Τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου
Εἶναι ἀρκετά αὐτά πού θά χρειάζονταν νά ποῦμε ἀπόψε· θά προσπαθήσουμε νά τά ποῦμε σύντομα-σύντομα. Πρῶτα νά ἀναφερθοῦμε στό εὐχέλαιο δι᾿ ὀλίγων, τό ὁποῖο συνηθίζεται ἀπό παλιά νά γίνεται σ᾿ ὅλους τούς ναούς κάθε Μ. Τετάρτη τό ἀπόγευμα, καί γίνεται γιά ὅλο τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Κανονικά, ἐφόσον τό εὐχέλαιο εἶναι τό μυστήριο γιά τή θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν μας, πρέπει νά θεραπεύονται οἱ ἀσθένειές μας. Καί θά παρακαλέσω ἐδῶ νά προσέξουμε τό ἑξῆς. Ὁ καθένας ἀπό μᾶς πού εἴμαστε χριστιανοί ὀρθόδοξοι καί πιστεύουμε ἀπόλυτα στόν Χριστό, στήν Ἐκκλησία καί στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, πιστεύουμε ὅτι ἔνα ἀπό αὐτά εἶναι καί τό ἱερό εὐχέλαιο. Τό καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία ὡς μυστήριο, ἕβδομο μυστήριο, καθώς στηρίχθηκε στόν ἅγιο Ἰάκωβο, πού λέει κάτι ἀνάλογο στήν καθολική του ἐπιστολή: Ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; Προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας … καί ἀλείψαντες αὐτόν ἐλαίῳ, ἡ εὐχή τῆς πίστεως σώσει τόν κάμνοντα, κἄν ἁμαρτίας ᾗ πεποιηκώς ἀφεθήσεται αὐτῷ. Δηλαδή, τό θεωρεῖ δεδομένο νά καλέσουν οἱ ἀσθενεῖς, ὁ ἀσθενής τούς πρεσβυτέρους καί νά προσευχηθοῦν ἐκεῖνοι. Καί ἡ εὐχή αὐτή, ἡ ὅλη προσευχή αὐτή θά θεραπεύσει αὐτόν ὁ ὁποῖος εἶναι ἄρρωστος. Καί ἐπιπλέον θά τοῦ ἀφεθοῦν, λέει, οἱ ἁμαρτίες: κἄν ἁμαρτίας ᾗ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ. Κάνει ἐντύπωση ὅτι πρῶτα-πρῶτα θεραπεύεται, καί τό ἄλλο εἶναι ἐκ περισσοῦ, διότι, γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, τῆς μετανοίας.
Ἐμεῖς, λοιπόν, ὡς χριστιανοί ὀρθόδοξοι πρέπει ἀπόλυτα νά πιστεύουμε ὅτι τό εὐχέλαιο μᾶς θεραπεύει, ἀφοῦ εἶναι μυστήριο εἰδικό γιά τή θεραπεία τῶν ἀσθενειῶν. Ὅπως εἶναι ἀδιανόητο νά κάνουμε τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος καί νά μή βαπτίσουμε κάποιον· καί αὐτός πο βαπτίζουμε εἶναι πιά βαπτισμένος. Ἑπομένως, καί μέ τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου –ἐφόσον αὐτό εἶναι εἰδικά γιά τήν ἀσθένεια– ὁ καθένας πού δέχεται τή χρίση μέ τό ἔλαιον τοῦ εὐχελαίου, πρέπει νά θεραπεύεται. Ἕνας ὀρθόδοξος χριστιανός πρέπει νά θεραπευθεῖ. Ἤ θά πρέπει νά ἔχει ἀληθινή πίστη, νά ἔχει αὐτή τήν ἀπόλυτη πίστη καί νά θεραπευθεῖ ἤ, ἄν δέν θεραπευθεῖ, νά πιστεύει ὅτι ἄφησε ὁ Θεός τήν ἀσθένεια καί δέν τήν παίρνει, δέν τόν θεραπεύει, διότι συμφέρει σ᾿ αὐτόν νά εἶναι ἀσθενής, παρά νά θεραπευθεῖ.
Καταλαβαίνουμε τώρα πόσο ὠφελούμαστε, ὅταν αὐτό τό δεύτερο τό πάρουμε ἔτσι, ὅτι, «ἐφόσον ἔγινε τό εὐχέλαιο, ἔγινε τό μυστήριο, καί δέν θεραπεύτηκα, σημαίνει, ναί, χωρίς καμιά ἀμφιβολία ὅτι μοῦ χρειάζεται ἡ ἀσθένεια. Ἔτσι νά τήν πάρω, λοιπόν, τήν ἀσθένεια, ἔτσι νά τήν ὑπομείνω, ἔτσι νά τή σηκώσω καί νά χαίρω· ὅπως θά χαιρόμουν, ἐάν θεραπευόμουν». Ἐάν δέν συμβαίνει ἤ τό ἕνα ἤ τό ἄλλο, δέν ἔχουμε πίστη ὀρθοδόξου χριστιανοῦ. Κάνουμε μιά κάποια προσευχή, πᾶμε στήν ἐκκλησία, κάτι ζητοῦμε, ἀλλά, νά, εἴμαστε τυπικά χριστιανοί.
Ἑπομένως, ἀπόψε –ἐφόσον ἔγινε τό εὐχέλαιο– πρέπει ὅλοι ἀπό ἐδῶ νά φύγουμε ἤ θεραπευμένοι ἤ νά ἔχουμε τή βεβαιότητα μέσα μας ὅτι ἡ ἀσθένεια πού ἔχουμε εἶναι ὅ,τι καλύτερο, πού τό ἐπιτρέπει ὁ Θεός γιά τό καλό τῆς ψυχῆς μας: Γιά νά μετανοήσουμε καλύτερα, γιά νά ταπεινωθοῦμε καλύτερα, γιά νά πιστέψουμε καλύτερα, γιά νά παιδευτοῦμε καί ἔτσι νά ἐξαγιαστοῦμε. Ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, λοιπόν, πρέπει νά φύγουμε μέ χαρά μεγάλη. Τό ἕνα εἶναι αὐτό.
Ὁ Κύριος πόνεσε ὡς ἄνθρωπος
Τό ἄλλο εἶναι ὅτι κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση ἕνα τροπάριο πού ἔχει ἐδῶ. Λέει, λοιπόν, τό δοξαστικό τῶν αἴνων: Ὅν ἐκήρυξεν ἀμνόν Ἡσαΐας ἔρχεται ἐπί σφαγήν ἑκούσιον. Αὐτός ὁ ἀμνός, γιά τόν ὁποῖο μίλησε ὁ προφήτης Ἡσαΐας, ἔρχεται ἑκουσίως στή σφαγή, νά σφαγεῖ ὡς ἀμνός. Καί τόν νῶτον δίδωσιν εἰς μάστιγας. Καί πρίν φθάσει στή σφαγή δίνει τίς πλάτες του γιά νά τόν μαστιγώσουν, δίνει τάς σιαγόνας του γιά ραπίσματα, τό δέ πρόσωπον οὐκ ἀπεστράφη ἀπό αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων. Καί τό πρόσωπό του τό ἄφησε ἔτσι … Τόν ἔφτυναν –Τί ντροπή νά τόν φτύνουν, ἔ; Αἶσχος νά τόν φτύνουν– καί ὁ Κύριος δέν τό πῆρε τό πρόσωπο, ἄς ποῦμε· δέν ἀπέφυγε ὅλη αὐτή τή ντροπή. Μποροῦσε νά τό ἀποφύγει. Μποροῦσε ἕνα νεῦμα νά κάνει καί νά μαρμαρωθοῦν ὅλοι, νά κοκαλώσουν, νά πέσουν κάτω νεκροί. Ἀλλά τό δέχθηκε. Δέν ἀπέστρεψε τό πρόσωπό του ἀπό αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων.
Θανάτῳ δέ ἀσχήμονι καταδικάζεται. Καί καταδικάζεται τελικά, δέχεται ἑκουσίως ὁ Κύριος νά καταδικαστεῖ ὄχι εἰς θάνατον ἁπλῶς, ἀλλά εἰς σταυρικόν θάνατον, πού θεωροῦνταν καταραμένος, ἄς ποῦμε, αὐτός ὁ ὁποῖος τελικά σταυρωνόταν. Ἐπικατάρατος πᾶς ὁ κρεμάμενος ἐπί ξύλου. Ἄλλο ἁπλῶς νά θανατωθεῖ κανείς· ὅπως, ἄς ποῦμε, ἕνας Ρωμαῖος πολίτης. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα νά μαρτυρήσει, δέν τόν σταύρωσαν, ὅπως τόν ἀπόστολο Πέτρο, πού ἦταν Ἑβραῖος. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἦταν ἑβραϊκῆς καταγωγῆς, ἀλλά γεννήθηκε Ρωμαῖος πολίτης· ἐγενήθην, ἔλεγε, Ρωμαῖος πολίτης. Καί ὡς Ρωμαῖος πολίτης ἐσφάγη, ἔκοψαν τό κεφάλι του.
Λοιπόν, ὁ Κύριος καταδέχεται νά δεχθεῖ αὐτόν τόν ἀτιμωτικό θάνατο. Πάντα ὁ ἀναμάρτητος ἑκουσίως καταδέχεται. Ὅλα τά δέχεται ὁ ἀναμάρτητος Κύριος ἑκουσίως. Λίγο ἔτσι νά ἐμβαθύνουμε σ᾿ αὐτά, λίγο νά μελετήσουμε τίς λέξεις, τίς φράσεις, τά νοήματα, τό ὅλο πνεῦμα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν! Πού, ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι παραπονιόμαστε, στενοχωρούμαστε, τάχα ἔχουμε προβλήματα, τάχα ἔχουμε δυσκολίες, τάχα… Ὁ Κύριος ὅλα τά δέχθηκε ἑκουσίως. Καί τά δέχθηκε, παρακαλῶ, ὡς ἄνθρωπος. Πόνεσε ὡς ἄνθρωπος. Ἦταν Θεός, ἀλλά πόνεσε ὡς ἄνθρωπος. Χύθηκε τό αἷμα του, δέχθηκε ὅλες αὐτές τίς ἀτιμώσεις, τούς ἐμπτυσμούς κτλ. ὡς ἄνθρωπος.
Ὁ ἱερός Νιπτήρας, ὁ μυστικός Δεῖπνος,
ἡ ὑπερφυής Προσευχή καί ἡ Προδοσία
Ἀπόψε, πού εἶναι ὁ ὄρθρος τῆς Μ. Πέμπτης, στό συναξάρι τῆς ἡμέρας, λέει: Τῇ ἁγίᾳ καί μεγάλη Πέμπτῃοἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες, ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων Ἀποστόλων, καί ἱερῶν Εὐαγγελίων, παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτάζειν. Οἱ πατέρες, ἐμπνεόμενοι ἀπό τούς ἀποστόλους καί ἀπό τά εὐαγγέλια, καί παίρνοντας τά στοιχεῖα ἀπό ἐκεῖ, μᾶς παρέδωσαν νά γιορτάζουμε τέσσερα πράγματα: Τόν ἱερόν Νιπτῆρα, πού ὁ Χριστός ἔνιψε τά πόδια τῶν μαθητῶν –θά τό ἀκούσουμε αὐτό αὔριο βράδυ. Καί ἐνθυμούμεθα ὅλοι ὅτι, ὅταν τό ἔκανε αὐτό, εἶπε: Ὑπόδειγμα ἔδωκα ὑμῖν. Δηλαδή, ὁ Κύριος πού ἦταν Θεός ταπεινώθηκε ἐνώπιον τῶν μαθητῶν του καί ἔκανε αὐτή τήν ταπεινή ἐργασία: ἔπλυνε τά πόδια τους. Αὐτό δέν τό ἔκανε ἔτσι τυχαῖα οὔτε γιά ἐπίδειξη· ἀλλά τούς ἔδωσε ὑπόδειγμα.
Ἅμα θέλεις νά εἶσαι ὅπως σέ θέλει ὁ Θεός, πρέπει νά εἶσαι ταπεινός. Ταπεινός ὄχι θεωρητικά, ὄχι ἁπλῶς μέ λόγια, ἀλλά συγκεκριμένα. Στό σπήλαιο πῆγε καί γεννήθηκε ὁ Κύριος, τά πόδια τῶν μαθητῶν ἔπλυνε καί ἄλλα πολλά ἔκανε. Ἀλλά ἐδῶ πρέπει νά ποῦμε αὐτό πού λέει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος, ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι τό ἔνδυμα τῆς θεότητος. Δηλαδή, ὁ Θεός κρύφτηκε μέσα στήν ταπείνωση, γι᾿ αὐτό πῆρε σῶμα ἀνθρώπινο, γι᾿ αὐτό πῆγε στό σπήλαιο, γι᾿ αὐτό ἐδῶ τώρα πλένει τά πόδια τῶν μαθητῶν. Μόνο λίγο πάνω στό ὄρος Θαβώρ ἔδειξε τή θεϊκή του δόξα. Ὅλο τόν ἄλλο καιρό ἦταν κρυμμένος μέσα στό ἔνδυμα αὐτό τῆς ταπεινώσεως.
Ἄν θέλεις λίγο νά νιώσεις τόν Θεό, ἄν θέλεις λίγο νά πᾶς κοντά στόν Χριστό, νά σέ πιστέψει καί ὁ Χριστός καί νά ἔρθει νά ἀναπαυτεῖ μέσα σου, ταπείνωση! Τίποτε ἄλλο. Ὅσες ἀρετές κι ἄν ἔχεις, ἅμα δέν ταπεινωθεῖς… Διότι, αὐτή εἶναι ἡ ἁμαρτία πού ἔκανε ὁ ἄνθρωπος: Ὕψωσε τόν ἑαυτό του, καί ἀπό ἐκεῖ καί πέρα ἔχει θεοποιήσει τόν ἑαυτό του· μικροί, μεγάλοι καί μωρά τώρα βλέπεις, καί ὑψώνουν τό ἀνάστημά τους. Καί φαίνεται καθαρά ἐκεῖ μέσα αὐτό τό μίασμα, ὅτι ὁ ἄνθρωπος θεοποίησε τόν ἑαυτό του.
Οἱ ἀρχαῖοι δέν εἶχαν τόν ἀληθινό Θεό, πίστευαν στά εἴδωλα, ἀλλά μπορεῖ νά ἦταν λίγο καλύτερα πού πίστευαν σέ κάποιους θεούς ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό τους. Προπαντός στήν Ἑλλάδα, οἱ πάντες πρόσεχαν μήν τυχόν κάνουν κάτι, μήν τυχόν ποῦν κάτι, μήν τυχόν προχωρήσουν σέ σημεῖο, σέ περιοχή πού ἦταν τῶν θεῶν, καί αὐτό ἦταν μιά ὕβρις, μιά βλασφημία. Ἦταν προσεκτικοί.
Ἐνῶ ὁ σημερινός ἄνθρωπος –καί ἄς εἴμαστε χριστιανοί· δέν ὠφελεῖ σέ τίποτε μόνο τό ὄνομα– ὁ σημερινός ἄνθρωπος θεοποίησε τόν ἑαυτό του. Καί, ἄν προσέξετε, καί τό μικρό ἀκόμη παιδί εἶναι ἕτοιμο πρός τά ἐκεῖ νά πάει· δέν δέχεται κανένα ἐμπόδιο. Κάπως ἔτσι τά διδάσκουν οἱ διάφοροι ἁρμόδιοι στήν κοινωνία, καί ξύπνησε, λοιπόν, ἀπό μέσα αὐτό, πού μπῆκε σάν μίασμα μέσα στόν ἄνθρωπο μέ τήν παράβαση τῆς Εὔας καί τοῦ Ἀδάμ, ὅτι «ἅμα θά φᾶτε, θά γίνετε θεοί. Φᾶτε, λοιπόν, νά γίνετε θεοί». Καί δέν ἔγιναν θεοί, ἔγιναν αὐτό πού ἔγιναν. Ἀλλά ἔμεινε ὁ μολυσμός, ἔμεινε τό μίασμα αὐτό. Καί μέ τήν ἐλευθεριότητα, ἄς ποῦμε, πού μέ πολλούς τρόπους δίνουν σήμερα καί στά μικρά ἀκόμη παιδιά, ξύπνησε αὐτό τό πράγμα ἀπό μέσα, καί ὁ καθένας αὐτό θέλει· δέν τό λέει ἔτσι, ἀλλά οἱ ὅλες ἐνέργειές του καί τό ὅλο πνεῦμα του καί ἡ ὅλη στάση του εἶναι ὅτι εἶναι θεός.
Οἱ ἄλλοι ἔλεγαν ὅτι ὁ ἥλιος εἶναι θεός, τό βουνό εἶναι θεός ἀλλά εἶχαν ἕναν κάποιο φόβο. Ἐδῶ τώρα θεοποίησε ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του. Δέν ὑπάρχει χειρότερο ἀπό αὐτό. Νομίζω δέν ἔχει χειρότερο ἀπό αὐτό.
Καί ὁ Χριστός ἐδῶ, λοιπόν, δίνει ὐπόδειγμα στούς μαθητάς, ἔρχεται στόν κόσμο μέ ταπείνωση, περνάει ὅλη τή ζωή του μέ ταπείνωση, νίπτει τά πόδια τῶν μαθητῶν.
Ἑρμηνεία τῶν στίχων τοῦ συναξαρίου
Ἑορτάζουμε, λοιπόν, τόν ἱερόν Νιπτῆρα, τόν μυστικόν Δεῖπνον…, δηλαδή τήν παράδοση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἐπίσης, τήν ὑπερφιᾶ, λέει, Προσευχήν. Γιορτάζουμε ἐπίσης τήν προσευχή, δηλαδή, πού ἔκανε ὁ Χριστός στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Ἔχει κάτι ὡραίους στίχους τώρα, καί θά τούς δοῦμε ἐν συντομίᾳ. Καί τέταρτον, λέει, τήν Προδοσίαν.
Λοιπόν, ἔχουμε τούς στίχους στά τέσσερα αὐτά πού γιορτάζουμε ἀπόψε καί αὔριο. Σχετικά μέ τόν νιπτῆρα: Νίπτει Μαθητῶν ἑσπέρας Θεός πόδας… Παίζει μέ τίς λέξεις τώρα ἐδῶ ὁ στιχουργός, ἄν ἐπιτρέπεται νά ποῦμε ἔτσι: οὗ ποῦς πατῶν ἦν εἰς Ἐδέμ δείλης πάλαι. Πλένει τά πόδια τῶν μαθητῶν ὁ Θεός τό ἑσπέρας, τό βράδυ –ἐπειδή ἀκριβῶς ἔγινε τό βράδυ ὁ ἱερός νιπτήρας– οὗ ποῦς πατῶν ἦν εἰς Ἐδέμ· τοῦ ὁποίου Θεοῦ τό πόδι πατοῦσε ἐκεῖ στήν Ἐδέμ παλιά, ἐκεῖνο τό δειλινό πού περπατοῦσε ὁ Θεός μέσα στόν παράδεισο καί γύρευε τόν Ἀδάμ: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ; Ποῦ εἶσαι, Ἀδάμ;» Γιατί στήν Παλαιά Διαθήκη λέει ὅτι περπατοῦσε ὁ Θεός τό δειλινό, καί ἀκούστηκε ὁ κρότος ἀπό τά βήματά του –θυμάστε πού ἑρμηνεύσαμε καί ἐκείνη τή φράση, πού πιθανόν νά τήν ἔβαλε ὁ Θεόφιλος στό τροπάριο τῆς Κασσιανῆς.
Εἰς τόν δεῖπνον· στίχοι στόν μυστικό δεῖπνο. Διπλοῦς ὁ Δεῖπνος· Πάσχα γάρ νόμου φέρει, καί Πάσχα καινόν, Αἷμα, Σῶμα Δεσπότου. Διπλός ὁ δεῖπνος: φέρει καί τό Πάσχα τοῦ νόμου, ἀλλά καί τό καινούργιο Πάσχα. Τό καινούργιο Πάσχα, πού εἶναι ἀκριβῶς τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Βλέπετε, εἶπε στούς μαθητάς: «Ποῦ θά φᾶμε τό Πάσχα; Πηγαίνετε νά ἑτοιμάσετε», καί ἐννοοῦσε τό ἑβραϊκό Πάσχα. Ὁ Χριστός, ὅπως τό λέει: Οὐκ ἀπεστάλην, εἰ μή εἰς τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ, ἦρθε γιά τούς Ἑβραίους καί κάνει ὅλα τά ἑβραϊκά ἔθιμα· μαζί μέ τά ἄλλα, λοιπόν, καί τό Πάσχα. Ἀλλά τό κάνει μιά μέρα νωρίτερα· αὐτό εἶναι τό θέμα τώρα.
Σ᾿ αὐτό τό σημεῖο ἔχουμε κάποιες διαφορές μέ τούς καθολικούς. Οἱ καθολικοί χρησιμοποιοῦν ἄζυμο ἄρτο, ἐνῶ στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖται ἔνζυμος ἄρτος. Διότι, ὁ Χριστός τέλεσε τό Πάσχα καί ἔφαγε τήν προηγούμενη τῆς ἡμέρας τοῦ Πάσχα πού ἔτρωγαν τά ἄζυμα, ἑπομένως χρησιμοποίησε ἀληθινό ἄρτο, ἔνζυμο ἄρτο. Καί γι᾿ αὐτό ἐμεῖς στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία λειτουργοῦμε μέ ἄρτο πραγματικό, ἐνῶ οἱ καθολικοί μέ ἄζυμο.
Καί προχωροῦμε τώρα στήν ὑπερφυᾶ προσευχή. Ὁ στίχος: Προσεύχῃ· καί φόβητρα, θρόμβοι αἱμάτων, Χριστέ, προσώπου· παραιτούμενος δῆθεν θάνατον, ἐχθρόν ἐν τούτοις φενακίζων. Προσεύχεσαι, Χριστέ, καί ἀπό τό πρόσωπό σου τρέχουν ὡσεί θρόμβοι αἵματος. Ἔσταζαν στάλες αἵματος ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καθώς ἦταν ἐν ἀγωνίᾳ. Ἡ προσευχή τοῦ Χριστοῦ δηλαδή, κατ᾿ ἀρχήν εἶναι ἐν ἀγωνίᾳ. Πῶς ἕνας ἄνθρωπος ἀγωνιᾶ, εἶναι καί ὁ Χριστός ἐν ἀγωνίᾳ. Τρέχουν στάλες αἵματος.
Καί κατά κάποιον τρόπο, κάπου ἐκεῖ παραμονεύει ὁ διάβολος, ὁ ἐχθρός, αὐτός πού ἀκριβῶς τά ὀργανώνει ὅλα. Καί χαίρει χαράν μεγάλην ὁ διάβολος ὅτι λίγο-λίγο πετυχαίνει. Βλέπει τώρα τόν Χριστό νά ἀγωνιᾶ ὡς κοινός ἄνθρωπος, νά τρέχουν οἱ στάλες τοῦ αἵματος καί νά προσεύχεται ἔτσι: Πάτερ, εἰ δυνατόν παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο· δηλαδή, σάν νά φοβᾶται –ἐνῶ δέν εἶναι ἔτσι– σάν νά δειλιᾶ. Βέβαια, πρόσθετε καί τά ἄλλα λόγια, πού ὁ διάβολος δέν τά πρόσεχε ἐκεῖνα: Πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ, «ὄχι ὅπως θέλω ἐγώ, ἀλλά ὅπως θέλεις ἐσύ, Πατέρα οὐράνιε», καί ἔτσι ἔγινε, ὅπως ἤθελε ὁ οὐράνιος Πατέρας.
Ναί, ὁ Χριστός τώρα προσεύχεται ὡς ἕνας κοινός ἄνθρωπος, σάν νά δειλιᾶ, σάν νά φοβᾶται πρό τοῦ θανάτου πού ἔρχεται, διότι μετά ἀπό λίγες ὧρες θά καταδικαστεῖ καί θά ὁδηγηθεῖ στόν Γολγοθᾶ νά σταυρωθεῖ. Καί γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ, τρέχουν ὡσεί θρόμβοι αἵματος, στάλες αἵματος ἀπό τό πρόσωπό του. Παραιτούμενος δῆθεν θάνατον, ἐχθρόν ἐν τούτοις φενακίζων.
Εἶναι φοβεροί ὅλοι αὐτοί οἱ συγγραφεῖς ἐδῶ· φοβεροί! Πολλή χάρη Θεοῦ, πολλή φώτιση πρέπει νά εἶχαν, Πνεῦμα Ἅγιο. Καί μέ ὅλα αὐτά ἔδειχνες, Χριστέ, ὅτι σάν νά μήν ἤθελες νά πᾶς, ἄς ποῦμε, στόν θάνατο, παραιτούμενος δῆθεν. Σάν νά μήν ἤθελες· ἐνῶ ἑκουσίως ἔφτασες ὥς ἐδῶ καί ἑκουσίως πηγαίνεις στόν θάνατο, τώρα μ᾿ αὐτά πού συμβαίνουν στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, πού ἀγωνιᾶς, πού τρέχει τό αἷμα στάλες, πού κάνεις αὐτή τήν προσευχή, σάν νά παραιτεῖσαι, σάν νά μή θέλεις νά πᾶς.
Θάνατον ἐχθρόν ἐν τούτοις φενακίζων. Τά τροπάρια τό Μέγα Σάββατο, πού ὁ Χριστός εἶναι πλέον στόν Ἅδη, παρουσιάζουν τόν Ἅδη πολύ ζωντανά, σάν νά εἶναι κάτι ζωντανό ὁ Ἅδης, πού κατέπιε τόν Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως δέν εἶναι ἁπλῶς ὁ υἱός τῆς Μαρίας, ἀλλά εἶναι θεάνθρωπος. Καί παρουσιάζεται ἐκεῖ μετανιωμένος ὁ Ἅδης. «Τί ἤθελα καί τόν κατάπια; Τί ἤθελα καί τόν πῆρα μέσα στό στομάχι μου;» λέει ὁ Ἅδης, σάν νά εἶναι ἕνας ζωντανός μεγάλος ἄνθρωπος, πού ἔχει μέσα στό στομάχι του ὅλους τούς κεκοιμημένους. Καί τελικά, ὅπως τό ξέρουμε, δέν ἀντέχει. Πῶς νά κρατήσει μέσα του, στό στομάχι του τόν υἱό τῆς Μαρίας, πού εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ; Καί τόν βγάζει. Θά ἀναστηθεῖ, δηλαδή, ὁ Χριστός καί μαζί μ᾿ αὐτόν βγαίνουν καί πολλοί κεκοιμημένοι.
Ἔπρεπε τελικά, δηλαδή νά γίνει αὐτό: νά γίνει ἄνθρωπος ὁ ἴδιος ὁ Θεός, νά ζήσει ὡς ἄνθρωπος, προπαντός τίς ἡμέρες αὐτές πού εἶναι στήν Ἰερουσαλήμ καί φαίνεται τόσο ἀδύναμος, σάν ἕνας κοινός ἄνθρωπος, πού σάν νά μήν ἔχει κουράγιο, σάν νά μήν ἔχει δύναμη νά μπορεῖ νά θαυματουργήσει, αὐτός πού ἔκανε τόσα θαύματα –ὅπως τόν κοροϊδεύουν: «Ἐσύ πού γιάτρεψες ἐκεῖνον, ἐσύ πού θεράπευσες ἐκεῖνον, ἐσύ πού ἔσωσες, ἀνέστησες τόν ἄλλο, κατέβα ἀπό τόν σταυρό, νά πιστεύσουμε κι ἐμεῖς».
Ποιός ἀπό μᾶς, ἄς ποῦμε, τούς σπουδαίους, ποιός, ἄν ἤμασταν ἐκεῖ καί εἴχαμε τή δυνατότητα νά κατεβοῦμε ἀπό τόν σταυρό δέν θά κατεβαίναμε, ἔτσι νά δείξουμε τή δύναμή μας; Προσέξτε, νά δεῖτε ἐδῶ τώρα· τό ἔχει μέσα του ὁ ἄνθρωπος: ἀκόμη καί ὡς χριστιανός θέλει νά δείξει τάχα δύναμη. Ἐνῶ ἐδῶ ὁ Χριστός δείχνει τήν ἄκρα ἀδυναμία. Καί ἔτσι παγιδεύει τόν διάβολο καί φενακίζει τόν διάβολο, τόν ξεγελᾶ. Ὁ διάβολος νομίζει πώς πετυχαίνει, κάθεται ἐκεῖ μέ χαρά μεγάλη, ἀλλά μέ ὅλα αὐτά τόν ξεγελάει ὁ Χριστός καί τόν θανατώνει τελικά.
Καί τό τέταρτο, οἱ στίχοι γιά τήν προδοσία: Τί δή μαχαιρῶν; τί ξύλων, λαοπλάνοι… Τί ἔρχεστε μέ μαχαίρια καί μέ ξύλα, λαοπλάνοι; …Οἱ λαοπλάνοι, ὅλοι αὐτοί πού ἦρθαν νύχτα μέ μαχαίρια καί μέ ξύλα νά συλλάβουν τόν Χριστό στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ. Πρός τό θανεῖν πρόθυμον εἰς κόσμου λύτρον. Λαοπλάνοι, πού ξεγελᾶτε τόν κόσμο, τί ἔρχεστε, λοιπόν, μέ μαχαίρια, μέ ξύλα, νά συλλάβετε ποιόν; Αὐτόν ὁ ὁποῖος πρόθυμα πηγαίνει στόν θάνατο· ὁ ὁποῖος θάνατος θά γίνει λύτρον τοῦ κόσμου, θά λυτρώσει τόν κόσμο.
Λύτρον κόσμου. Δηλαδή, σάν νά ὑπάρχει κάποιο χρέος, ἄς ποῦμε, πού δέν μπορεῖ κανείς νά τό πληρώσει καί, τρόπον τινά, μέ τόν θάνατό του, μέ τό νά χύσει τό αἷμα του ὁ Χριστός –πού λέμε λύτρον ἀντί πολλῶν– πληρώνει γιά ὅλους. Ὑπάρχει, βέβαια, ἕνα ἐρώτημα: Ποῦ πλήρωσε ὁ Χριστός τό λύτρο αὐτό; Τά εἴχαμε πεῖ αὐτά παλαιότερα, τά λέει εἰδικότερα ὁ ἅγιος Καβάσιλας. Τό λύτρο δέν πληρώθηκε στόν Θεό. Εἶναι δυνατόν ὁ Πατήρ νά ζητάει ἀπό τόν Υἱό του λύτρο; Οὔτε στόν διάβολο. Εἶναι δυνατόν ὁ Θεός νά δίνει λύτρο στόν διάβολο γιά νά ἐξαγοράσει, ἄς ποῦμε, τόν ἄνθρωπο;
Ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι τό λύτρον
Αὐτή καθ᾿ ἑαυτήν ἡ θυσία, πού εἶναι ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι τό λύτρον. Καί ὅλο τό θέμα εἶναι νά ξυπνήσει αὐτό, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ καί ἔχει μέσα του θεϊκά πράγματα· ὄχι μέ τήν ἔννοια τῆς ἀκτίστου, ἄς ποῦμε, ἐνεργείας, ἀλλά μέ τήν ἔννοια τῆς κτιστῆς ἐνεργείας καί δυνάμεως. Τά ἔχει αὐτά μέσα του. Καί ἡ πράξη τοῦ θεανθρώπου, πού εἶναι ἡ ἄκρα ταπείνωση, ἡ ἄκρα ἀγάπη… ξυπνάει, ἄς ποῦμε, μέσα σου αὐτό ὅλο τό πράγμα: ὅτι εἶσαι κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ, ὅτι εἶσαι κτίσμα, πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶσαι προορισμένος γιά τήν αἰωνιότητα, ὅτι εἶσαι πλασμένος καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ. Ὁπότε παρακινεῖσαι νά σπεύσεις νά ὁμοιάσεις μέ τόν Θεό. Ναί, εἶναι μυστήριο ὅμως. Ἅμα δέν φωτίσει ὁ Θεός, δέν καταλαβαίνεις τίποτε. Κάτι διαβάζεις, κάτι παθαίνεις, ἀλλά δέν καταλαβαίνεις· δέν πάει τό μυστήριο βαθιά μέσα στήν καρδιά σου.
Γι᾿ αὐτό εἶναι σωστή ἡ παρατήρηση πού κάποια ψυχή σ᾿ ἕνα σημείωμα ἔγραφε, ὅτι, ἄν προσέξουμε ἔτσι τά χθεσινά τροπάρια, πού ἀναφέρονται στήν πόρνη… Ἡ πόρνη…, πόρνη ἦταν! Ἀλλά μέσα της ἔλαμψε ἡ θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἔλαμψε μέσα της καί ἔφθασε μέσα στά κατάβαθα τῆς ὑπάρξεώς της, ἔτσι ὅπως μιά ἀστραπή λάμπει μπροστά σου, ἄς ποῦμε, καί σέ κατακεραυνώνει καί γίνεσαι ἄλλος ἀπό αὐτό πού ἤσουν. Ναί, ἄστραψε μέσα της, λοιπόν, αὐτό: ὅτι αὐτός πού τήν ἔσωσε εἶναι ὁ Θεός.
Οἱ μαθητές στό ὄρος Θαβώρ εἶδαν τόν Χριστό πού ἔγινε ὅλος φῶς, ὅπως εἶναι πραγματικά. Αὐτή ἡ γυναίκα καί κάποιοι ἅγιοι, βλέπουν ἔτσι τόν Χριστό. Ὅπως ξέρετε, στό Ἅγιο Ὄρος, τήν ἐποχή τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, γινόταν πολύς λόγος ὅτι πολλοί ἀσκητές ἐκεῖ ἔβλεπαν τό θεῖο αὐτό φῶς. Αὐτό γοητεύει, αὐτό κυριολεκτικά κυριεύει τόν ἄνθρωπο καί τόν νεκρώνει, ἄς ποῦμε, ὡς πρός τά τοῦ κόσμου καί ὡς πρός τά μάταια πράγματα καί τόν ζωντανεύει γιά τά θεῖα πράγματα.
Ἡ γυναίκα αὐτή θέλχθηκε ἀπό τό ὅλο πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τήν ὅλη θεότητα τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τήν ὅλη λάμψη τή θεϊκή, πού ἔφθασε μέσα στήν ψυχή της. Αὐτά ἔγιναν σιωπηρῶς, μυστικῶς· δέν λέγονται, ἀλλά ἔγιναν. Καί, ἄν ἐπιτρέπεται νά ποῦμε, παλάβωσε μετά καί ἔτρεξε νά πάει νά τόν βρεῖ καί νά χύσει στό κεφάλι του τό μύρο. Ἔτσι εἶναι.
Ἐμεῖς εἴμαστε, πῶς νά ποῦμε, μικρόψυχοι. Ὁ σημερινός ἄνθρωπος εἶναι μικρόψυχος. Τόν ἐνδιαφέρει μόνο: Βγαίνει τίποτε μέ τόν λίγο κόπο πού κάνει; Βγάζει πολλά, βγάζει λίγα; Θά εὐχαριστηθεῖ, θά ἔχει νά φάει, θά ἔχει νά πιεῖ, θά ἔχει νά ἀγοράσει; Μικρόψυχος. Καί ἄν πεῖς καμιά προσευχή, μπορεῖ νά τήν προσέξει ὁ Θεός τήν προσευχή αὐτή, πού εἶναι, ἔτσι γιά νά ξεβγεῖς ἀπό μιά ὑποχρέωση;
Γιά, νά τά πάρουμε λίγο ἔτσι τά πράγματα! Προπαντός αὐτή τήν ἑβδομάδα, ὅλα μᾶς βοηθοῦν νά σταθοῦμε ἔτσι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θυμηθεῖτε αὐτό πού ἔχουμε πεῖ, ὅτι στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κυρίως λέμε: Ὁ ἄνθρωπος πάσχει τά θεῖα. Δηλαδή, ἔρχονται τά θεῖα πράγματα καί ἐσύ τά δέχεσαι. Τά δέχεσαι! Δέν εἶναι τόσο ὅτι ἐνεργεῖς. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐνεργεῖ, εἶναι ἐπικίνδυνο. Πιό πολύ ἡ ὅλη ἐνεργητικότητά του εἶναι νά προσμένει, νά δεχθεῖ, νά ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί νά θέλει νά χορτάσει τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί νά ἀνταποκριθεῖ μέ ἀγάπη.
Κάπως ἔτσι μποροῦμε νά καταλάβουμε καλύτερα, ἀλλά ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας ἀποδεικνύει, θά ἔλεγε κανείς, μέ τήν ἑρμηνεία του λέξη πρός λέξη, ποῦ ἀκριβῶς δόθηκε τό λύτρο. Καί κάνει λόγο γι᾿ αὐτή τήν ἀγάπη κτλ.
Τώρα γιά ἀπόψε νά τελειώσουμε ἐδῶ καί θά τά ποῦμε αὔριο.
01/05/2002