἶναι καί στή γῆ– καί τόν χαρίτωσε πάρα πολύ, τόν ἁγίασε καί τόν ἔκανε, ὅπως εἴπαμε, ἄγγελο ἐξ οὐρανοῦ, ἄνθρωπο πού ζοῦσε στόν οὐρανό. Καί γι᾿ αὐτό, ἐνῶ ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πού δέν ἤξερε πολλά πράγματα, πολλά γράμματα –ἤξερε πολύ λίγα– ἐνῶ ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ὅπως ὅλοι τότε, ὁ ὁποῖος ζοῦσε στήν ὕπαιθρο, εἶχε σχέση μέ τήν ὕπαιθρο, μέ τή γῆ, μέ τά ζῶα, ὅμως δέν τόν ἐμπόδισαν αὐτά νά ἀγαπήσει τόν Χριστό, νά ζητήσει τόν Χριστό, νά ἐμπιστευθεῖ τόν ἑαυτό του στόν Χριστό· δέν τόν ἐμπόδισαν.

Αὐτός πού δέν ἤξερε ὅσα ξέρουμε ἐμεῖς, αὐτός πού δέν διάβαζε ὅσα διαβάζουμε ἐμεῖς, αὐτός πού δέν εἶχε τή «σοφία», πού ὑποτίθεται ὅτι ἔχουμε ἐμεῖς, ἁπλά-ἁπλά βρῆκε τόν Χριστό, τόν ἀγάπησε, δόθηκε στόν Χριστό, καί ὁ Χριστός, ὅπως εἴπαμε, τόν βρῆκε ὅπως τόν ἤθελε καί τόν χαρίτωσε. Καί τόν ἔκανε ἅγιο. Καί ἔπαψε ὁ ἅγιος Σπυρίδων νά εἶναι ἕνας κοινός ἄνθρωπος, ἕνας ἄνθρωπος πού ἁπλῶς ἐργαζόταν στά χωράφια. Τόν ἔκανε ἅγιο, τόν θέωσε. Ἔκανε ὁ Χριστός σ᾿ αὐτόν αὐτό ἀκριβῶς γιά τό ὁποῖο ἦρθε, αὐτό ἀκριβῶς πού ὑποσχέθηκε.

Ὁ δρόμος ἄνοιξε, δέν ἔμειναν, ὅλα αὐτά τά ὁποῖα εἶπε ὁ Χριστός, ἁπλῶς λόγια, κάποια λόγια, γιά νά τά ἀκοῦν οἱ ἄνθρωποι, νά τά διαβάζουν, νά τά πιστεύουν κάπως καί νά ἐλπίζουν ὅτι κάποτε θά γίνει κάτι. Ὄχι. Ὅλα τώρα. Ὅλα τώρα στόν ἅγιο Σπυρίδωνα ἔγιναν πραγματικότητα, ὅπως ἀκριβῶς τά εἶπε ὁ Χριστός, ὅτι αὐτός πού πιστεύει σ᾿ αὐτόν, αὐτός πού τόν ἀκολουθεῖ, αὐτός πού κάνει τίς ἐντολές του, αὐτός εἶναι πού τόν ἀγαπᾶ, ἀλλά καί ὁ Χριστός εἶναι πάλι πού θά τόν ἀγαπήσει καί θά ἔρθει καί θά κατοικήσει μέσα του (Βλ. Ἰω. 14, 21· 23). Τά πίστεψε ὁ ἅγιος, καί τοῦ τά ἔδωσε ὁ Κύριος. Καί ἔτσι εἶναι ὁ ἅγιος, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ, ὁ θεωμένος ἄνθρωπος.

Ἐνῶ ἐμεῖς… Βέβαια, ἀκοῦμε τό Εὐαγγέλιο, ξέρουμε λίγο γιά τό Εὐαγγέλιο, ἀσχολούμαστε μέ αὐτό, πηγαίνουμε στήν ἐκκλησία, πηγαίνουμε στά μυστήρια, ἀλλά δέν βρίσκουμε ἐκεῖ τόν παράδεισο, δέν βρίσκουμε ἐκεῖ τόν Θεό μας, τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Σπυρίδων παντοῦ, ὅπου κι ἄν βρισκόταν, ἦταν μέσα στόν παράδεισο, παντοῦ, ὅπου κι ἄν βρισκόταν, ἦταν γεμάτος χάρη Θεοῦ, παντοῦ ἦταν ὁ θεωμένος ἄνθρωπος, ὁ ἅγιος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά εἰδικότερα ὅταν ἦταν μέσα στόν ναό, μέσα στή θεία Λειτουργία, μέσα στό μυστήριο, λειτουργοῦσε καί νά, καί οἱ ἄγγελοι μαζί του – ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντας λέει τό ἀπολυτίκιό του. Καί ἄγγελοι μαζί του!

Ὁ ἅγιος τά ζοῦσε αὐτά καί δέν χρειαζόταν, ἄς ποῦμε, κάτι γιά νά βεβαιωθεῖ. Γράφτηκαν ὅμως γιά νά μείνουν σ᾿ ἐμᾶς καί νά τά ἀκοῦμε, ὥστε νά βεβαιωθοῦμε ὅτι δέν εἶναι τό Εὐαγγέλιο μόνο λόγια· ὅπου κάποια πράγματα λέγονται ἐκεῖ καί νά δοῦμε ἄν θά γίνουν, πότε θά γίνουν, πῶς θά γίνουν. Ὄχι, ὄχι. Ἦρθε πράγματι ὁ Χριστός, εἶναι πράγματι ἀληθινό τό Εὐαγγέλιο καί θά γίνουν ὅλα ὅπως εἶπε, καί ὅπως ἔγιναν καί γίνονται στούς ἁγίους.

Ὁ οὐρανός κατέβηκε κάτω, ἡ γῆ ἀνεβαίνει ἐπάνω, γίνεται κανείς στή γῆ ἄγγελος, ζεῖ στή γῆ σάν νά εἶναι στόν οὐρανό. Νά τό μάθουμε ὅλοι, νά τό ἀκούσουμε. Ἄνοιξε ὁ δρόμος, εἶναι ἀνοιχτός ὁ δρόμος· δέν εἶναι αὐτά λόγια. Καί φυσικά, ὅπως ξέρουμε, δέν εἶναι ὅλα αὐτά μόνο γιά μερικούς, σάν νά ἦταν οἱ ἅγιοι κάποιοι τυχεροί ἄνθρωποι. Καί γιά τόν ἅγιο Σπυρίδωνα δέν μποροῦμε νά ποῦμε: «Τί τυχερός πού ἦταν, πού τόν διάλεξε ὁ Χριστός, πού τοῦ ἔδειξε τήν εὔνοιά του, πού σ᾿ αὐτόν ἔδωσε ὅλα αὐτά τά βιώματα, πού τόν ἔκανε ἅγιο!» Δέν εἶναι ἔτσι. Δέν εἶναι κανένας τυχερός.

«Πώ πώ, γιά μένα αὐτά; Γιά μένα τόν ἁμαρτωλό, τόν ἀνάξιο…»

Ὁ δρόμος εἶναι ἀνοιχτός γιά ὅλους, καί ἡ χάρη εἶναι ἕτοιμη νά δοθεῖ σέ ὅλους. Καί ὁ καθένας μπορεῖ, ὅπως ὁ ἅγιος Σπυρίδων, ὅπως ὁ κάθε ἅγιος, ὅπως ὅλοι οἱ ἅγιοι, νά πιστέψει στόν Χριστό ἔτσι, νά ἀγαπήσει τόν Χριστό ἔτσι, νά δώσει τόν ἑαυτό του στόν Χριστό ἔτσι, καί ὁ καθένας μπορεῖ νά πάρει τή χάρη ὅπως τήν πῆρε ὁ ἅγιος Σπυρίδων, καί νά ἁγιασθεῖ καί νά θεωθεῖ.

Ἐάν κάποιος τά σκεφτεῖ αὐτά, τά δεῖ, καί τοῦ φανοῦν ὅτι εἶναι φοβερά πράγματα, ὑψηλά, ἀπλησίαστα, καί τρομάξει καί πεῖ: «Πώ πώ, γιά μένα αὐτά; Γιά μένα τόν ἁμαρτωλό, τόν ἀνάξιο…», καί αὐτό καλό εἶναι. Ἤ δηλαδή κάνει κανείς ὅπως ἔκαναν οἱ ἅγιοι, ἤ ὅλα αὐτά τά βλέπει, τά πιστεύει, συγχρόνως ὅμως ὁμολογεῖ: «Καί γιά μένα εἶναι αὐτά, ἀλλά ἐγώ ὁ δειλός, ὁ τεμπέλης, ὁ ὀκνηρός, ὁ πονηρός, ὁ φιλήδονος, ὁ φίλαυτος, ὁ φιλόσαρκος δέν ἀποφασίζω νά μπῶ σ᾿ αὐτόν τόν δρόμο». Καί τουλάχιστον ταπεινώνεται, συντρίβεται, παραδέχεται ὅτι μέ εὐθύνη δική του δημιουργήθηκε ὅλη αὐτή ἡ κατάστασή του. Παραδέχεται ὅτι δέν ἔχει λίγο κουράγιο νά προσπαθεῖ νά μένει στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ταπεινώνεται, συντρίβεται καί κοιτάει μέ δέος τά τοῦ Θεοῦ, τόν Θεό, τούς ἁγίους. Καί κάθεται στή γωνίτσα του ταπεινός, μετανοημένος, καί κράζει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με· ἐλέησόν με καί ἐμένα».

Δέν ξέρω ἄν ὑπάρχει κάποια ἄλλη στάση, κάποια ἄλλη θέση πού μπορεῖ νά πάρει κανείς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἅγιος Σπυρίδων καί οἱ ἄλλοι ἅγιοι δέν κοίταξαν τόν ἑαυτό τους, δέν φρόντισαν γιά τόν ἑαυτό τους μήν πάθει τίποτε, ἀλλά τόν ἔδωσαν εἰς θάνατον γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Καί τούς δέχτηκε ὁ Κύριος, καθώς τούς βρῆκε ὅπως τούς ἤθελε, καί τούς χαρίτωσε.

Ἤ λοιπόν κάνει κανείς αὐτό πού ἔκαναν οἱ ἅγιοι, ἤ κάνει τό ἄλλο πού εἴπαμε. Δηλαδή ἀναλαμβάνει ὅλη τήν εὐθύνη καί ὁμολογεῖ: «Θεέ μου, ἀσφαλῶς καί σ᾿ ἐμένα θέλεις νά ἐνεργήσεις ἔτσι, καί σ᾿ ἐμένα θέλεις νά δώσεις τή χάρη σου, καί ἐμένα θέλεις νά μέ ἁγιάσεις, ἀλλά νά, ἐγώ ὁ ταλαίπωρος, ὁ ὀκνηρός, ὁ ἁμαρτωλός, δυστυχῶς ἀγαπῶ τόν ἑαυτό μου· καί μοῦ ἀξίζει νά μέ πετάξεις κάπου ἐκεῖ στή γωνιά». Καί κλαίει κανείς τήν ἁμαρτία του, τήν ἀμετανοησία του, κλαίει τήν ὅλη ἀγάπη πού ἔχει στόν ἑαυτό του καί ξεκινάει νά ἀγαπήσει τόν Θεό.

Ὅπως εἴπαμε, αὐτό εἶναι ἡ δεύτερη καλή στάση. Ἡ πρώτη εἶναι ἐκείνη τῶν ἁγίων: ἀνταπόκριση πλήρης στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί ἡ δεύτερη: Τουλάχιστον νά ὁμολογεῖς ὅτι ὅλη ἡ εὐθύνη εἶναι δική σου, ὅλο τό λάθος εἶναι δικό σου, τουλάχιστον νά καταδικάζεις τόν ἑαυτό σου καί νά περιμένεις νά σέ ἐλεήσει καί ἐσένα ὁ Θεός. Καί θά σέ ἐλεήσει καί ἐσένα. Θά βρεῖ τρόπο ὁ Θεός καί θά σέ ἐλεήσει καί ἐσένα.

Δέν μπορεῖ νά δουλέψει μέσα μας ὁ Θεός

Μπορεῖ νά κάνω λάθος, ἀλλά ἕως ὅτου καταλάβω ὅτι κάνω λάθος, ἄν κάνω, ἔτσι θά πιστεύω καί ἔτσι θά λέω καί σέ ὅσους ἔρχονται νά ἀκούσουν: Δέν ἔχει ἄλλο δρόμο. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι καμώματα δικά μας. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι φτιασίδια δικά μας. Δέν πᾶμε στόν Θεό ὅπως μᾶς θέλει καί γι᾿ αὐτό δέν μπορεῖ νά δουλέψει μέσα μας ὁ Θεός ὅπως θέλει. Ἐνῶ θέλει νά μᾶς χαριτώσει, δέν μπορεῖ νά τό κάνει. Ἀσφαλῶς ἐμεῖς ἀντιδροῦμε, ἐμεῖς δέν παραδίδουμε τόν ἑαυτό μας στόν Θεό, καί γι᾿ αὐτό δέν δουλεύει ὁ Θεός μέσα μας, ἀλλά συγχρόνως θέλουμε νά νομίζουμε ὅτι καλά ἐνεργοῦμε, καλά τά λέμε, καλῶς φρονοῦμε. Καί βολεύουμε τά πράγματα· φτιάχνουμε δικές μας καταστάσεις. Καί χωρίς ἴσως νά τό κα-

ταλαβαίνουμε, φεύγουμε ἀπό ἐκεῖνες τίς θέσεις πού θά μᾶς δεῖ ὁ Θεός, θά σκύψει ἐπάνω μας καί θά μᾶς ἐλεήσει, θά μᾶς σώσει.

Αὐτή ἡ αὐτοδικαίωση τοῦ ἀνθρώπου, αὐτό τό βόλεμα πού θέλει ὁ ἄνθρωπος, αὐτό τό ὅτι κάνει κανείς τά δικά του ἀλλά θέλει νά τά παρουσιάσει σάν σωστά – κάνει τί κάνει κανείς, ἀλλά θέλει νά ἀποδείξει ὅτι αὐτό θέλει ὁ Θεός, ὅτι αὐτό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ– αὐτά δέν εἶναι ἁπλῶς ἐπικίνδυνα, δέν εἶναι ἁπλῶς μιά κάποια πλάνη. Θά χαθοῦμε· ἄν κάνουμε ἔτσι, θά χαθοῦμε, θά χάσουμε τίς ψυχές μας. Ἤ σώζεται κανείς ἤ χάνεται· δέν ὑπάρχει ἄλλη περίπτωση. Ἤ σώζεται ἤ χάνεται. Καί ἐμεῖς εἴμαστε ἱκανοί μόνο νά χάσουμε τόν ἑαυτό μας. Ὁ Θεός μπορεῖ νά μᾶς σώσει. Ἀλλά μᾶς θέλει βέβαια νά ὁρμοῦμε μέ ἀγάπη πρός αὐτόν.

Ἄν δέν κάνουμε ἔτσι, ἄν δέν μποροῦμε ἔτσι, ἄν νομίζουμε ὅτι δέν μποροῦμε, τουλάχιστον, ἐκεῖ πού μένουμε στήν ἀδράνειά μας, νά βλέπουμε τί κάνουμε, νά νιώθουμε τί κάνουμε, νά τό ὁμολογοῦμε, νά τό ἀναγνωρίζουμε, νά καταδικάζουμε τόν ἑαυτό μας καί νά περιμένουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ σωτηρία μετά εἶναι τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι δική μας· ἐκεῖνος θά μᾶς δώσει τή σωτηρία. Ἐνῶ μέ τά ἄλλα, πού εἶναι δικά μας, ὅπως εἴπαμε, καμώματα καί φτιασίδια, ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι θά σωθοῦμε, ἀλλά ἔτσι θά χαθοῦμε. Αὐτός πού θέλει νά σώσει τόν ἑαυτό του, αὐτός θά χάσει τόν ἑαυτό του. Αὐτός ὅμως πού θά χάσει τόν ἑαυτό του γιά μένα καί τό εὐαγγέλιο, αὐτός θά σώσει τόν ἑαυτό του (Βλ. Μάρκ. 8, 35. Ματθ. 10, 39· 16, 25. Λουκ. 9, 24). Εἶναι λόγια τοῦ Χριστοῦ.

«Κάντε ὅ,τι ἔκανα ἐγώ. Μιμηθεῖτε με»

Νιώθω νά εἶναι ἐδῶ ὁ ἅγιος, νιώθω νά εἶναι ἐδῶ μαζί μας. Πάντοτε συμβαίνει αὐτό, ἀλλά εἰδικά τώρα, ἐπειδή ἀκριβῶς τελοῦμε τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ὅπως εἴπαμε ἄλλη φορά, δέν μπορεῖ νά νοηθεῖ ἑορτή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας χωρίς τή θεία Λειτουργία. Ἐκεῖ εἶναι ὅλα. Ἀλλά πέρα ἀπό αὐτό, πάντοτε ὁ ἅγιος εἶναι ἐδῶ, μαζί μας.

Καί δέν ξέρω ἄν θά μᾶς ἔλεγε ἄλλα πράγματα ἀπό αὐτά: «Ὅ,τι ἔκανα ἐγώ –καί ὅ,τι ἔκαναν καί οἱ ἄλλοι ἅγιοι– νά κάνετε κι ἐσεῖς. Ἄν δέν τό κάνετε, τουλάχιστον σταθεῖτε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὁμολογῆστε: “Ἀπό ραθυμία, ἀπό πονηριά, ἀπό φιλοτομαρισμό καί τά ὅμοια, δέν κάνουμε, Θεέ μου, ἐκεῖνο πού πρέπει νά κάνουμε, ἐκεῖνο πού ἔκαναν οἱ ἅγιοί σου”».

Ἔτσι ἀκριβῶς θά μᾶς ἔλεγε: «Κάντε ὅ,τι ἔκανα ἐγώ. Μιμηθεῖτε με. Ἄν δέν τό κάνετε, ταπεινωθεῖτε τουλάχιστον, μετανοῆστε, καταδικάστε τόν ἑαυτό σας καί περιμένετε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί μή σηκώνετε κεφάλι, μήν ὑπερηφανεύεστε, μή θέλετε νά φτιάξετε δική σας θρησκεία, δική σας χριστιανική ζωή, δική σας πνευματική ζωή, δικά σας πράγματα».

Ὅ,τι κάνει ὁ Θεός, ὅ,τι κάνει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, αὐτά εἶναι τά πνευματικά. Ὅ,τι κάνει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτό εἶναι τό ἀληθινό, τό γνήσιο. Ὅ,τι κάνει ὁ ἄνθρωπος, καί τέλεια νά τό κάνει, ἀχρεῖος δοῦλος εἶναι, καί αὐτά ὅλα ἐπίσης πού κάνει ἕνα τίποτε εἶναι.

Πιστεύω ὅτι εἶναι ὁ ἅγιος ἐδῶ μαζί μας καί αὐτά περίπου, νομίζω, θά μᾶς ἔλεγε. Καί πιστεύω ὅτι δέχεται τήν παράκλησή μας. Νά τόν παρακαλέσουμε νά μεσιτεύσει στόν Θεό, ὥστε νά βρεῖ τρόπο ὁ οὐρανός, νά βρεῖ τρόπο ὁ Κύριος, ἀξιοποιώντας τή λίγη καλή διάθεση πού ἔχουμε, τό λίγο ἄνοιγμα πού ἔχουμε πρός αὐτόν –προπαντός ἀπόψε πού εἴμαστε ἐδῶ παρά τίς ἄσχημες καιρικές συνθῆκες· καί εἶναι ἕνα κάτι αὐτό– νά βρεῖ τρόπο νά μπεῖ μέσα στίς ψυχές μας διά τῆς χάριτός του, νά μᾶς φωτίσει, νά μᾶς βοηθήσει νά καταλάβουμε καί νά ξεκινήσουμε. Νά ξεκινήσουμε εἴτε μέ τήν ὁρμή τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀφοσιώσεως, εἴτε μέ τό νά ὁμολογήσουμε τίς ἁμαρτίες μας, νά κλάψουμε γι᾿ αὐτές, νά καταδικάσουμε τόν ἑαυτό μας.

12-12-1991

__