Διαφορα
A+
A
A-

297. Μ. Τρίτη ἑσπέρας

Μ. Τρίτη ἑσπέρας ( ὄρθρος τῆς Μ. Τετάρτης)

Ὁ ὄρθρος τῆς Μεγάλης Τρίτης γίνεται τή Δευτέρα τό βράδυ, ὁ ὄρθρος τῆς Μεγάλης Τετάρτης τήν Τρίτη τό βράδυ καί οὕτω καθεξῆς. Ἐδῶ καί πολλά χρόνια ἡ Ἐκκλησία, τό πατριαρχεῖο, ὅρισε, κανόνισε, νά γίνονται αὐτά ἀποβραδίς, διότι ἔτσι οἱ χριστιανοί τῆς σημερινῆς ἐποχῆς πού ἐργάζονται πρωί-πρωί μποροῦν νά παρακολουθήσουν αὐτές τίς ἀκολουθίες καί νά ὠφελοῦνται.

Ἀπόψε, λοιπόν, πού εἶναι ὁ ὄρθρος τῆς Μεγάλης Τετάρτης, ὅπως ἀκούσαμε ὅλοι μας, ὅταν διαβάστηκε τό συναξάρι –Τῇ Ἁγίᾳ καί Μεγάλῃ Τετάρτῃ, τῆς ἀλειψάσης τόν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικός μνείαν ποιεῖσθαι οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν– ἐθέσπισαν οἱ θειότατοι πατέρες νά ἐνθυμούμεθα, νά ποιοῦμεν μνείαν τῆς γυναίκας αὐτῆς, τῆς πόρνης, πού ἦρθε καί ἄλειψε μέ μύρο τόν Κύριο. Καί αὐτό, ἐπειδή αὐτό τό γεγονός ἔγινε πρό τοῦ σωτηρίου πάθους μικρόν, δηλαδή λίγο πιό μπροστά, κανά δυό μέρες πρίν ἀπό τήν ἡμέρα τοῦ πάθους, τή Μεγάλη Παρασκευή.

Νά ποῦμε ὅτι τή Μεγάλη Τρίτη, ἀκριβῶς τήν ὥρα πού μιλοῦσε ὁ  Κύριος στόν ναό τοῦ Σολομῶντος γιά τελευταία φορά, καί ἦταν συγκεντρωμένα τά πλήθη, κάποιοι ἔφεραν μιά γυναίκα μπροστά στόν Χριστό καί τοῦ εἶπαν: «Τή συλλάβαμε νά ἁμαρτάνει, νά μοιχεύει. Σύμφωνα μέ τόν νόμο πρέπει νά πετροβοληθεῖ. Τί θά τήν κάνουμε;» Βέβαια, αὐτοί κυρίως ἤθελαν νά φέρουν σέ δύσκολη θέση τόν Χριστό, τρόπον τινά, νά τόν πιάσουν: «Ἄ, βλέπεις, δέν μπορεῖς νά ἀπαντήσεις. Τί θά τήν κάνουμε; Καί περίμεναν τώρα τί θά πεῖ.

Περίμεναν νά πεῖ: «Ναί, νά τήν πετροβολήσετε», ὁπότε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, τρόπον τινά, ἔχανε τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ. Φτάνει μέχρι τοῦ σημείου  νά πεῖ νά πετροβολήσουν μιά γυναίκα; …Ὅσο ἁμαρτωλή κι ἄν εἶναι. Ἄν πάλι ἔλεγε: «Νά μήν τήν πετροβολήσετε», θά πήγαινε ἀντίθετα μέ τόν νόμο τοῦ Μωυσέως. Καί νόμισαν, δηλαδή, ὅτι μέ τό ἐρώτημα αὐτό καί μέ τήν πράξη τους αὐτή θά φέρουν σέ δύσκολη θέση τόν Χριστό. Καί ὁ Κύριος τούς ἀπάντησε τότε: Ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τόν λίθον βαλέτω.[1] Ὅποιος ἀπό σᾶς αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἀναμάρτητος, νά πάρει τήν πρώτη πέτρα νά τή ρίξει, γιά νά ἀκολουθήσουν καί οἱ ἄλλοι. Καί ἔσκυψε κάτω καί σκάλιζε στήν ἄμμο ὁ Κύριος –μπροστά του ἤδη ἦταν φοβισμένη ἡ γυναίκα αὐτή, πού οὔτε ἤξερε τί θά τῆς συμβεῖ· περίμενε τόν θάνατό της, δηλαδή. Αὐτοί, οἱ Φαρισαῖοι πού ἔφεραν μπροστά στόν Χριστό τήν ἁμαρτωλή αὐτή δέν περίμεναν τέτοια ἀπάντηση, καί ὅταν ἄκουσαν: ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τόν λίθο βαλέτω,  τί νά κάνουν; Ἕνας-ἕνας ἄρχισαν νά φεύγουν ὅλοι. Καί κάποτε σήκωσε τό κεφάλι ὁ Χριστός, πού τρόπον τινά, εἶχε μείνει μόνος του μέ τή γυναίκα αὐτή –ἴσως ἦταν καί κάποιοι μαθηταί– καί τῆς λέει: Οὐδείς σέ κατέκρινε;Κανένας λοιπόν, δέν πῆρε τήν ἀπόφαση νά σέ καταδικάσει καί νά ἀρχίσει νά σέ πετροβολεῖ; Οὐδείς, λέει αὐτή. «Οὔτε ἐγώ σέ κατακρίνω!» Καί αὐτή, ἄλλο πού δέν ἤθελε, ἡ καημένη, φοβισμένη ἔτσι, ἔφυγε δρομέως. Καλά-καλά δέν καταλάβαινε τί γίνεται· τά εἶχε χαμένα.

Καί, εἴπαμε, ἦταν Μεγάλη Τρίτη μᾶλλον ὅταν γίνονταν αὐτά, τελευταία μέρα πού ὁ Χριστός κήρυξε τό Εὐαγγέλιο στόν ναό τοῦ Σολομῶντος. Μετά ἀποσύρθηκε στή Βηθανία –τό ἀπόγευμα τῆς Τρίτης– καί δέν ξαναεμφανίστηκε.

Αὐτή ἡ γυναίκα, ὅπως εἴπαμε, στήν ἀρχή τά εἶχε χαμένα, καί χρειάστηκε χρόνο ὡσότου νά συνέλθει. Φαίνεται, λοιπόν, τό βράδυ τῆς Τρίτης πῆγε καί ἀγόρασε μύρο, καθώς τῆς ἦρθε μετάνοια… Καί τήν ἄλλη μέρα πρωί-πρωί, φαίνεται, ἔχουσα μύρον πολύτιμον πῆγε καί ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ ἐκεῖ στή Βηθανία. Ὅπως λέει ἐδῶ ἕνα ἀπό τά τροπάρια στά ἀπόστιχα: Δέξαι με τήν μή βδελυχθεῖσαν παρά τῆς σῆς ἀγαθότητος,[2] δέξαι με ἐμένα καί συγχώρεσέ με, ἐμένα πού δέν μέ βδελύχθηκες –σάν νά ἔλεγε– χθές, πού μέ ἔφεραν ἐκεῖ μπροστά σου, καί ἔδειξες ὅλη τήν ἀγαθότητά σου ἀπέναντί μου.

Διαβάζουμε στό κατά Ματθαῖον εὐαγγέλιο:[3] «Στό μεταξύ ὁ Ἰησοῦς πῆγε στή Βηθανία στό σπίτι τοῦ Σίμωνα τοῦ λεπροῦ. Ἐκεῖ τόν πλησίασε μιά γυναίκα πού κρατοῦσε ἕνα ἀλαβάστρινο δοχεῖο μέ πάρα πολύ ἀκριβό μύρο κι ἔχυσε τό μύρο στό κεφάλι του καθώς ὁ Ἰησοῦς ἔτρωγε. Ὅταν τό εἶδαν αὐτό οἱ μαθητές, ἀγανάκτησαν: ‘’Πρός τί αὐτή ἡ σπατάλη;’’ ἔλεγαν». Αὐτά τά λόγια τά εἶπαν καί ὅταν ἦταν στό σπίτι τῆς Μάρθας καί τῆς Μαρίας, καί ἐκεῖ ἡ Μαρία ἦταν ἐκείνη ἡ ὁποία ἄλειψε τά πόδια τοῦ Κυρίου μέ μύρο. «’’Αὐτό τό μύρο θά μποροῦσε νά πουληθεῖ ἀκριβά καί τό ἀντίτιμο νά δοθεῖ στούς φτωχούς’’. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως κατάλαβε καί τούς εἶπε: ‘’Γιατί δημιουργεῖτε προβλήματα στή γυναίκα; Ἔκανε μιά καλή πράξη γιά μένα. Ὅσο γιά τούς φτωχούς, αὐτούς πάντοτε θά τούς ἔχετε μαζί σας· ἐμένα ὅμως δέν θά μ᾿ ἔχετε πάντοτε. Τό μύρο πού ἔριξε στό σῶμα μου αὐτή ἡ γυναίκα ἦταν προετοιμασία γιά τήν ταφή μου. Σᾶς βεβαιώνω ὅμως πώς σ᾿ ὅλο τόν κόσμο, ὅπου κι ἄν κηρυχθεῖ τό εὐαγγέλιο, θά γίνεται λόγος καί γιά τήν πράξη της κι ἔτσι θά τή θυμοῦνται’’».

Αὐτό εἶναι τό εὐαγγέλιο πού διαβάζεται αὔριο τό πρωί στήν Προηγιασμένη.

«Τότε ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ἕνας ἀπό τούς δώδεκα μαθητές, σηκώθηκε καί πῆγε στούς ἀρχιερεῖς καί τούς εἶπε: ‘’Τί θά μοῦ δώσετε; κι ἐγώ θά σᾶς τόν παραδώσω’’. Αὐτοί τοῦ μέτρησαν τριάκοντα ἀργύρια». Καί ἀκριβῶς ἡ προδοσία τοῦ Ἰούδα ἔγινε τήν Τετάρτη. Δηλαδή, πῆγε καί πῆρε τήν εὐλογία, τρόπον τινά, τῶν ἀρχιερέων, πού τοῦ ἔδωσαν τά τριάκοντα ἀργύρια, πληρώθηκε δηλαδή γι᾿ αὐτό, καί τούς ὑποσχέθηκε ὅτι θά τούς τόν παραδώσει. Καί ἀκριβῶς τή Μεγάλη Πέμπτη τό βράδυ, στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, πῆγε καί μέ φίλημα πρόδωσε τόν Χριστό, καί τόν συνέλαβαν.

Αὐτά τά τροπάρια ὅλα –ἀκόμη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ ὄρθρου, καί οἱ τρεῖς ὠδές, ἀλλά ἰδιαίτερα τά τροπάρια τῶν αἴνων καί τά τροπάρια τῶν ἀποστίχων, πού μόλις τά ἀκούσαμε προηγουμένως– εἶναι ἐμπνευσμένα ἀπό τό ὅλο γεγονός αὐτό· καί εἶναι ἄφθαστα. Μόνο αὐτά νά διαβάζει κανείς καί λίγο νά προσπαθεῖ νά τά καταλαβαίνει, ὄχι ἁπλῶς ὠφελεῖται, ἀλλά σάν νά ἔχει ἕνα κάτι αὐτή ἡ γυναίκα, πού τή συγχώρησε ὁ Χριστός, σάν νά ἔχει μιά χάρη ἰδιαίτερη. Καί ὅλα τά τῆς γυναικός αὐτῆς πού οἱ ὑμνογράφοι τῆς Ἐκκλησίας τά ἔκαναν τροπάρια καί τά ἐξέφρασαν ἔτσι σάν νά ἔχουν ἔτσι μιά χάρη καί σέ κάνουν νά αἰσθανθεῖς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ἄλλο εἶναι νά τά ἀκοῦμε αὐτά –καλό εἶναι, δέν εἶναι κακό– νά τά μελετοῦμε, καί ἄλλο εἶναι νά προσπαθήσουμε νά ἔρθουμε στήν πραγματικότητα αὐτῆς τῆς γυναίκας, ὅπως τήν παρουσιάζουν τά τροπάρια, καί νά γίνουμε κοινωνοί. Ὄχι ἁπλῶς νά θαυμάσουμε: «Πώ, πώ! τί γίνεται σ᾿ αὐτή τή γυναίκα! Πώ, πώ! Πῶς τή δέχεται ὁ Κύριος, πῶς τή συγχωράει!» Ἀλλά τελικά, ἄν θέλουμε νά ποῦμε τήν ἀλήθεια, ἡ καθεμιά ψυχή μπροστά στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μπροστά στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται, φανερώνεται πόσο βρώμικη εἶναι. Πόσο βρώμικη! Τόσο, πού καθόλου-καθόλου δέν εἶναι περισσότερο βρώμικη ἡ ζωή τῆς πόρνης. Ἀλλά ἔρχεται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ἀπόψε σκεπτόμουν, ἴσως περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά –καθώς ἀκοῦμε καί στό μέγα ἀπόδειπνο ἀνάλογα ἀναγνώσματα– ὅτι αὐτή εἶναι ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, τό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ: Σώζει τόν ἀνάξιο. Μέ τίποτε δέν μποροῦσε νά σωθεῖ αὐτή ἡ γυναίκα, μέ τίποτε· καί ἄλλες παρόμοιες περιπτώσεις, ἀλλά καί ὅλοι μας, μέ τίποτε δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε. Ναί. Καί μακάριος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά φτάσει στό σημεῖο νά νιώσει ἔτσι τήν ἀναξιότητά του καί θά ἐλπίσει στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί θά τόν ἀγγίξει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἔτσι. Σάν δηλαδή, νά, πῶς πίνεις νερό· π.χ. εἶσαι καταδιψασμένος καί πίνεις νερό. Τελείωσε. Πίνεις νερό, καί σέ ζωντανεύει. Λοιπόν, ἔτσι ἔρχεται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, κατά ἀληθινό τρόπο μέσα σου καί σέ ζωντανεύει, μέ τό νά σέ συγχωρεῖ ἐσένα τόν ἀνάξιο· ναί, σέ καταδέχεται ὁ Κύριος καί συγκαταβαίνει καί σέ συγχωρεῖ καί σέ δέχεται καί σέ ἁγιάζει καί σέ παίρνει μαζί του αἰώνια. Αὐτά εἶναι φοβερά γιά ὅποιον τά σκέπτεται, ἀλλά κυρίως γιά ὅποιον, ὅπως εἴπαμε, τά ἀγγίζει.

Λοιπόν, τώρα δέν θά ἦταν ἄσχημο λίγο, ἔστω λίγο, νά δοῦμε μαζί αὐτό τό τελευταῖο τροπάριο. Ἔχετε, βέβαια, βιβλία ὁπωσδήποτε, καί βλέπετε τά τροπάρια καί τό κείμενο καί τή μετάφραση δίπλα –ἄς εἶναι αἰωνία ἡ μνήμη τοῦ πατρός Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου, πού ἔκανε αὐτό τό βιβλιαράκι τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος· (εἶναι καί πολλά ἄλλα, καί τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας καί ἄλλων ἐκδοτικῶν οἴκων, πού ἐξέδωσαν τή Μεγάλη Ἑβδομάδα, ἀλλά μετάφραση ἔχει μόνο ὁ πατήρ Ἐπιφάνιος.) Καί ἀκοῦτε πῶς μεταφράζει τώρα αὐτό τό τελευταῖο τροπάριο πού ἐψάλη, τό δοξαστικό, πού τό συνέγραψε ἡ μοναχή Κασσιανή.

Πρίν ὅμως προχωρήσω, ἄς πῶ δυό λόγια πάλι –τά εἴχαμε πεῖ καί πέρσι καί προπέρσι– ἀλλά ἐμένα μοῦ ἔρχεται πάντοτε νά τά λέμε, καθώς ὁ κόσμος τά ἔχει μπερδέψει αὐτά τά πράγματα. Ἐνῶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὅλη ἡ ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης ἀναφέρεται σ᾿ αὐτή τήν πόρνη, πού τή δέχτηκε ὁ Χριστός καί τή συγχώρησε καί τήν καθάρισε ἀπό τόν ρύπο τῆς ἁμαρτίας, ὑπάρχει μιά ἱστορία σχετική μέ τήν ὑμνογράφο μοναχή Κασσιανή καί μέ τόν Θεόφιλο, τόν αὐτοκράτορα.

Κατά τή συνήθεια πού ὑπῆρχε τότε –φαίνεται γινόταν ἐπί χρόνια αὐτό– ὅταν ἐπρόκειτο νά παντρευτεῖ ὁ αὐτοκράτορας, ὁ Θεόφιλος ἐδῶ, τοῦ ἔφεραν ἕναν κάποιο ἀριθμό νεανίδων, γιά νά διαλέξει. Μεταξύ αὐτῶν πού εἶχαν κληθεῖ ἦταν καί ἡ Κασσιανή, μιά κόρη ἁπλῶς, πρίν γίνει μοναχή. Καθώς εἶδε τίς κορασίδες μπροστά του ὁ Θεόφιλος, πλησιάζει τήν Κασσιανή, γιά νά τῆς κάνει τήν πρόταση, καί τῆς λέει: «Ἐκ γυναικός ἐρρύη τά φαῦλα, ἀπό τή γυναίκα βγαίνουν ὅλα τά κακά». Καί αὐτή μέ πολλή ἑτοιμότητα λοιπόν, ναί, ἀκαριαῖα: «Ναί, λέει, ἀλλά καί ἐκ γυναικός ἐρρύη τά κρείττω, ἀπό τή γυναίκα βγῆκαν τά καλά». Καί ἐννοοῦσε ὅτι ἀπό τή γυναίκα γεννήθηκε ὁ Χριστός· ἀπό γυναίκα, ὄχι ἀπό ἄνδρα. Τό πρῶτο ἐννοοῦσε τήν Εὔα, ὅτι αὐτή ἦταν ἐκείνη ἡ ὁποία πῆγε καί πῆρε πρῶτα τόν καρπό καί παρέσυρε ἔπειτα καί τόν Ἀδάμ. Ὅταν ἀπάντησε ἔτσι –πού ἦταν, ἄν ἐπιτρέπεται νά ποῦμε τώρα, πολύ ἔξυπνη ἡ ἀπάντησή της– δέν τή σήκωσε τήν ἀπάντηση ὁ Θεόφιλος· σοῦ λέει: «Μ᾿ αὐτή δέν θά τά πάω καλά». Καί προχώρησε πιό κάτω, πῆγε στή Θεοδώρα, καί τῆς ἔκανε πρόταση· καί τελικά ἐκείνη ἔγινε αὐτοκράτειρα.

Ἡ Κασσιανή ἔγινε μοναχή –βέβαια, ὄχι ὅπως τήν παρουσιάζουν, ὅτι ἦταν πάρα πολύ λυπημένη καί πολύ στενοχωρημένη καί ἀπογοητευμένη καί δέν ξέρω τί. Αὐτό ἦταν κάτι σύνηθες τότε. Ἐδῶ καί αὐτοκράτειρες ἄφησαν, ἄς ποῦμε, τά βασιλικά ἐνδύματα καί πῆγαν καί ἔγιναν μοναχές. Ἐτσι λοιπόν, ἡ Κασσιανή ἔγινε μοναχή σ᾿ ἕνα ἀπό τά μοναστήρια στή βασιλεύουσα. Καί ὅταν ἔγραφε αὐτό τό τροπάριο: Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, ἐκεῖ μέσα στό μοναστήρι πού ἦταν στό κελί της –ἔτσι συνέπεσε, φαίνεται· ποιός ξέρει βέβαια, αὐτά δέν εἶναι ἀπόλυτα, ἀλλά κατά πᾶσα πιθανότητα εἶναι ἔτσι– κάποια στιγμή ἄκουσε πού εἶπαν ὅτι ἦρθε ὁ αὐτοκράτορας Θεόφιλος. Ἦρθε ὁ αὐτοκράτορας λοιπόν στό μοναστήρι καί πῆγε κατευθεῖαν στό κελί. Ἡ Κασσιανή ὅμως μόλις ἄκουσε, ἔφυγε ἀμέσως καί πῆγε μέσα στόν κῆπο καί χάθηκε. Καί λέγεται ἐδῶ –χωρίς πάλι νά εἶναι ἀπόλυτο, ἀλλά ταιριάζει ἀρκετά– ὅτι καθώς μπῆκε ὁ Θεόφιλος στό κελί, εἶδε στό γραφεῖο της ἐκεῖ ὅτι ἔγραφε αὐτό τό τροπάριο, τό ὁποῖο ἀναφερόταν στήν πόρνη πού ἄλειψε τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ μέ μύρο.

Ἐκείνη τήν ὥρα εἶχε φτάσει, φαίνεται, ἡ ἁγία Κασσιανή σ᾿ αὐτό τό σημεῖο τοῦ τροπαρίου: Δέξαι μου τάς πηγάς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τό ὕδωρ. Κάμφθητί μοι πρός τούς στεναγμούς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τούς οὐρανούς, τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει. Καταφιλήσω τούς ἀχράντους σου πόδας… Δηλαδή, ὅλα αὐτά εἶναι λόγια τῆς πόρνης, πού τή συγχωράει ὁ Κύριος, τή δέχεται ὁ Κύριος, καί αὐτή τώρα σύν τοῖς ἄλλοις λέει: «νά καταφιλήσω τούς ἀχράντους σου πόδας», ἀποσμήξω δέ τούτους, καί νά τούς σκουπίσω τούς πόδας σου τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις, μέ τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς μου.

 Σ᾿ αὐτό τό σημεῖο πιθανόν ἄκουσε ἡ Κασσιανή ὅτι ἔρχεται ὁ αὐτοκράτορας, καί σκέφτηκε: «Ἀφοῦ ἦρθε πρός τά ἐδῶ, ὁπωσδήποτε θά θελήσει νά ἔρθει καί στό δικό μου τό γραφεῖο». Καί ἔφυγε, πῆγε μέσα στόν κῆπο. Καί ὁ Θεόφιλος, πού φαίνεται ἦταν καί αὐτός ποιητής, πρόσθεσε σ᾿ αὐτό τό σημεῖο –πιθανόν δηλαδή νά εἶναι δικά του αὐτά τά λόγια: ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τό δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσίν ἠχηθεῖσα φόβῳ ἐκρύβη. Τό ὦνἐδῶ εἶναι μέ ὠμέγα· τῶν ὁποίων ποδιῶν, δηλαδή –πού λέει τώρα αὐτή ἡ πόρνη ὅτι «θά μυρώσω τά πόδια σου, θά τά σφογγίσω μέ τά μαλλιά μου»– τῶν ὁποίων αὐτῶν ποδιῶν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τό δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσίν ἠχηθεῖσα φόβῳ ἐκρύβη. Ὅταν, λοιπόν, πῆγε τό δειλινό ὁ Θεός στόν παράδεισο νά φωνάξει τόν Ἀδάμ –Ἀδάμ ποῦ εἶ; «Ποῦ εἶσαι Ἀδάμ»– καί τήν Εὔα, πού ἦταν κρυμμένοι ἀπό φόβο, διότι εἶχαν ἁμαρτήσει, ἡ Εὔα ἄκουσε τόν κρότο… Διότι γίνεται λόγος στήν Παλαιά Διαθήκη ὅτι ἄκουσαν τόν κρότο, καθώς ἐρχόταν ὁ Θεός περπατώντας μέσα στόν παράδεισο τό δειλινό. Καί τώρα αὐτά τά ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν του ὁ Θεόφιλος, καί μέ πολλή, ἄς ποῦμε ἔτσι, μαεστρία τά βάζει σ᾿ αὐτό τό σημεῖο: «τῶν ὁποίων ποδιῶν, λοιπόν, στόν παράδεισο τό δειλινό ἄκουσε τόν θόρυβο μέ τά αὐτιά της ἡ Εὔα, καί φοβήθηκε, καί πῆγε καί κρύφτηκε». Καί τώρα ἀκριβῶς ἡ Κασσιανή πῆγε νά κρυφτεῖ. Πρόσθεσε, δηλαδή, αὐτή μόνο τή φράση.

Ἦρθε μετά ἡ Κασσιανή καί εἶδε ὅτι κάποιος εἶχε προσθέσει αὐτή τή φράση στό τροπάριο καί ἔμαθε ὅτι ἦταν ὁ αὐτοκράτορας. Τῆς ἄρεσαν αὐτά τά λόγια πού ἔβαλε ἀκριβῶς σ᾿ αὐτό τό σημεῖο, σάν νά χρειάζονταν ἔτσι καί νά συμπλήρωναν τό ὅλο νόημα. Καί συμπλήρωσε στή συνέχεια ἡ ἴδια καί τά ὑπόλοιπα: Ἁμαρτιῶν μου τά πλήθη, καί κριμάτων σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;

Ἀλλά λίγο σύντομα-σύντομα, σᾶς παρακαλῶ, νά διαβάσουμε τή μετάφραση αὐτοῦ τοῦ φοβεροῦ ποιήματος, τοῦ τροπαρίου αὐτοῦ πού ἔκανε ἡ ἁγία Κασσιανή, καί μέ ὅλο αὐτό τό πνεῦμα πού λέμε ὅτι τό ἔκανε:

«Κύριε, ἡ γυνή ἡ ὁποία περιέπεσε εἰς πολλάς ἁμαρτίας, ἐπειδή ἐννόησεν ὅτι ἦσο Θεός, ἀναλαμβάνει ἔργον μυροφόρου καί θρηνῳδοῦσα φέρει εἰς Σέ μύρα διά νά Σέ ἀλείψῃ πρίν ἀκόμη ἐνταφιασθῇς. Καί λέγει: Ἀλλοίμονον εἰς ἐμέ! διότι ἐγώ ζῶ μέσα εἰς μίαν νύκτα, ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη ἀπό πυκνόν σκότος καί δέν φωτίζεται οὔτε ἀπό ἀμυδρόν φῶς, ὅπως εἶναι τό φῶς τῆς σελήνης· τρέχω πρός τήν σαρκικήν ἠδονήν ἀσυγκράτητος, ὅπως τρέχουν τά ζῷα ὅταν τά κεντήσῃ ἀλογόμυια· ζῶ κυριευμένη ἀπό τόν ἔρωτα τῆς ἁμαρτίας.

Ἀλλά Σύ, πού ὑψώνεις τά ὕδατα τῆς θαλάσσης, μεταβάλλων αὐτά εἰς νεφέλας, δέξαι τῶν δακρύων μου τό ἀκατάσχετον ρεῦμα. Λύγισε πρός ἐμέ, πού Σέ ἱκετεύω μέ τούς στεναγμούς τῆς καρδίας μου, Σύ, ὁ Ὁποῖος, μέ τήν ἀκατάληπτον καί ἀπερίγραπτον ἐνανθρώπισίν Σου, ἐχαμήλωσες τούς οὐρανούς. Θά φιλήσω μέ συνεχῆ καί ἀκατάπαυστα φιλήματα τούς ἀμολύντους πόδας Σου καί πάλιν θά τούς σπογγίσω μέ τάς πλεξίδας τῆς κεφαλῆς μου· αὐτούς τούς πόδας τῶν ὁποίων τόν βροντώδη ἦχον ὅταν ἤκουσε μέσα εἰς τόν Παράδεισον ἡ Εὔα, ἐκεῖνο τό δειλινόν, ἐφοβήθη καί ἀπό τόν φόβο της ἐκρύβη.

Τά πλήθη τῶν ἁμαρτιῶν μου, ἀλλά καί τά ἀπύθμενα βάθη τῶν κρίσεών Σου καί τῶν βουλῶν Σου (δηλαδή τούς μυστηριώδεις καί ἀπερινόητους τρόπους πού χρησιμοποιεῖς γιά τήν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων), ποῖος θά δυνηθῇ νά ἐξερευνήσῃ, ὦ ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Ὦ Σύ πού ἔχεις ἄπειρον τήν εὐσπλαγχνίαν, μή παραβλέψῃς ἐμέ τήν ἰδικήν Σου δούλην!»

Θά μπορούσαμε νά ποῦμε καί ἄλλα πολλά, ἀλλά ἔχει περάσει ἤδη ἡ ὥρα, γιά νά γίνει καί ἀπόλυση, νά πᾶμε εἰς τούς οἴκους μας!

 

30/03/2010

 

[1] Ἰω. 8, 7.

[2] Βλ. ΤΡΙΩΔΙΟΝ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΦΩΣ», σ. 417, Ἀπόστιχα Ἰδιόμελα ὄρθρου Μ. Τετάρτης

[3] Ματθ. 26, 6-13.