Ἡ ἀληθινή πίστη ὡς προσωπική Πεντηκοστή
Στήν 33η ἀπόκριση ὁ Γέροντας, ὁ ἀββᾶς Βαρσανούφιος, ἀπαντᾶ στόν Ἰωάννη _σ᾿ αὐτόν ἀπευθύνονται οἱ ἀποκρίσεις_ ὁ ὁποῖος εἶχε ρωτήσει τόν Γέροντα γιά τόν κατά σάρκα ἀδελφό του, πού σκεπτόταν νά ἀκολουθήσει τόν μονήρη βίο. Καί τοῦ εἶπε ὅ,τι εἶχε νά πεῖ ὁ Γέροντας, ὁ ἀββᾶς. Τώρα ἔχουμε τήν 34η ἐρώτηση καί ἀπάντηση.
***
Πάλιν ἐκ δευτέρου ἐλθόντος τοῦ ἀδελφοῦ πρός αὐτόν, ἐθλίβετο διά τήν αὐτοῦ σωτηρίαν· καί ὑπεμίμνησκεν αὐτόν τῆς προτέρας αὐτοῦ ὑποσχέσεως· αὐτός δέ ᾔτησε σημεῖον αὐτῷ δοθῆναι περί τούτου παρά τοῦ Γέροντος.
Ὁ ἀδελφός τοῦ μοναχοῦ Ἰωάννη ἦλθε στόν Ἰωάννη γιά δεύτερη φορά καί ἐκεῖνος στενοχωριόταν γιά τή σωτηρία του καί τοῦ θύμιζε τήν ὑπόσχεση πού εἶχε δώσει νά γίνει μοναχός. Καί αὐτός διά τοῦ Ἰωάννου ζητάει νά τοῦ δοθεῖ σημεῖο περί τούτου παρά τοῦ Γέροντος. Δηλαδή ὁ Γέροντας νά δώσει ἕνα σημάδι γιά τή μοναχική του κλήση.
Καί ἐδήλωσεν ὁ Γέρων ταῦτα. Καί ὁ Γέροντας ἀπαντᾶ.
***
Περί δέ τοῦ ἀδελφοῦ σου οὗ εἶπας, ἡ ἀπιστία πολεμεῖ αὐτῷ· καί αὕτη ἐστίν ἡ φαρισαϊκή αἵρεσις, πρός οὕς εἶπεν ὁ Κύριος «ὅτι ἡ γενεά αὕτη σημεῖον ἐπιζητεῖ, καί σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ».
Σχετικά μέ τόν ἀδελφό σου μάθε ὅτι τόν πολεμεῖ ἡ ἀπιστία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ φαρισαϊκή αἵρεση, πρός τούς ὁποίους Φαρισαίους ὁ Κύριος εἶπε· «Ἡ γενεά αὕτη σημεῖον ἐπιζητεῖ, καί σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ». Θυμᾶστε πού ζητοῦσαν οἱ Φαρισαῖοι κάποιο σημεῖο ἀπό τόν Χριστό, καί ὁ Χριστός τούς εἶπε «δέν θά σᾶς δοθεῖ σημεῖο», δηλαδή σημάδι.
Οὐκ ἔχω εἰπεῖν αὐτῷ, ἀλλά καθώς λέγει ὁ ἀπόστολος, «τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού γέγονε τά πάντα καινά»· καί τό «νῦν Ἰσραήλ»· καί τό «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τόν Θεόν σου»· καί τό «σήμερον ἐάν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε μή σκληρύνητε τάς καρδίας ὑμῶν».
Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. Εὖξαι ὑπέρ ἐμοῦ.
Ὁ ἀδελφός λοιπόν ζητάει σημεῖο. Δέν πρόκειται νά τοῦ δοθεῖ σημεῖο. Αὐτό εἶναι ἀπιστία. Τόν πολεμεῖ ἡ ἀπιστία, ἡ ὁποία εἶναι ἡ αἵρεση πού εἶχαν οἱ Φαρισαῖοι, πρός τούς ὁποίους εἶπε ὁ Κύριος· «Ἡ γενεά αὕτη σημεῖον ἐπιζητεῖ, καί σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ». Δέν ἔχω νά πῶ τίποτε ἄλλο στόν ἀδελφό σου, παρά αὐτά. Καί παραθέτει πάλι κατά τή συνήθειά του τέσσερα χωρία.
Ἔχουμε ὅση πίστη πρέπει νά ἔχουμε;
Πρῶτα γιά τό σημεῖο. Δέν ξέρω ἄν ὑπάρχει χριστιανός, πού δέν θά βροῦμε στά μύχια τῆς καρδιᾶς του νά ζητάει κάποιο σημεῖο, κάποιο σημάδι. Ὁπωσδήποτε θά ὑπάρχει· ἄς μήν εἶμαστε ἀπόλυτοι. Ἀλλά τό λέμε ἔτσι, γιά νά τό τονίσουμε πιό πολύ. Καί ἑπομένως, δέν ξέρω ἄν ὑπάρχει χριστιανός, πού νά ἔχει ὅση πίστη πρέπει νά ἔχει.
Ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος, καθώς ἑρμήνευε τά λόγια τοῦ Χριστοῦ· «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τά ἔργα ἅ ἐγώ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει καί μείζονα τούτων ποιήσει», ἀπευθυνόμενος στούς μοναχούς τοῦ κοινοβίου του ἔλεγε· Ἐλᾶτε λοιπόν μαζί μου νά πᾶμε καί σέ κάμπους καί σέ βουνά καί σέ ἐρήμους καί σέ κατοικημένους χώρους καί σέ κοσμικούς καί σέ μοναχούς καί νά ψάξουμε. Θά βροῦμε κανέναν πού νά ἔχει τέτοια πίστη, ὥστε νά κάνει τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ καί μείζονα τῶν ἔργων τοῦ Χριστοῦ; Γιατί εἶπε ὁ Χριστός· Αὐτός πού πιστεύει σ᾿ ἐμένα, θά κάνει τά ἔργα πού κάνω ἐγώ ὁ Χριστός _τό λέει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός_ «καί μείζονα τούτων ποιήσει», καί θά κάνει καί μεγαλύτερα ἔργα.
Ἡ ἀπιστία λοιπόν δέρνει λίγο-πολύ τούς πάντας. Ἀλλά σέ μερικές περιπτώσεις ἡ ἀπιστία εἶναι χαρακτηριστική. Ὅπως ἐδῶ πού τόν ἀδελφό τοῦ Ἰωάννη τόν πολεμεῖ ἡ ἀπιστία, καί γι᾿ αὐτό ζητάει σημεῖο.
Παίρνοντας ἀφορμή ἀπό αὐτό, νά δοῦμε καλύτερα καί πιό τίμια τά πράγματα. Πόσες φορές στεκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ σάν βδέλυγμα! Καί εἴμαστε βδελυροί, διότι δέν τόν πιστεύουμε. Στεκόμαστε ἐνώπιόν του μέ θράσος, μέ αὐθάδεια, μέ ἀπιστία ἤ μέ ὀλιγοπιστία, μέ ἀμφιβολία. Καί ἀπό τό ἄλλο μέρος λέμε ὅτι εἶναι ὁ Θεός μας. Καθόλου δέν τόν δεχόμαστε ἔτσι! Καθόλου δέν τόν βάζουμε ἔτσι μέσα στήν καρδιά μας. Διότι, ἄν ἔτσι πιστεύσει κανείς, ἀμέσως θά εἶναι διαφορετικότερη ἡ στάση του ἀπέναντι στόν Θεό.
Ἐμεῖς τώρα πού εἴμαστε ἐδῶ, νά σταθοῦμε τίμια καί εἰλικρινά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅλοι μαζί καί ὁ καθένας χωριστά καί νά ἀναρωτηθοῦμε· Πόσο πιστεύουμε; Καθόλου δέν θά δυσκολευόταν ὁ ἀββᾶς νά μᾶς πεῖ· Ἔχετε μέσα σας ἀπιστία. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, λίγο-πολύ κάτι ζητοῦμε ὅλοι. Ποιός ὅμως ἀπό μᾶς αἰσθάνεται αὐτή τή στιγμή ὅτι· «Τελείωσε· ὅλα τά ἔχω. Ἀφοῦ ἔχω τόν Θεό, καί ὁ Θεός τά ἔχει ὅλα, ὅλα τά ἔχω». Ἀλλά νά τό πιστεύει καί νά τό ζεῖ ἔτσι. Ὄχι νά τό πεῖ θεωρητικά. Καί καταλαβαίνετε τί ἀλλαγή γίνεται, ἐάν βάλουμε αὐτή τή βεβαιότητα μέσα στήν ψυχή μας· ὅλα τά ἔχουμε. Τί μᾶς λείπει, ἀφοῦ ἔχουμε τόν Θεό;
Ὅμως, ἡ ὅλη στάση μας καί ἡ ὅλη ἀναστροφή μας, καί αὐτή τήν ὥρα πού ἀκοῦμε καί ἀκόμη περισσότερο μόλις τελειώσουμε, εἶναι τέτοια, πού δείχνει ὅτι ὅλα αὐτά ἁπλῶς τά ἀκούσαμε, ἀλλά δέν μπῆκαν βαθιά μέσα στήν ψυχή μας νά τήν ἀλλοιώσουν, καί νά φύγουμε σάν νά ἔγινε μέσα μας Πεντηκοστή. Διότι ἐμεῖς εἴμαστε βαπτισμένοι καί δέν ἀκοῦμε γιά πρώτη φορά κήρυγμα, κήρυγμα δηλαδή ἁλιευτικό. Εἴμαστε βαπτισμένοι καί ἔχουμε μέσα μας τό Ἅγιο Πνεῦμα. Κάθε φορά πού κάτι λέγεται, κάτι γίνεται, καί ζωντανεύουν τά πράγματα, ἄν ζωντανέψουν, εἶναι σάν νά φύγαμε ἀπό μιά Πεντηκοστή. Σάν νά εἴμαστε στό ὑπερῶο καί αὐτή τήν ὥρα καί αὔριο πού θά εἴμαστε στήν Ἐκκλησία καί τήν ὥρα πού θά βρεθοῦμε ἀλλοῦ νά προσευχηθοῦμε. Διότι τήν Πεντηκοστή τήν ἔχουμε μέσα μας.
Νά σβήσει ἀπό μέσα μας ἡ ὁποιαδήποτε σκέψη νά δοῦμε κάποιο σημάδι
Τί δέν μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός; Μᾶς βάπτισε καί μᾶς ἔφτιαξε ἀπό τήν ἀρχή, ὄχι ἁπλῶς ὅπως ἔκανε τόν Ἀδάμ, ἀλλά πολύ καλύτερα. Καί μᾶς ἔδωσε τό Ἅγιο Πνεῦμα νά εἶναι μέσα μας κατά ἕνα μόνιμο τρόπο. Ξέρετε, τώρα, καθώς γίναμε χριστιανοί μέ τό βάπτισμα, τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν εἶναι μέσα μας ὅπως ἦταν στόν Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος ἔκανε μιά ἁμαρτία, καί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἔφυγε, καί ἔγινε ὅλο τό κακό. Τώρα τά ἔκανε κατά τέτοιον τρόπο ὁ Χριστός, πού, ἐνῶ ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε, αὐτό ἁπλῶς ὑποχωρεῖ βαθύτερα καί κρύβεται· ὅμως ὑπάρχει μέσα μας.
Πεντηκοστή εἶναι μέσα μας· δέν εἶναι ἀστεῖα. Καί ἄν μαζευόμαστε καί λέμε ὁρισμένα πράγματα, καί ἄν διαβάζουμε, ἀκοῦμε, προσευχόμαστε, καί ἄν πᾶμε στήν ἐκκλησία νά κοινωνήσουμε, ὅλα γίνονται, γιά νά ζωντανέψει αὐτό τό ὁποῖο τό ἀφήσαμε νά ὑποχωρήσει βαθιά μέσα μας σάν νά νεκρώθηκε.
Ὁ Χριστός μᾶς ἔδωσε τό Ἅγιο Πνεῦμα Του καί σέ κάθε θεία Λειτουργία μᾶς δίνει τό σῶμα Του καί τό αἷμα Του. Ἔχουμε τόν λόγο του, τήν Ἁγία Γραφή, πού εἴπαμε ἄλλη φορά ὅτι ὁ λόγος του δέν εἶναι λόγια.
Αὐτό ἄν γίνει ἀπόψε, δέν θέλουμε τίποτε ἄλλο. Δηλαδή, νά σβήσει ἀπό μέσα μας ἡ ὁποιαδήποτε ὄχι μόνο ἀπαίτηση, ἀλλά καί ἡ ὁποιαδήποτε σκέψη κάτι νά δοῦμε, κάποιο σημάδι νά δοῦμε. Καί μπορεῖ κανείς νά μήν περιμένει νά δεῖ σημάδι, ὅπως λέει ἐδῶ γιά τόν ἀδελφό τοῦ Ἰωάννη, ἤ ὅπως ζητοῦσαν οἱ Φαρισαῖοι, ἀλλά καί μόνο τό ὅτι ἀναβάλλει ὁ ἄνθρωπος, ἐνῶ εἶναι κάτι πού πρέπει νά τό κάνει τώρα, αὐτή τή στιγμή, φθάνει. Γιατί, εἴπαμε, ἡ Πεντηκοστή εἶναι μέσα στόν χριστιανό καί δέν χρειάζεται νά περάσει καιρός γιά νά γίνει. Ἀναβάλλει κανείς. Αὐτό τί σημαίνει; Σημαίνει ὅτι σάν νά περιμένει κανείς κάτι. Νά δεῖ κάτι, νά τοῦ ποῦν κάτι, γιά νά πεισθεῖ. Δέν ἀφήνει τήν καρδιά του, δέν δίνει τήν καρδιά του νά πεισθεῖ μιά καί καλή, καί νά τελειώσει.
Πρέπει λοιπόν νά σβήσει ἀπό τήν ψυχή μας ἡ ὁποιαδήποτε διάθεση νά δοῦμε τάχα κάτι. Ἐπαναλαμβάνω, ὄχι ἁπλῶς νά σβήσει ἡ διάθεση νά δοῦμε σημεῖο, ἀλλά νά σβήσει ἀκόμη καί ἡ διάθεση πού ἔχουμε λίγο ἀκόμη νά τά ἀκούσουμε, λίγο ἀκόμη νά μᾶς τά ποῦν, μέ ἀποτέλεσμα νά χρονοτριβοῦμε ἔτσι στήν ἁμαρτία. Ὁπωσδήποτε νά σβήσει αὐτό. Τότε ἀνοίγει ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, καί ἔρχεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.
***
Οὐκ ἔχω λοιπόν εἰπεῖν αὐτῷ, ἀλλά καθώς λέγει ὁ ἀπόστολος, «τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού γέγονε τά πάντα καινά».
Δέν ἔχω ἐγώ νά τοῦ πῶ τίποτε ἄλλο, παρά αὐτό πού εἶπε ὁ ἀπόστολος. Καί ἀναφέρει ἕνα χωρίο τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Καί ἀσφαλῶς θά θέλει νά πεῖ· Τί ἄλλο νά τοῦ πῶ; Ὁ ἀπόστολος τό εἶπε καθαρά· Πέρασαν τά ἀρχαῖα καί ὅλα ἔγιναν καινούργια. Πάει ἡ παλιά κατάσταση. Τί σημάδι ζητάει; Αὐτό νά πεῖς στόν ἀδελφό σου, καί νά τό ἀκούσει, νά τό προσέξει.
Καί ἐμεῖς τώρα μέ τή σειρά μας νά τό προσέξουμε. Εἶναι γεγονός αὐτό, ὅτι «τά ἀρχαῖα παρῆλθεν», καί ὅλα ἔγιναν καινά, ὅλα ἔγιναν καινούργια καί ἐμεῖς. Πῶς λιώνουμε μέσα στή φθορά, μέσα στήν παλαιότητα, μέσα στήν ὅλη κατάσταση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου; Πῶς λιώνουμε, πῶς βουλιάζουμε καί πνιγόμαστε ἐκεῖ; Χριστιανοί καί νά ζοῦμε ἔτσι σάν νά εἴμαστε στήν κόλαση! Τί πράγμα εἶναι αὐτό; «Τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού γέγονε τά πάντα καινά». Τό ἔκανε ὁ Θεός· δέν εἶναι κάτι πού θά γίνει. Καί μπροστά σ᾿ αὐτό δέν χρειάζονται σημεῖα, καί δέν μπορεῖ νά σταθεῖ τίποτε. Τί σημεῖα;
Καί τό «νῦν Ἰσραήλ».
Καί αὐτό ἀκόμη ἔχω νά πῶ στό ἀδελφό σου, τό «νῦν Ἰσραήλ». Δηλαδή νά θυμᾶται αὐτό πού λέει ὁ Μωυσῆς· «Νῦν Ἰσραήλ». Τί κάθεται ὁ ἀδελφός σου καί περιμένει σημεῖα; Τώρα, αὐτή τή στιγμή ὁ ἀδελφός σου νά πεῖ «νῦν, εἶναι ὥρα», καί νά βάλει ἀρχή καί νά ξεκινήσει μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί νά ἀφήσει κατά μέρος αὐτή τήν ἀπιστία. Γιατί εἶναι ἀπιστία τό ὅτι θέλει νά δεῖ σημεῖα. Τόν πολεμεῖ ἡ ἀπιστία. Νά ξεκινήσει «νῦν»· τώρα.
Καί τό «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τόν Θεόν σου».
Τοῦ θυμίζει καί αὐτό τό χωρίο. Δηλαδή, τό νά ζητᾶς σημεῖα καί τό «γιά νά δοῦμε» καί «ἄς περιμένουμε» καί «γιά νά πληροφορηθοῦμε καλύτερα», ὅλα αὐτά σάν νά καταργοῦν τόν Θεό. Μακάρι κάποτε νά καταλάβουμε τί σημαίνει μιά τέτοια στάση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πού δέν εἶναι καθόλου σωστή, πού εἶναι ἄνω ποταμῶν. Ὅπως ἔχουμε πεῖ καί ἄλλη φορά, πόση ἀναίδεια ἔχει, πόση ἀφροσύνη ἔχει, πόσο θράσος ἔχει, πόση ἀνοησία καί ἀπαιτητικότητα ἔχει μιά τέτοια στάση, πόσο δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ξέρει τί τοῦ γίνεται.
Τί τόν πέρασες τόν Θεό; Τί τόν πέρασες; Ὅτι εἶναι ὅπως εἶσαι ἐσύ, ὅπως εἶναι οἱ συνάνθρωποί σου, καί φρονεῖς ὅτι σάν νά μήν ξέρει τί κάνει, σάν νά μήν τά κάνει καλά; Λίγο-πολύ τό ἔχουμε καί αὐτό· ἔτσι καί μᾶς ἔβαζε συμβούλους ὁ Θεός, τί δέν θά εἴχαμε νά τοῦ ποῦμε! Πόσα πράγματα θά τοῦ λέγαμε νά διορθώσει καί σ᾿ ἐμᾶς καί στούς ἄλλους καί γενικότερα στήν κοινωνία! Τί δέν θά εἴχαμε νά τοῦ ποῦμε! Αὐτή εἶναι ἡ θρασύτητα τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου· «Τί κάνει ὁ Θεός;» Βέβαια, λένε «τί κάνει ἡ Ἐκκλησία;» τάχα, ἀλλά ἐκεῖ τό πᾶνε τό πράγμα· «Τί κάνει ὁ Θεός;» Ἤ τόν διαγράφουν ἐντελῶς. Ταλαίπωρε ἄνθρωπε! Σκύψε κάτω καί δές τόν Θεό ὡς Θεό καί θά δεῖς μετά τί κάνει ὁ Θεός, καί γιατί ὅλα αὐτά γίνονται ἔτσι ὅπως γίνονται.
Καί τό «σήμερον ἐάν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μή σκληρύνητε τάς καρδίας ὑμῶν».
Καί τό τέταρτο χωρίο πού ἔχω νά πῶ στόν ἀδελφό σου εἶναι· Σήμερα ἐάν ἀκούσετε τή φωνή του, μή σκληρύνετε τίς καρδιές σας. Ἔχει τήν ἴδια ἔννοια μέ τό «νῦν Ἰσραήλ». Λέγεται καί αὐτό στήν Παλαιά Διαθήκη, καί τό ἀναφέρει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή. Ἐάν ἀκούσετε τή φωνή του, μή σκληρύνετε τίς καρδιές σας.
Λίγο νά ἀφουγκραστεῖς, ἀκοῦς τή φωνή τοῦ Θεοῦ. Γιατί σκληρύνεις τήν καρδία σου καί κάνεις ὅτι δέν ἀκοῦς, ὅτι δέν καταλαβαίνεις καί μένεις στά δικά σου; Ἔτσι, δείχνεις ὅτι οὔτε πίστη ἔχεις οὔτε ἐμπιστοσύνη ἔχεις οὔτε ἐλπίζεις στόν Θεό οὔτε ἀγαπᾶς τόν Θεό οὔτε τόν δέχεσαι ὡς Θεό. Ἄν καταφεύγεις σ᾿ αὐτόν, καταφεύγεις νά σέ βοηθήσει, ὅμως θέλεις νά διαφεντεύεις ἐσύ.
Σήμερα λοιπόν ἐάν ἀκούσετε τή φωνή του, μή σκληρύνετε τίς καρδιές σας. Σήμερα. Καί εἶναι μερικές φορές πού πράγματι νιώθει κανείς ὅτι σάν νά τοῦ μιλάει ὁ Θεός, σάν νά τόν ἐγγίζει ὁ Θεός. Αὐτή τή στιγμή μήν τήν ἀφήνεις. Μή σκληρύνεις τήν καρδιά σου. Δῶσε τήν καρδιά σου. Ἐλευθέρωσε τήν καρδιά σου, πού εἶναι πιασμένη ἀπό δῶ καί ἀπό κεῖ μέ τά διάφορα γαντζάκια καί δῶσε την στόν Θεό νά τή μαλακώσει, νά τήν καθαρίσει, νά τήν ἁγιάσει, νά τήν κάνει ὅπως θέλει ἐκεῖνος, νά τήν κάνει σκήνωμά του.
Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.
Ὅποιος ἔχει αὐτιά νά ἀκοῦν, ἄς ἀκούσει.
Εὖξαι ὑπέρ ἐμοῦ.
Νά εὔχεσαι γιά μένα.
Νά συνειδητοποιήσουμε τήν εὐθύνη πού φέρουμε
Θά μπορούσαμε τώρα νά ποῦμε· «Σᾶς παρακαλῶ» καί «σᾶς παρακαλῶ» καί «προσπαθεῖστε»… Ὅμως, δέν εἶναι ἔτσι. Καθένας μας εἶναι φτιαγμένος ἀπό τόν Θεό καί ἔχει καί νοῦ καί ἐλεύθερη βούληση καί μπορεῖ νά σκεφθεῖ. Θέλει νά ἀκούσει; Ἀκούει. Δέν θέλει νά ἀκούσει; Δέν ἀκούει.
Καί ὅπως εἴπαμε καί ἄλλη φορά, νομίζω ὅτι κάνουμε μεγάλο λάθος πού δέν ἀφήνουμε τούς ἀνθρώπους νά σταθοῦν ὑπεύθυνα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Θέλεις νά ἀκούσεις; Ἄκουσε. Δέν θέλεις; Μήν ἀκοῦς. Νά συνειδητοποιήσει δηλαδή ὁ καθένας τήν εὐθύνη πού φέρει.
Εἶναι δηλαδή ὅπως μέ τό παιδί. Ἄν πεῖς στό παιδί· «Παιδί μου, θέλεις νά φᾶς; Φάε. Δέν θέλεις νά φᾶς; Μήν τρῶς», θά κάνει τά νάζια του ἐκείνη τήν ὥρα, ἀλλά μετά θά φάει. Τί θά κάνει; Ἀλλά ὅταν τό κυνηγᾶς, γιά νά φάει, δέν νοιάζεται καί ζεῖ ἀνεύθυνα ἀκόμη καί ὡς πρός τό φαγητό του, διότι ἄλλος ἔχει τήν εὐθύνη. Ἄν ὅμως τό ἀφήσεις ἐλεύθερο· «Ἄν πεινᾶς, φάε. Ἄν δέν πεινᾶς…», θά ἀρχίσει νά συνειδητοποιεῖ τήν εὐθύνη πού ἔχει. Ἡ ἴδια ἡ πείνα θά τό κάνει νά συνειδητοποιεῖ τήν εὐθύνη πού ἔχει, γιά νά πάει νά βρεῖ νά φάει. Ἔτσι, κάθε χριστιανός νά ἀρχίσει νά συνειδητοποιεῖ τήν εὐθύνη πού ἔχει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Θεός θέλει νά σώσει τόν καθένα. Δέν ἔχει ὁ καθένας παρά νά ἀκούσει καί νά ἀνταποκριθεῖ. Καί ὁ Θεός μένει πιστός στίς ὑποσχέσεις του. Ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι», πάντας ἀνθρώπους λοιπόν θά σώσει· κι ἐσένα, ὅποιος καί ἄν εἶσαι. Καί ὅ,τι καί ἄν σοῦ συμβαίνει, σήμερα πού ἀκοῦς τή φωνή του, μή σκληρύνεις τήν καρδία σου. Νά ἐπιστρέψεις σ᾿ αὐτόν. Θά σέ δεχθεῖ καί θά σέ σώσει.
13-10-1984