299. Ἡ ἀληθινή πίστη ὡς προσωπική Πεντηκοστή
Στήν 33η ἀπόκριση ὁ Γέροντας, ὁ ἀββᾶς Βαρσανούφιος, ἀπαντᾶ στόν Ἰωάννη _σ᾿ αὐτόν ἀπευθύνονται οἱ ἀποκρίσεις_ ὁ ὁποῖος εἶχε ρωτήσει τόν Γέροντα γιά τόν κατά σάρκα ἀδελφό του, πού σκεπτόταν νά ἀκολουθήσει τόν μονήρη βίο. Καί τοῦ εἶπε ὅ,τι εἶχε νά πεῖ ὁ Γέροντας, ὁ ἀββᾶς. Τώρα ἔχουμε τήν 34η ἐρώτηση καί ἀπάντηση. Πάλιν ἐκ δευτέρου ἐλθόντος τοῦ ἀδελφοῦ πρός αὐτόν, ἐθλίβετο διά τήν αὐτοῦ σωτηρίαν· καί ὑπεμίμνησκεν αὐτόν τῆς προτέρας αὐτοῦ ὑποσχέσεως· αὐτός δέ ᾔτησε σημεῖον αὐτῷ δοθῆναι περί τούτου παρά τοῦ Γέροντος.
Ὁ ἀδελφός τοῦ μοναχοῦ Ἰωάννη ἦλθε στόν Ἰωάννη γιά δεύτερη φορά καί ἐκεῖνος στενοχωριόταν γιά τή σωτηρία του καί τοῦ θύμιζε τήν ὑπόσχεση πού εἶχε δώσει νά γίνει μοναχός. Καί αὐτός διά τοῦ Ἰωάννου ζητάει νά τοῦ δοθεῖ σημεῖο περί τούτου παρά τοῦ Γέροντος. Δηλαδή ὁ Γέροντας νά δώσει ἕνα σημάδι γιά τή μοναχική του κλήση.
Καί ἐδήλωσεν ὁ Γέρων ταῦτα. Καί ὁ Γέροντας ἀπαντᾶ.