Μυστηριο Βαπτισματος και Χρισματος
A+
A
A-

22. Τρία βασικά δεδομένα τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως

Εἴπαμε ἀρκετά τήν περασμένη Κυριακή πιό εἰδικά γιά τό θέμα τῆς νοερᾶς προσευχῆς καί νά προσπαθήσουμε, ὅσο γίνεται, νά συμπληρώσουμε σήμερα καί νά ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα καλύτερα.

Τό θέμα βέβαια δέν εἶναι μόνο νά κάνει κανείς κάτι. Τό θέμα εἶναι νά ξέρει τί κάνει. Καί ἐπίσης, νά ξέρει ποιός εἶναι αὐτός πού τό κάνει καί γιατί τό κάνει. Ὅλα ξεκινοῦν ἀπό τό ὅτι εἴμαστε πλάσματα τοῦ Θεοῦ, εἴμαστε πλασμένοι «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ. Ὅσο καί ἄν ἁμάρτησε ὁ ἄνθρωπος, ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ δέν ἔσβησε ἀπό μέσα του. Ἀμαυρώθηκε ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὅμως δέν χάθηκε. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ, ἀλλιῶς δέν θά μποροῦσε νά ἔχει ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, νά ἔχει ἀναφορά στόν Θεό ἤ δέν θά μποροῦσε νά προσπαθεῖ νά ἐπικοινωνήσει μέ τόν Θεό, δηλαδή νά ἔχει ἐλπίδες ὅτι προσπαθώντας θά τό πετύχει αὐτό.

{α) Εἴμαστε πλασμένοι «κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ καί καθ᾿ ὁμοίωσιν» }

Τό πρῶτο λοιπόν εἶναι ὅτι εἴμαστε πλασμένοι «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ. Εἴμαστε λογικά πλάσματα «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ καί «καθ᾿ ὁμοίωσιν» μάλιστα. Βλέπετε, πρέπει νά ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας καί τό δεύτερο σκέλος. Μᾶς ἔκανε ὁ Θεός «κατ᾿ εἰκόνα» του, γιά νά ξεκινήσουμε ἀπ᾿ αὐτό καί νά φθάσουμε στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Διότι τελικά ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ὁμοιάσει μέ τόν Θεό. «Ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστιν» (Α’ Ἰω. 3, 2). Ἕνα λοιπόν δεδομένο εἶναι αὐτό.

{β) Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός καί ἔνοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ}

Ἄλλο δεδομένο εἶναι ὅτι, θέλεις δέν θέλεις, σ᾿ ἀρέσει δέν σ᾿ ἀρέσει, εἶσαι ποιός εἶσαι, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός. Καί ἁμαρτία δέν εἶναι τό ὅτι κάνει κανείς μιά κακή σκέψη ἤ ἔστω μιά κακή ἐνέργεια. Ἁμαρτία εἶναι τό ὅτι ὁ ὅλος ἄνθρωπος εἶναι διασαλευμένος, ὁ ὅλος ἄνθρωπος εἶναι σκοτισμένος, ὁ ὅλος ἄνθρωπος εἶναι ἀλλοιωμένος πρός τό κακό. Καθόλου δέν εἶναι ὅπως βγῆκε ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ.

Ἡ ἁμαρτία κάνει τόν ἄνθρωπο ἔνοχο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· αὐτό μήν τό ξεχνοῦμε. Εἶναι μερικοί πού λένε ὅτι, νά, ἁπλῶς ἦταν ἕνα λάθος αὐτό πού ἔκανε ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἁμάρτησε, καί ὅλο τό θέμα εἶναι νά καταλάβει ὅτι ἔκανε λάθος καί νά τό διορθώσει. Ὄχι. Εἶναι ἔνοχος ὁ ἄνθρωπος.

Τί σημαίνει εἶναι ἔνοχος; Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔτσι φτιαγμένος, πού νά μπορεῖ νά συντονίζεται μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά ἔχει κανονική κατάσταση μέσα του καί νά εἶναι κανονική ἡ πορεία του, νά εἶναι σωστή ἡ ζωή του, καθώς ἀναφέρεται στόν Θεό, καθώς ὑπακούει στόν Θεό καί συντονίζει τή ζωή του πρός αὐτό τό ὁποῖο λέει ὁ Θεός. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κάνει κάτι ἄλλο, τό θέμα δέν εἶναι ἁπλῶς ὅτι κάνει λάθος, ἀλλά εἶναι ἔνοχος.

Νά ἀναφέρουμε ἕνα παράδειγμα. Ἕνας μηχανικός φτιάχνει μιά ἁμαξοστοιχία καί τή βάζει στίς ράγες, καί ἡ ἁμαξοστοιχία ἐκτροχιάζεται. Καί ὅταν ἐκτροχιαστεῖ, ποτέ μά ποτέ δέν σημαίνει ὅτι δέν θά πάθει τίποτε. Κάτι θά πάθει. Ἄλλοτε θά πάθει κάτι φοβερό, ἄλλοτε θά πάθει κάτι λιγότερο. Ἡ ἁμαξοστοιχία εἶναι ἐν ἀσφαλείᾳ καί εἶναι στόν προορισμό της καί πάει καί ἔρχεται, ὅταν εἶναι πάνω στίς ράγες. Ἄν βγεῖ ἀπό τίς ράγες, θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ἔγινε ἕνα λάθος καί βγῆκε ἀπό τίς ράγες. Οὔτε ἐνοχή αἰσθάνεται ἡ ἁμαξοστοιχία οὔτε τίποτε. Ὅμως ὅταν ὁ ἄνθρωπος βγεῖ ἀπό τίς ράγες πού τόν ἔβαλε ὁ Θεός, δέν εἶναι ἁπλῶς ὅτι ἔκανε λάθος καί γκρεμοτσακίζεται, ἀλλά εἶναι ἔνοχος. Νά τό ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας αὐτό. Ἁμαρτία σημαίνει ἐνοχή.

Βέβαια, αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὅποιος θέλει, αἰσθάνεται ἐνοχή, καί ὅποιος δέν θέλει, δέν αἰσθάνεται ἐνοχή. Ὄχι. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἔτσι φτιαγμένος, πού θέλει δέν θέλει, αἰσθάνεται ἐνοχή. Ἄλλο τί λέει, ἄλλο τί σπασμωδικές κινήσεις κάνει. Αἰσθάνεται ἐνοχή. Μόνο ἄν διασαλευθεῖ τό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου, δέν μπορεῖ νά γίνει λόγος γιά ἐνοχή. Ἀλλά ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει σώας τάς φρένας, αἰσθάνεται ἐνοχή.

Καί αὐτός ἀκόμη ὁ ὁποῖος πασχίζει μέ κάθε τρόπο νά μήν αἰσθάνεται ἔνοχος, τά μπερδεύει ἀκόμη περισσότερο τά πράγματα, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη ἀπό τόν Θεό ὄχι ὡς ἕνα ἀντικείμενο, ἀλλά ὡς λογικό ὄν πού μέσα του, στήν ἴδια του τήν ὕπαρξη, ἔχει τήν τάση νά ἀναφέρεται στόν Θεό, νά ἐπικοινωνεῖ μέ τόν Θεό, νά ἐξαρτᾶται ἀπό τόν Θεό. Ἔχει μέσα του τήν ἠθική συνείδηση. Δέν εἶναι ἄλογο πλάσμα ὁ ἄνθρωπος. Ἕνα ζῶο δηλαδή δέν αἰσθάνεται ἔνοχο, γιατί δέν ἔχει ἠθική συνείδηση. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἔχει ἠθική συνείδηση. Καί αὐτός ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νά μήν αἰσθάνεται ἐνοχή, δέν κάνει τίποτε ἄλλο παρά ἀπωθεῖ τίς αἰτίες πού τοῦ δημιουργοῦν ἐνοχές, καί γίνεται μεγαλύτερη ζημιά στόν ἄνθρωπο μέ τήν ἀπώθηση. Ὅπως σέ ἄλλες περιπτώσεις λέμε ὅτι ἀπωθεῖ κανείς τά διάφορα ὀδυνηρά βιώματα, πού πηγαίνουν στό ὑποσυνείδητο καί στό ἀσυνείδητό του καί ἀπό κεῖ τά ἀπωθημένα βιώματα κάνουν μεγαλύτερη ζημιά στόν ἄνθρωπο.

Στόν Ἀδάμ, ὅπως λέγαμε κάποια φορά, φαίνεται καθαρά ὅτι δέν μπορεῖ νά μήν ὑπάρχει αἴσθημα ἐνοχῆς. Μπορεῖ νά ἀρχίζει νά δικαιολογεῖται, ἀλλά ὅμως αἰσθάνεται ἔνοχος, γι᾿ αὐτό καί κρύβεται. Ἀκούει τά βήματα τοῦ Θεοῦ μέσα στόν Παράδεισο (Γέν. 3, 8) καί κρύβεται καί τρέμει καί φοβᾶται, ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἔνοχος. Ἀλλιῶς δέν θά φοβόταν.

Δέν φοβᾶται αὐτός πού δέν ἔχει καλά τά μυαλά του, δέν φοβᾶται αὐτός πού βρίσκεται σέ πλήρη ἀναισθησία, δέν φοβᾶται αὐτός πού ἔχει, ἄς ποῦμε, ἀπωθήσει τήν ἠθική συνείδηση. Ἐκεῖνος ὅμως στόν ὁποῖο ἀκόμη λειτουργεῖ, ἄν ἐπιτρέπεται νά ποῦμε, κάπως φυσιολογικά ὁ ψυχικός του ὀργανισμός, φοβᾶται ὅπως ὁ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος ναί μέν ἁμάρτησε, ἀλλά ὅμως ἔχει τήν ἠθική συνείδηση, ἔστω ἀμαυρωμένη, καί γι᾿ αὐτό τρομάζει, φοβᾶται, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί κρύβεται.

Γιά νά ἐπανέλθουμε λοιπόν, τό ἕνα δεδομένο εἶναι ὅτι εἴμαστε πλάσματα τοῦ Θεοῦ, καί τό ἄλλο δεδομένο εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός, εἶναι, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, ὑπό τήν ἐπήρεια τῆς ἁμαρτίας. Καί ἁμαρτία σημαίνει καί ἐνοχή. Ὄχι ἁπλῶς βρίσκεται σέ μιά ἄσχημη κατάσταση, ὄχι ἁπλῶς ἔκανε ἕνα λάθος, ἀλλά ἔχει μέσα του ἐνοχή. Καί ἡ ἐνοχή δέν τακτοποιεῖται μέ τίποτε ἄλλο, παρά μέ τό νά μετανοήσει ὁ ἄνθρωπος ἀληθινά. Καί φυσικά, πάλι δέν ἀρκεῖ ἡ μετάνοια, ἄν δέν αἰσθανθεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ Θεός τόν συγχωρεῖ, ὅτι σβήνει τήν ἁμαρτία του. Ἄλλωστε _τό εἴπαμε_ ὁ Θεός συγχωρεῖ, μόνο ὅταν μετανοεῖ ὁ ἄνθρωπος. Δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος· δηλαδή δέν κάνει τέτοιου εἴδους χατήρια ὁ Θεός. Διότι ἄν συγχωροῦσε χωρίς μετάνοια, ὁ ἴδιος ὁ Θεός θά χαλοῦσε τό δημιούργημά του πού λέγεται ἄνθρωπος, καί δέν θά μποροῦσε ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι ὅπως τόν ἔφτιαξε ὁ Θεός, δηλαδή νά ἔχει ἠθική συνείδηση, νά ἔχει λογικό, νά εἶναι «κατ᾿ εἰκόνα» καί «καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός θά χαλοῦσε τόν ἄνθρωπο.

Μόνο ὅταν ὁ ἄνθρωπος μετανοεῖ ἀληθινά, ἐπανατοποθετεῖται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἔκανε μέν τό σφάλμα του, ἁμάρτησε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἔνοχος, ἀλλά τοποθετεῖται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ταπεινά, μετανοημένος, καί ζητεῖ συγχώρηση ἀπό τόν Θεό, καί ὁ Θεός δίνει τή συγχώρηση, καί τακτοποιεῖται ὁ ἄνθρωπος· ὁ Θεός δηλαδή τόν τακτοποιεῖ. Δέν τόν τακτοποιεῖ τόν ἄνθρωπο ἁπλῶς ἡ μετάνοια του· γιατί ὅλα εἶναι ἀπό τόν Θεό, καί ὅλα ὁ Θεός τά κάνει.

{γ) Ὁ διαλυμένος ψυχικά ἄνθρωπος πρέπει νά ἑνοποιηθεῖ}

Μετά λοιπόν τό δεύτερο δεδομένο ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός, εἶναι ἔνοχος, μποροῦμε νά ἀναφερθοῦμε σ᾿ ἕνα τρίτο δεδομένο, ὅτι αὐτός ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, ὁ ἀλλοιωμένος πρός τό κακό ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶναι «κατ᾿ εἰκόνα» καί «καθ᾿ ὁμοίωσιν» Θεοῦ φτιαγμένος, αὐτός ὁ διαλυμένος _μήν τρομάζετε γιά τή λέξη πού θά πῶ_ αὐτός ὁ σχισμένος ἄνθρωπος _ἄν δέν ἀπατῶμαι λέει ὁ ἅγιος Μάρκος· «Ἔσχισται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὰ δύο»_ αὐτός ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά πάρει τή σωστή στάση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Σάν νά ἔχει μιά κατάσταση σχιζοφρενείας ὁ ἄνθρωπος μέσα του. Δέν εἶναι δηλαδή ἡ ὕπαρξή του ἑνοποιημένη, ὅπως ἦταν στούς πρωτοπλάστους, πρίν ἁμαρτήσουν.

Ὅπως λέγαμε καί ἄλλη φορά, στούς πρωτοπλάστους δέν εἴχαμε συνειδητό, ὑποσυνείδητο, ἀσυνείδητο. Ὅλος ὁ ἄνθρωπος ἦταν συνειδητό, ἦταν ἁπλοῦς, ἦταν καθαρός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί δέν εἶχε τίποτε τό κρυφό, δέν εἶχε τίποτε τό ἀπωθημένο. Μπῆκε ὅμως μέσα του ἡ ἁμαρτία καί ὁ ἄνθρωπος κομματιάστηκε. Δέν εἶναι ἁπλῶς ὅτι ἀμαυρώθηκε ἤ εἶναι ἔνοχος. Καί ὡς ὕπαρξη, ὡς ὀντότητα, διαλύθηκε· ἔπαθε ζημιά ὁ ἄνθρωπος. Ὅπως, ἄς ποῦμε, ὅταν ἕνα αὐτοκίνητο συγκρούεται μέ ἕνα ἄλλο ἤ χτυπάει σέ τοῖχο, δέν εἶναι ἁπλῶς ὅτι τό αὐτοκίνητο χτυπήθηκε, ἀλλά ἀποσυναρμολογεῖται· δέν εἶναι νορμάλ, δέν εἶναι σέ σωστή κατάσταση, ὥστε νά μπορεῖ νά λειτουργήσει. Πρέπει νά συμμαζέψει κανείς τά συντρίμμια, νά συμμαζέψει τά κομμάτια καί νά τά φτιάξει πάλι αὐτοκίνητο, καί καμιά φορά γίνεται, ἄς τολμήσουμε νά τό ποῦμε, ἴσως καλύτερο ἀπό ὅ,τι ἦταν.

Χρειάζεται λοιπόν ὁ ἄνθρωπος αὐτός ὁ ἁμαρτωλός, ὁ κομματιασμένος, ὁ σχισμένος ἄνθρωπος, νά ἑνοποιηθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί νά ἐκλιπαρήσει, νά ζητήσει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νά ζητήσει σωτηρία, καί ὁ φιλάνθρωπος Θεός δίνει τό ἔλεός του καί σώζει τόν ἄνθρωπο. Ὅλα αὐτά δέν ἔχουν τήν ἔννοια ὅτι, ἄ, τόν ταλαιπωρεῖ τόν καημένο τόν ἄνθρωπο. Ὄχι. Ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα ἀντικείμενο, δέν εἶναι ἕνα πράγμα, νά τό πιάσουμε καί νά τό συναρμολογήσουμε. Ὄχι. Εἶναι λογικό πλάσμα καί ἑπομένως, ὅπως φέρει εὐθύνη γιά τήν ἁμαρτία του καί εἶναι ἔνοχος, ἔτσι φέρει εὐθύνη καί γιά τό τί θά γίνει ἀπό δῶ καί πέρα. Ἄν θά πάρει σωστή στάση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἤ ὄχι, ἄν θά μετανοήσει ἤ δέν θά μετανοήσει, ἄν θά ζητήσει ἤ δέν θά ζητήσει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

{Νά, γιατί βαπτιζόμαστε}

Μεγάλη εὐθύνη φέρει ὁ ἄνθρωπος. Νά τό προσέξουμε αὐτό· δέν εἶναι ὅτι τά ἔκανε δύσκολα ὁ Θεός ἤ ὅτι ἔχει ἀπαιτήσεις ὁ Θεός. Ἴσα-ἴσα ὁ Θεός ἔθεσε σέ ἐφαρμογή αὐτό τό σοφότατο σχέδιο, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, καί καθώς ὁ Θεάνθρωπος κήρυξε τό εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ, θυσιάστηκε γιά τόν ἄνθρωπο καί ἀναστήθηκε, προσέφερε ἕτοιμη τή σωτηρία.

Γι᾿ αὐτό βαπτιζόμαστε. Καί, ἄν θέλετε, γι᾿ αὐτό βαπτιζόμαστε νήπια. Μερικοί κατηγοροῦν καί λένε· «Μπορεῖ νά μή θέλει νά βαπτισθεῖ. Νά μεγαλώσει πρῶτα καί νά μᾶς τό πεῖ ὅτι θέλει νά βαπτισθεῖ καί τότε νά τόν βαπτίσουμε τόν ἄνθρωπο». Ὅ,τι θέλουν λένε. Δέν καταλαβαίνουν πόσο ἀνόητο εἶναι αὐτό τό πράγμα.

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὡς ἄνθρωπος πέθανε, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔχυσε τό αἷμα του, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θανάτωσε τόν θάνατο, θανάτωσε τήν ἁμαρτία γιά τόν καθένα. Καί τῆς ἀληθείας αὐτῆς, ὅτι θανατώθηκε ὁ θάνατος, θανατώθηκε ἡ ἁμαρτία, ὅτι ἀναγεννᾶται ὁ ἄνθρωπος, ἑνοποιεῖται ὁ ἄνθρωπος, γίνεται κοινωνός ὁ ἄνθρωπος μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Γίνεται δηλαδή κοινωνός αὐτῆς τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Μόνο πού, ἄν βαπτισθεῖ κανείς μεγάλος, χρειάζεται νά δείξει στήν πράξη ὅτι θέλει νά ζήσει ὅπως ἔζησε ὁ Χριστός, ὅτι θέλει νά ζήσει τή ζωή πού δίνει ὁ Χριστός.

Ἕνας πού εἶναι μεγάλος καί σκέπτεται νά γίνει χριστιανός πρέπει νά τό δείξει στήν πράξη αὐτό. Προσέξτε· πρέπει νά δείξει στήν πράξη ὅτι θέλει νά ζήσει τή ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὄχι ὅτι μπορεῖ νά τή ζήσει ὁ ἄνθρωπος προτοῦ βαπτισθεῖ, προτοῦ ἀναγεννηθεῖ, ἀλλά νά δείξει στήν πράξη ὅτι τό θέλει. Ἐπίσης, ἄν βαπτισθεῖ κανείς νήπιο, καθώς μεγαλώνει, πρέπει νά τό λάβει ὑπ᾿ ὄψιν του αὐτό καί νά πάρει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἀκριβῶς τή στάση ἐκείνη πού πρέπει νά πάρει, γιά νά ζήσει ὡς νέος ἄνθρωπος, ὡς βαπτισθείς πού ἔγινε κοινωνός τῆς σωτηρίας πού προσέφερε ὁ Χριστός μέ τόν θάνατό του, μέ τήν ἀνάστασή του.

{Ὁ ἀρραβών τοῦ Ἁγίου Πνεύματος}

Ἐμεῖς, ὀρθόδοξοι χριστιανοί, βαπτισθήκαμε μᾶλλον ὅλοι σέ μικρή ἡλικία, καί ἔγινε αὐτό τό θαῦμα. Δηλαδή συνετελέσθη, ἄς ποῦμε ἔτσι, ὁ θάνατος τῆς ἁμαρτίας, συνετελέσθη ὁ θάνατος τοῦ θανάτου, καί μᾶς δόθηκε νέα ζωή, ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, καί ἔχουμε μέσα μας τόν ἀρραβώνα τοῦ Πνεύματος. Δηλαδή ὅπως, ἄς ποῦμε, προβαίνει κανείς σέ μιά ἐνέργεια καί θέλει νά πάρει ἀπό τόν ἁρμόδιο μιά βεβαίωση, μιά πιστοποίηση, ὅτι ἔγινε ἡ ἐνέργεια, διότι πρέπει νά ἔχει ἕνα χαρτί, γιά νά μπορεῖ νά ἀποδείξει τί ἔγινε, ἔτσι τό χαρτί πού μᾶς δίνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἡ πιστοποίηση πού μᾶς δίνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός, εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι τό ἄρωμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού παίρνουμε κατά τό Βάπτισμα.

{Ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, δέν ἁμαρτάνει. Γι᾿ αὐτό σωζόμαστε}

Καί ἔτσι ἔχουμε ἐδῶ δύο πράγματα πολύ βασικά. Τό ἕνα τό ἔχουμε τονίσει ἐπαρκῶς σέ προηγούμενες ὁμιλίες, τό ἄλλο ὄχι. Τό πρῶτο εἶναι ὅτι ἅπαξ καί ἐνηνθρώπησε ὁ Κύριος, ὁ ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, δέν ἰσχύει αὐτό πού ἴσχυε στούς πρωτοπλάστους· Ἁμάρτησαν; Τελείωσε. Χάθηκαν ὅλα. Τώρα, ὡς ἀδύνατος ἄνθρωπος πού εἶσαι, καί πού ἔχει ὁ καθένας μέσα του τήν ἁμαρτία _οἱ πρωτόπλαστοι ἦταν ἀναμάρτητοι, ἐνῶ τώρα ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του τήν ἁμαρτία_ πάντοτε ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά ἁμαρτήσεις, πάντοτε ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά πέσεις, ἀλλά ὁ Κύριος δέν πέφτει, ὁ Κύριος δέν πεθαίνει, ὁ Κύριος δέν ἁμαρτάνει. Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν, ὁ πρῶτος Ἀδάμ, ἁμάρτησε, καί τέλειωσε. Ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Χριστός, δέν ἁμαρτάνει, δέν πέφτει, μένει ἐκεῖ σταθερός. Γι᾿ αὐτό σωζόμαστε. Ἀλλιῶς, δέν θά σωζόμασταν, ἄν ἔμενε ἁπλῶς τό πράγμα σ᾿ ἐμᾶς.

Ὁ Κύριος δέν εἶναι ἁπλῶς Θεός, εἶναι καί ἄνθρωπος. Ἔζησε ὡς ἄνθρωπος καί ἀπέθανε ὡς ἄνθρωπος γιά μᾶς. Ἐπειδή λοιπόν ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Κύριος πού εἶναι καί Θεός, καί νά ἁμαρτήσεις, ἔχεις πάντοτε περιθώρια, ἔχεις πάντοτε δυνατότητα, μετανοώντας νά ἐπιστρέψεις καί νά ἑνωθεῖς μέ τόν Χριστό. Ἐσύ ἀφοῦ ἁμάρτησες, τελείωσε· ὅμως ἑνώνεσαι μέ τόν Χριστό πού εἶναι ἀναμάρτητος, καί περνάει ἡ ἀναμαρτησία τοῦ Χριστοῦ, περνάει ἡ ἁγία ζωή τοῦ Χριστοῦ, σ᾿ ἐσένα καί σέ ἁγιάζει. Ἐσύ βέβαια εἶσαι ἀδύνατος ἄνθρωπος καί πάλι μπορεῖ νά πέσεις. Ἔχουμε ὅμως αὐτό τό δεδομένο πού εἶναι σταθερό, ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ἀναμάρτητος καί δέν πέφτει ποτέ. Καί ὅλο τό θέμα ἀπό τή δική μας πλευρά εἶναι νά πιστεύουμε στόν Κύριο, συνεχῶς νά ἐπιστρέφουμε σ᾿ αὐτόν, συνεχῶς νά μετανοοῦμε, συνεχῶς νά φεύγουμε ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά ἑνωνόμαστε μαζί του, ἕως ὅτου νά σταθεροποιηθοῦμε, ὅσο γίνεται, ἄλλος περισσότερο, ἄλλος λιγότερο, σ᾿ αὐτή τήν ἁγία ζωή, σ᾿ αὐτή τή θεία ζωή.

{Εἶναι στή διάθεσή μας ἡ ὅλη Χάρις, πού ἔρχεται διά τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας}

Ἔχουμε ὅμως καί ἕνα δεύτερο πολύ βασικό πού μένει σταθερό, γιά τό ὁποῖο δέν μιλήσαμε ἐπαρκῶς, καίτοι τό ἀναφέραμε καί αὐτό. Εἶναι αὐτό πού ἔγινε μέ τό Βάπτισμα καί πού γίνεται μέσα βέβαια στήν Ἐκκλησία μέ τά μυστήρια. Κοινωνοῦμε τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Τί καταλαβαίνουμε ἐμεῖς, τί δέν καταλαβαίνουμε, ὅμως εἶναι σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ. Εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία, στίς ἀκολουθίες, στή λατρεία, στήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας _ὄχι ἁπλῶς στήν προσευχή τή δική μας ἀλλά στήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας_ πού εἶναι ἁγία καί ἄμωμος καί ἔχει ἁγίους, καί ὅλες οἱ προσευχές τῶν ἁγίων εἶναι καί γιά μᾶς.

Ἀλλά κυρίως καί πρωτίστως ἔγινε τό θαῦμα μέ τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος. Διά τοῦ Βαπτίσματος δηλαδή ὄντως γίναμε κοινωνοί τῆς δωρεᾶς τοῦ Κυρίου, τῆς δωρεᾶς αὐτῆς πού σώζει τόν ἄνθρωπο, καί αὐτό ἔγινε μέ τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἦλθε μέσα μας. Ἀλλά καί ἐπιπλέον ὁ Κύριος, καθώς μᾶς ἔδωσε αὐτή τήν πιστοποίηση, αὐτό τόν ἀρραβώνα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μᾶς βεβαίωσε ὅτι μένει ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στόν κάθε βαπτισθέντα, στόν ὀρθοδόξως βαπτισθέντα. Γι᾿ αὐτό, ὅπως θά ξέρετε, δέν ἐπαναλαμβάνεται τό Βάπτισμα. Ἔπεσες, ἁμάρτησες πολύ, ὁτιδήποτε ἄλλο θά γίνει, ἀλλά ὄχι Βάπτισμα. Καί θεωρεῖται ἀνεξίτηλο τό Βάπτισμα. Τώρα τί θά γίνει στήν ἄλλη ζωή, ἄν ὡς πρός τά ἄλλα χαθεῖς…

Λέγαμε, θυμᾶστε, ὅτι σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις, καθώς μένει ἀνεξίτηλο τό Βάπτισμα, ὅλο αὐτό τό μυστήριο πού συνετελέσθη κατά τήν ὥρα τοῦ Βαπτίσματος, τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος διά τοῦ Βαπτίσματος ἔγινε κοινωνός τῆς Χάριτος, πού ἀπέρρευσε ἀπό τό ὅλο ἔργο τοῦ Κυρίου, ἀπό τόν θάνατό του καί τήν ἀνάστασή του, ὅλο αὐτό θά εἶναι εἰς βάρος του. Καί δέν τό εἴχαμε πεῖ καί παλαιότερα καί δέν τό λέμε καί τώρα σάν μιά δική μας γνώμη, ἀλλά τό λένε οἱ Πατέρες ὅτι εἶναι εἰς βάρος του. Τό Βάπτισμα εἶναι ἕνα καλό, πολύ καλό, εἶναι ὅ,τι καλύτερο γιά σένα, ἀλλά ἄν δέν τό ἀξιοποιήσεις τό καλό, ἄν δέν τό σεβαστεῖς, ἄν δέν τό τιμήσεις, ἄν μέ εὐγνωμοσύνη καί μέ εὐχαριστία πρός τόν Θεό δέν προσπαθήσεις νά ζήσεις σύμφωνα μέ τό καλό αὐτό, θά εἶναι μετά εἰς βάρος σου. Ἀλλά πάντως εἶναι ἀνεξίτηλο τό Βάπτισμα.

Αὐτό λοιπόν εἶναι τό δεύτερο σταθερό πού ὑπάρχει, πέρα ἀπό τό ὅτι ὁ Κύριος εἶναι πάντοτε ὁ ἀναμάρτητος Κύριος, καί ἀφοῦ εἶναι ἄνθρωπος καί ἡ ἀνθρωπότητά του εἴμαστε ἐμεῖς, ἑπομένως, ἀφοῦ εἴμαστε βαπτισμένοι, ἀφοῦ εἴμαστε χριστιανοί, καί νά ἁμαρτήσουμε, ἄν μετανοήσουμε, μᾶς δέχεται ὁ Κύριος, καί περνάει ἡ ἁγία ζωή του μέσα μας.

Στό σημεῖο αὐτό νά πῶ γιά ὅποιον τυχόν, καθώς ἀκούει αὐτά, ξεθαρρέψει καί πεῖ· «Ἄ, ἔτσι εἶναι; Μποροῦμε νά ἁμαρτάνουμε», ὅτι δέν ὑπάρχει χειρότερο ἀπό αὐτό. Ὁ Θεός σέ δέχεται, ὅσες φορές ἁμαρτήσεις καί μετανοήσεις, ἀλλά σέ ἀποπέμπει, ἄν τυχόν πονηρά-πονηρά σκεφθεῖς· «Ἄ, ἔτσι εἶναι; Ἄς ἁμαρτάνουμε». Ἄν ποτέ σέ δεχθεῖ ἐσένα πού ἔκανες μέχρι τώρα τέτοια, θά σέ δεχθεῖ, ὅπως τό λέγαμε καί ἄλλη μιά φορά, ἄν μετανοήσεις καί γιά τό ὅτι σκεπτόσουν ἔτσι. Καί μετάνοια δέν σημαίνει ἁπλῶς νά τό σκεφθεῖς, νά κάνεις ἀνάλογους συλλογισμούς, ἀλλά μέσα σου νά νιώσεις· «Πώ πώ, Θεέ μου, τί ἔκανα! Συγχώρησέ με τόν παμπόνηρο». Καί ὁ Θεός βέβαια δέχεται καί συγχωρεῖ καί σώζει.

Ἔχουμε λοιπόν τό δεύτερο σταθερό, ὅτι μέσα μας, ἅπαξ καί βαπτισθήκαμε, εἶναι συνεχῶς αὐτή ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ βαπτισματική Χάρις. Καί ἐπίσης εἶναι στή διάθεσή μας ἡ ὅλη Χάρις πού ἔρχεται διά τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας καί γενικῶς διά τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μυστήριο, καί ἡ ὅλη λατρεία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μυστήριο. Ἔχουμε λοιπόν συνεχῶς μέσα μας αὐτή τή Χάρι, καί δέν φεύγει, ὅ,τι καί νά κάνουμε, ἐνόσω εἴμαστε σ᾿ αὐτό τόν κόσμο. Τί θά κάνει ὁ Θεός, ὅταν φύγουμε ἀπό ἐδῶ… Πάντως ἐνόσω εἴμαστε σ᾿ αὐτό τόν κόσμο, ἡ βαπτισματική Χάρις ὑπάρχει μέσα μας.

{Νά ἀφεθοῦμε στό ἐργαστήριο τῆς Χάριτος}

Ἐκεῖνος λοιπόν ὁ ὁποῖος ὕστερα ἀπό ὅσα ἔχουμε πεῖ στίς προηγούμενες συνάξεις καί φθάνουμε ἐδῶ στό νά ἀσχοληθοῦμε λίγο εἰδικότερα μέ τή νοερά προσευχή θελήσει νά χρησιμοποιήσει καί νά ἀξιοποιήσει τή νοερά προσευχή, θά κάνει αὐτό τό ἔργο ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν του ἀκριβῶς ὅλα αὐτά.

Θά μοῦ ἐπιτρέψετε ἀκόμη μία φορά νά πῶ αὐτό πού εἴπαμε καί ἄλλες φορές, ὅτι βαθιά μέσα στήν ψυχή ὑπάρχει ἡ Χάρις σάν μιά σπίθα, ἀλλά τί δέν ἔχει μαζευτεῖ ἐκεῖ μέσα! Τί δέν ἔχει μαζευτεῖ! Ὅλη ἡ ἁμαρτωλή ζωή μας, ὅλες οἱ ἀταξίες μας, ὅλη ἡ ἀνάρμοστη βιοτή μας, πού εἶναι βιώματα αὐτά, ἁμαρτωλά βιώματα. Σάν εἰκόνα νά τό ἔχουμε ὅτι βαθιά σέ κάποια γωνιά τῆς ψυχῆς μας ὑπάρχει στριμωγμένη αὐτή ἡ φλόγα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, αὐτή ἡ σπίθα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί ἀπό ἐπάνω ἔχουν συσσωρευθεῖ ὡς μπάζα, ἄν ἐπιτρέπεται νά πῶ ἔτσι, ὅλα τά ἁμαρτωλά βιώματά μας. Κάνεις κάποια ἁμαρτία; Ἄν δέν μετανοήσεις, αὐτή ἐναποτίθεται μέσα στήν ψυχή σου.

Γιατί νομίζετε εἴμαστε ἔτσι ἀναίσθητοι, σκληροί καί δέν καταλαβαίνουμε; Μᾶς κεντρίζει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, καί ἐμεῖς σάν νά μήν καταλαβαίνουμε τίποτε. Διότι ἔχει σκληρυνθεῖ ἡ ὅλη ὕπαρξή μας, ἔχει σκουριάσει ἡ ὅλη ὕπαρξή μας, ἔχει ἀμβλυνθεῖ πολύ ἡ συνείδησή μας, ἔχει ἀμαυρωθεῖ, ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας. Συσσωρεύονται λοιπόν ὅλα αὐτά τά βιώματα, ἀλλά ἡ σπίθα ὑπάρχει μέσα μας διά τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος καί διά τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὅπως λέει ὁ ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς, καθώς μεγαλώνει κανείς καί λογικεύεται, ἐκεῖνο τό ὁποῖο χρειάζεται, ἐκεῖνο τό ὁποῖο πρέπει νά κάνει, εἶναι νά δώσει τόν ἑαυτό του στή Χάρι, νά ἀφεθεῖ στό ἐργαστήριο τῆς Χάριτος, καί νά ἀρχίσει νά ἐργάζεται μέσα του ἡ Χάρις νά τόν ἁγιάσει καί νά φθάσει, λέει ὁ ἅγιος, στήν τελεία ἀγάπη, στήν ἀγάπη πού ἔχει ὁ Θεός καί ἐκδηλώνει ὁ Θεός.

{Νά ἀνοίξουμε δρόμο στόν Κύριο}

Καί βέβαια, μπορεῖ νά λέμε γιά μετάνοια, νά μιλᾶμε γιά ἐπιστροφή, μπορεῖ νά τά λέμε ὅλ᾿ αὐτά, ἀλλά ὅμως μπορεῖ νά μένουν ξένα ὡς πρός τήν ψυχή μας. Παρά τήν καλή διάθεση πού ἔχει κανείς, παρά τήν καλή πρόθεση πού ἔχει, ἄν θέλετε, παρά τό ὅτι μπορεῖ νά κάνει κάποιες προσπάθειες, αὐτό πού ἔχει δημιουργηθεῖ στά βάθη τῆς καρδιᾶς, στά βάθη τῆς ψυχῆς, δέν χαλάει εὔκολα, δέν φεύγει εὔκολα.

Ἐγώ θά τολμοῦσα νά πῶ ὅτι δημιουργεῖται βαθιά μέσα στήν ψυχή μιά τέτοια κατάσταση, πού δέν τολμᾶ κανείς νά τήν κοιτάξει, δέν τολμᾶ νά τή θίξει, σάν νά διαισθάνεται ὅτι, ἐάν θελήσει νά τήν ἀγγίξει, κατά τό «μή ἐγγίζετε τά κακῶς ἔχοντα», θά γίνει σεισμός μέγας μέσα του, θά γίνει φοβερή ἀναστάτωση, καί μερικοί μάλιστα νιώθουν σάν νά πρόκειται νά τρελλαθοῦν. Καί τά βολεύει κανείς. Ἀρκεῖται στά ἐξωτερικά, κάνει μερικούς τύπους, ἔστω εἰλικρινά _δέν λέμε ὅτι τά κάνει ὑποκριτικά_ καί ἔ, κάτι νιώθει.

Δέν ξέρω, ἄν καμιά φορά ἔχετε προσέξει στόν κῆπο. Βρέχει _προπαντός τό καλοκαίρι συμβαίνει αὐτό_ καί χαλάει ὁ κόσμος. Καί νομίζει κανείς πώς ἔβρεξε πάρα πολύ, καί ὅτι προχώρησε τό νερό βαθιά μέσα στή χῶμα. Ὅταν σταματήσει ἡ βροχή καί σκάψεις, θά δεῖς ὅτι δέν ἔγινε κάτι τέτοιο. Καί λένε συνήθως οἱ χωρικοί μεταξύ τους· «Ἔ, τί ἔβρεξε;». Ρωτάει, ἄς ποῦμε, ὁ ἕνας τόν ἄλλο· «Στήν τάδε περιοχή πού ἤσουν, ἔβρεξε;» «Ἕνα-δυό δάκτυλα» ἀπαντᾶ. Τίποτε, δηλαδή. Ἐνῶ φάνηκε ὅτι ἔβρεξε, δέν προχώρησε ἡ ὑγρασία. Γιά νά προχωρήσει ἡ ὑγρασία ἔτσι βαθιά μέσα, πρέπει νά εἶναι καί ἀνάλογα καλλιεργημένο τό χωράφι, ἔστω ξεροκαλλιεργημένο, καλλιεργημένο ὅμως, ὥστε νά ρουφήξει βαθιά μέσα, καί φυσικά νά πέσει καί πολύ νερό. Ἀλλιῶς, ἡ ὑγρασία μένει πάνω-πάνω. Καί ὅπου εἶναι σπαρμένο ἕνα χωράφι, ἤ μέ καλαμπόκι ἤ μέ κάτι ἄλλο, γιά μιά δυό μέρες μοιάζει ὅτι κάτι ἔγινε, ἀλλά ἐπειδή δέν προχώρησε ἡ ὑγρασία βαθιά, μαραίνεται τό ὅποιο φυτό ὑπάρχει ἐκεῖ καί τελικά ξεραίνεται.

Ἐδῶ λοιπόν εἶναι ὅλο τό θέμα. Νά τολμήσει κανείς, ἀλλά καί νά ἐπιμείνει, ὅσο κι ἄν δυσκολευτεῖ, ὅσο κι ἄν ζοριστεῖ καί ὅση ἀντίσταση κι ἄν συναντήσει, νά ἐπιμείνει λοιπόν νά κάνει αὐτή τήν ἐργασία, πού μᾶς παραδίδουν οἱ Πατέρες, γιά νά ἀνοίξει ὁ δρόμος, καί ἡ καινούργια Χάρις πού δίδει ὁ Κύριος, καθώς τόν ἐπικαλούμαστε, νά ἑνωθεῖ μέ τή Χάρι πού εἶναι σάν παρακαταθήκη καί σάν μαγιά μέσα στά βάθη τῆς ψυχῆς μας, καί νά φουντώσει ἡ φωτιά στήν ψυχή καί νά γίνει κανείς χριστιανός.

Δέν ξέρω πόσοι ἔχετε αὐτή τήν ἐμπειρία, πού σ᾿ ἕνα τζάκι πού ἔκαιγε πολύ, ἄς ποῦμε, τήν προηγούμενη ἡμέρα, κάηκαν πολλά ξύλα καί ἔγινε πολλή στάχτη, καί τό πρωί δέν φαίνεται τίποτε. Κάηκαν τά πάντα. Ἡ νοικοκυρά ὅμως πού ξέρει ἀπό αὐτά τά πράγματα κάθεται καί σκαλίζει, σκαλίζει, σκαλίζει, καί βρίσκει μιά σπίθα, βρίσκει ἕνα μικρό καρβουνάκι ἀναμμένο. Τῆς φθάνει αὐτό. Ἀρκεῖ νά βρεῖ… Γι᾿ αὐτό λέει ὁ στίχος· «Σάν τή σπίθα κρυμμένη στή στάχτη, κρυβόταν γιά μᾶς ἡ λευτεριά…» Καμιά φορά ἴσως ἀκοῦμε τέτοιες φράσεις καί δέν ξέρουμε τή βαθύτερή τους σημασία. Τῆς φθάνει τῆς νοικοκυρᾶς αὐτό. Ἀμέσως βάζει κάποια χαρτιά, βάζει κάποια προσανάμματα καί γίνεται φωτιά. Ἀλλά πρέπει νά βρεῖ τή σπίθα.

Καί ἴσως νά εἶναι κάπως τολμηρό αὐτό πού θά πῶ. Ὁ Κύριος μᾶς βάπτισε καί μᾶς ἔδωσε τή βαπτισματική Χάρι, καί ἐναπετέθη ἐκεῖ στήν ψυχή μας. Αὐτή εἶναι ἡ παρακαταθήκη, αὐτή εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα μας, αὐτή εἶναι ἡ μαγιά. Ἄν ὅμως ἐπιτρέπεται νά πῶ, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὅταν ἔρχεται στή γῆ, καί ἐνῶ ὅλα εἶναι ἁπλῶς νομικά, δέν τά παραβλέπει καί οὔτε λέει· Πέρα ὅλα αὐτά· καινούργια πράγματα τώρα. Ὄχι. Μέσα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, πού εἶναι καί αὐτά τοῦ Θεοῦ _πού περιτέμνεται, πού σαραντίζει, ἄς ποῦμε ἔτσι, πού προσφέρουν οἱ γονεῖς του τά τρυγόνια, πού πηγαίνει δωδεκαετής κατά τή συνήθεια στόν ναό, πού πάει στή συναγωγή, πού μαζί τους διαβάζει τούς προφῆτες κλπ._ μέσα ἀπό τήν ὅλη Παλαιά Διαθήκη, παρουσιάζεται ἡ καινούργια πραγματικότητα, ὅτι δηλαδή τώρα ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐνηνθρώπησε, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔγινε ἄνθρωπος, ὅμως εἶναι ἄνθρωπος ἀναμάρτητος καί σώζει τόν κόσμο.

Ἔτσι, ἐφόσον ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὡς ἀρραβώνα τῆς σωτηρίας μας τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τοῦ Βαπτίσματος καί γενικότερα μᾶς τή δίνει διά τῆς Ἐκκλησίας, καί εἶναι ἐκεῖ μέσα ὁ ἴδιος, πρέπει τρόπον τινά νά ἀνοίξουμε δρόμο στόν Κύριο νά βρεῖ αὐτό τό ὁποῖο ἔχει βάλει ἐκεῖ μέσα μας, γιά νά ἀνάψει ἡ φωτιά στήν ψυχή, καί νά γίνει, ὅπως εἴπαμε, ὁ ἄνθρωπος χριστιανός.

{Ψάχνε μέ τήν εὐχή νά βρεῖς τή σπίθα}

Παλαιότερα οἱ Πατέρες ἔκαναν κατά διαφορετικότερο τρόπο τό ὅλο ἔργο. Οἱ νεώτεροι, ὅπως εἴπαμε, ἀπό τόν 12ο αἰώνα καί ἔπειτα βρῆκαν αὐτή τήν προσευχή, τήν εὐχή, καί συνιστοῦν ὅτι δέν πρέπει νά κουραστεῖ κανείς νά λέει τήν εὐχή. Βέβαια, θά ἀγωνίζεσαι συγχρόνως νά κάνεις τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, θά ἐμπιστεύεσαι στόν Θεό, θά προσεύχεσαι γενικῶς, θά ἐκκλησιάζεσαι, θά εἶσαι μέσα στήν Ἐκκλησία, ἀλλά θά κάνεις καί αὐτό τό ἔργο, τό ὁποῖο ἔχει αὐτό τόν χαρακτήρα· ψάχνεις νά βρεῖς τή σπίθα. Γι᾿ αὐτό λένε οἱ Πατέρες ὅτι, ὅταν ἀρχίσει κανείς νά λέει τήν εὐχή, χρειάζεται νά συμμαζέψει τόν ἑαυτό του, ὁ ὁποῖος _εἴπαμε_ εἶναι διαλυμένος, εἶναι σχισμένος.

Ἀναφέραμε τήν ἄλλη φορά ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει τή λογιστική δύναμη, τή νοητική δύναμη καί τήν ἀγαπητική δύναμη. Στή λογιστική δύναμη δίνεις τήν προσευχή· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Τή λές εἴτε μέ τό στόμα εἴτε ἀπό μέσα σου. Δίνεις λοιπόν στή λογιστική δύναμη τή δουλειά αὐτή καί προσπαθεῖς νά συμμαζέψεις τόν νοῦ σου νά προσέχει τήν εὐχή. Καί ἡ καρδιά _ἡ ἀγαπητική δύναμη_ ἀρχίζει καί συμμετέχει, ὅσο μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος, γιατί ὅ,τι καί νά ἔγινε, τό «κατ᾿ εἰκόνα», εἴπαμε, μένει ὥς ἕνα βαθμό. Αὐτή τήν ἀγαπητική δύναμη τή δίνεις στόν Κύριο. Μέ τή λογιστική δύναμη λοιπόν λές τήν εὐχή, ἡ νοητική δύναμη προσέχει τό νόημα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», καί ἡ ὅλη βούληση τῆς ψυχῆς, ἡ ὅλη ἀγάπη τῆς ψυχῆς, δίνεται στό ὄνομα τοῦ Κυρίου, δίνεται στόν Χριστό.

Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς· Ἐάν ἁπλῶς τό κάνεις αὐτό, δηλαδή ἁπλῶς συμμαζευτεῖς στόν ἑαυτό σου, τί θά βρεῖς μέσα σου; Εἴδωλα θά βρεῖς. Τό θέμα εἶναι ὁ Χριστός νά μπεῖ μέσα διά τῆς εὐχῆς. Τό θέμα εἶναι ὁ Χριστός νά φτιάξει μέσα σου τήν καινούργια κατάσταση· νά χριστοποιηθεῖ ἡ ψυχή, καί ὄχι ἁπλῶς νά δεῖς τόν ἑαυτό σου, ὁ ὁποῖος τί μπορεῖ νά εἶναι ἄλλο ἀπό μιά κόλαση, ὅπως λέγαμε καί ἄλλη φορά.

Ὅλο αὐτό τό ἔργο στήν ἀρχή γλυκαίνει τόν ἄνθρωπο ἀνάλογα. Ἔπειτα σάν νά χάνει κανείς τό βίωμα αὐτό, καί μάλιστα μερικοί λένε «μά τόσο καλά εἶχα ἀρχίσει, γιατί…» Ἀρχίζει αὐτό τό ἔργο νά φαίνεται ξηρό, νά φαίνεται ἄχαρο, νά φαίνεται δύσκολο, νά φαίνεται ὅτι εἶναι σάν τό ψάξιμο τῆς σπίθας στή στάχτη ἀπό τή νοικοκυρά. Καί ὅπως εἶπα προηγουμένως, ἡ νοικοκυρά πού ξέρει ἀπ᾿ αὐτά, δέν κουράζεται. Ψάχνει καί ψάχνει βεβαία ὅτι θά βρεῖ τή σπίθα. Καί ἐκεῖ μέσα στή στάχτη μπορεῖ καί νά μή βρεῖ. Ἐδῶ ὅμως εἶναι βέβαιο ὅτι ὑπάρχει ἡ σπίθα μέσα μας.

Καί ἐπιμένει κανείς, ἐπιμένει, ἐπιμένει, ταπεινά, ἁπλά, μέ μετάνοια, ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στόν Κύριο. Καθώς ἀναφέρει κανείς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου, γλυκαίνεται, διότι δέν γίνονται αὐτά κατά σκοτεινό τρόπο. Μπορεῖ νά μπαίνει κανείς σέ μιά σκοτεινή, ἄς ποῦμε, σπηλιά, ἔτσι πού εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, μέ ὅλα αὐτά πού ἔχει συσσωρεύσει ἐκεῖ μέσα, μπορεῖ νά φαίνονται τά πράγματα ἄχαρα, ἀλλά μπαίνει μαζί μέ τόν Κύριο, ἐπικαλεῖται τόν Κύριο, τό ὄνομα τοῦ Κυρίου, γιά τό ὁποῖο ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος πού γιορτάζουμε σήμερα λέει «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους».

{Ὅταν μέ τήν εὐχή τά τρία γίνουν ἕνα, βρίσκουμε μέσα μας τόν παράδεισο}

Κάνοντας λοιπόν αὐτό τό ἔργο, ἑνοποιεῖται ὁ ὅλος ἄνθρωπος καί ξεφεύγει ἀπό τή σχιζοφρένεια πού ἔχει δημιουργήσει ἡ ἁμαρτία. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέει· «Ὅταν τά τρία _δηλαδή οἱ τρεῖς αὐτές δυνάμεις τῆς ψυχῆς, ἡ λογιστική δύναμη, ἡ νοητική καί ἡ ἀγαπητική_ ἑνωθοῦν, γίνουν ἕνα, καί τό ἕνα παραμένει τρία _διότι ὁ ἄνθρωπος δέν ἀλλοιώνεται, δέν ἀλλάζει· ἡ δομή του παραμένει ἴδια_ τότε φανερώνεται ἡ Ἁγία Τριάς». Καί ἐνῶ εἶναι ἔτσι τά πράγματα, τί νά πεῖ κανείς ὕστερα γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους; Πολλοί εἶναι πού τά ἀκοῦν αὐτά καί λίγο-πολύ πιστεύουν ὅτι κάπως ἔτσι εἶναι, ἀλλά μένουν μακριά. Καί ἄν κάνουν, θά κάνουν κάποια τυποποιημένα πράγματα· δέν ἐπιμένουν.

Οἱ ἅγιοι Πατέρες, πού ἔχουν ἀσχοληθεῖ μέ τό θέμα αὐτό, καί μέ τήν ἔννοια ὅτι ἔγραψαν καί εἶπαν, ἀλλά καί μέ τήν ἔννοια ὅτι ἐφήρμοσαν ἔτσι τά πράγματα, λένε ὅτι αἰσθάνεται κανείς σάν νά ἦταν στά ξένα, στήν ξενιτιά, ἐδῶ κι ἐκεῖ, καί γύρισε σπίτι του, βρῆκε τό σπίτι του, βρῆκε τούς δικούς του καί εὐφραίνεται. Ὅπως ἀκριβῶς δηλαδή τό βλέπουμε στήν περίπτωση τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Τί δέν ἔζησε ὁ καημένος ὁ ἄσωτος! Ἀλλά ἦλθε ἡ ὥρα πού γύρισε, καί νά, ὁ πατέρας τόν περιμένει καί τόν παίρνει μέσα, τοῦ βάζει δαχτυλίδι, τοῦ δίνει τήν πρώτη στολή, θυσιάζει τόν μόσχο τόν σιτευτό καί λέει «δεῦτε εὐφρανθῶμεν», καί ἄρχισαν νά εὐφραίνονται καί νά πανηγυρίζουν (Λουκ. 15, 11-32). Ἀρχίζει τό πανηγύρι· δέν εἶναι ἁπλῶς ὑπόσχεση.

Ὄντως δηλαδή ἐνῶ εἶναι κανείς ἀκόμη σ᾿ αὐτό ἐδῶ τόν κόσμο _ὁ κόσμος εἶναι αὐτό πού εἶναι, πᾶνε ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι καί χάνονται μέσα στήν ἀφροσύνη τους_ ἐάν ἐργασθεῖ ἔτσι, βρίσκει μέσα στήν ψυχή του τόν παράδεισο. Γιατί ἐκεῖ μέσα εἶναι ὁ Χριστός. Γιατί ἐκεῖ εἶναι ἡ βαπτισματική Χάρις. Προσέξτε, προσέξτε· εἶναι ἐκεῖ ἐν μυστηρίῳ, εἶναι διά τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Εἶναι φοβερό πράγμα τό Βάπτισμα. Μεγάλο μυστήριο. Ὁ Θεός βρῆκε τρόπο καί κόλλησε μέσα στήν ψυχή μας τή Χάρι, ἡ ὁποία δέν φεύγει, ἀλλά μένει ἐκεῖ.

Ἐάν λοιπόν τά σκεφθεῖς ἔτσι, ἐάν τά πάρεις ἔτσι καί ἐνεργήσεις ἀνάλογα, ἔχοντας συνεχῶς στό στόμα σου ἀλλά καί στόν ἐνδιάθετο λόγο, ὅπως λέγεται, τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», τότε λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς «ὀφθήσεταί σοι ἡ Ἁγία Τριάς». Ὅπως ἀκριβῶς λέει ὁ Κύριος· «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ἰω. 14, 23). Μέσα στήν ψυχή αὐτή θά σκηνώσει ὁ Κύριος. Ἤ ὅπως λέει ὁ Κύριος στήν Ἀποκάλυψη· «Ἰδοὺ ἕστηκα ἐπί τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ᾿ ἐμοῦ» (Βλ. Ἀποκ. 3, 20).

{Νά ἀρχίσουμε νά λέμε τήν εὐχή}

Ἑπομένως, νά ἀρχίσουμε νά λέμε τήν εὐχή, χωρίς νά ἀφήσουμε τίποτε ἀπό τά ἄλλα· δηλαδή τή μετάνοια, τήν προσευχή γενικότερα, τόν ἐκκλησιασμό, τά μυστήρια. Ἀλλά κυρίως νά λέμε τήν εὐχή. Πρέπει νά ἀνοίξει ὁ δρόμος, νά μπεῖ ὁ Κύριος μέσα μας, νά μποῦμε μαζί του ἐκεῖ στά βάθη τῆς ψυχῆς μας, νά βροῦμε τή βαπτισματική Χάρι. Εἶναι καλό νά λέει κανείς τήν εὐχή παντοῦ καί πάντοτε καί μακάριος ἐκεῖνος πού τό κάνει. Ὡστόσο ὅμως κατά ἕναν εἰδικό τρόπο καί κατά ἕνα μόνιμο τρόπο καί μ᾿ αὐτό τό πνεῦμα πού εἴπαμε, νά δουλέψει κανείς στό ἔργο αὐτό. Τό ἄλλο, δηλαδή τό νά λέει κανείς ἁπλῶς τήν εὐχή ὅπου βρίσκεται, εἶναι καλό ἀπό κάποια πλευρά, ἀλλά μένει ἔτσι ἐξωτερικά τό ἔργο αὐτό, εἶναι ἁπλῶς ἡ λίγη βροχή πού πέφτει καί κάπως μαλακώνει τό χῶμα πάνω-πάνω, κάπως δροσίζει τά φυτά, τά ὅποια φυτά εἶναι ἐκεῖ, τά χόρτα κλπ., ἀλλά πάνω-πάνω.

Καλό εἶναι κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὅπου κι ἄν βρίσκεσαι, ὅ,τι κι ἄν κάνεις, ἀντί νά θυμώνεις ἤ ἀντί νά συλλογίζεσαι ὁτιδήποτε ἄλλο, νά λές τήν εὐχούλα. Ἀλλά πρέπει ὅμως ἐκεῖ νά ἀφοσιωθεῖ κανείς. Καί μήν πεῖς· «Ἔ, ἔτσι πού εἴμαστε ἐμεῖς, μποροῦμε νά τό κάνουμε;» Ἐδῶ εἶναι θέμα ζωῆς ἤ θανάτου· μήν τά παίρνουμε ἀψήφιστα. Οἱ πάντες, ὁ καθένας μας, πρέπει νά κάνουμε αὐτό τό ὁποῖο ἐπιβάλλει ἡ πραγματικότητα. Νά τό κάνουμε, γιά νά ἐλεηθοῦμε.

Πρίν ἀπό ἀρκετά χρόνια εἶχε γράψει ἕνας κληρικός, ἔγγαμος μάλιστα, ἕνα τευχίδιο μέ τίτλο «Τετρακτύς». Τετρακτύς διότι εἶχε τέσσερα θέματα. Καί ἕνα ἀπό τά θέματα ἦταν καί αὐτό τῆς εὐχῆς. Καί τά ἔλεγε πάρα πολύ ὡραῖα. Πάρα πολύ ὡραῖα, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἦταν πιό κοντά πρός ἐμᾶς πού ζοῦμε στόν κόσμο, καί μποροῦσε ἔτσι νά τά καταλάβει κανείς καλύτερα. Καί ἄν θυμᾶμαι καλά _πρίν ἀπό τριάντα χρόνια ἴσως καί περισσότερο πρέπει νά τό ἔχω διαβάσει_ ἐπέμενε πάρα πολύ στό νά φροντίσει νά βρεῖ κανείς, εἴτε τό πρωί εἴτε τό βράδυ, εἴτε μόνο τό πρωί, εἴτε μόνο τό βράδυ, ἀρκετή ὥρα, καί νά ἐπιμένει στό ἔργο αὐτό, νά λέει τήν εὐχή.

Νά φέρουμε παράδειγμα τό ὅτι βρῆκαν τόν τίμιο Σταυρό σκάβοντας συνεχῶς. Ἡ ἁγία Ἑλένη, ὅπως θά ξέρετε, γιά νά παρακινήσει τούς ἐργάτες, ἐπειδή δέν εἶχαν τότε μπουλντόζες καί ἄλλα σκαπτικά μηχανήματα, καί ἐπειδή μέσα στό σπήλαιο πού εἶχαν ρίξει τόν τίμιο Σταυρό εἶχαν συσσωρευτεῖ πολλά χώματα καί μπάζα καί ἦταν δύσκολο νά ἀδειάσει, τούς ἔριχνε φλουριά χρυσά. Καί ψάχνοντας νά βροῦν τά φλουριά, ἔσκαψαν, ἔσκαψαν, καί βρῆκαν τόν τίμιο Σταυρό. Ἔτσι, χρειάζεται νά ἐπιμείνει κανείς σ᾿ αὐτή τήν ἐργασία, γιά νά ἀνοίξει ἡ ψυχή, καί νά βρεθεῖ ἡ σπίθα τῆς Χάριτος. Νά βάλει κατά μέρος κανείς, χωρίς νά φοβηθεῖ, τά ὅποια βιώματα,  τά ἁμαρτωλά, ἄν θέλετε, καί τά ἄρρωστα βιώματα. Ὁ Χριστός, ἀφοῦ βλέπει ὅτι τό θέλουμε, θά κατέβει σιγά-σιγά καί θά βρεῖ ὁ Κύριος τρόπο νά ἔλθει σέ κοινωνία μέ τήν ψυχή μας.

Βλέπετε, ὁ Χριστός ἦλθε νά σώσει τόν κόσμο καί εἶχε ἄμεση ἐπαφή, ἄν μποροῦμε νά τό ποῦμε ἔτσι, ἄν δέν εἶναι τολμηρό νά τό ποῦμε αὐτό, μέ ὅ,τι εἶχε δώσει ὁ Θεός καί ὅ,τι εἶχε κάνει ὁ Θεός _φυσικά ἡ ὅλη Ἁγία Τριάδα_ ὥς ἐκείνη τήν ὥρα. Δέν τά ἀγνοεῖ αὐτά. Ἔρχεται ὁ Χριστός καί γι᾿ αὐτό, ὅπως εἴπαμε, καί γεννᾶται, ἀλλά καί μέσα ἀπό ὅλα αὐτά πού λέει ὁ νόμος, πού τά τηρεῖ ὅλα, δημιουργεῖ τήν καινούργια κατάσταση.

Δέν ξέρω πόσο μποροῦμε νά καταλάβουμε τί φωτιά ἀνάβει σ᾿ ἕνα τζάκι, στό ὁποῖο βρῆκε ἡ νοικοκυρά τή σπίθα καί βάζει προσανάμματα, χαρτιά, κάποια φύλλα ξηρά, καί μετά καί χοντρά ξύλα. Δέν χρειάζεται νά περάσουν μέρες· ἀρκεῖ νά βρεῖ τή σπίθα, ἀρκεῖ νά γίνει αὐτή ἡ ἐργασία.

{Θά παρακαλοῦσα… }

Καλά εἶναι λοιπόν νά βροῦμε χρόνο νά κάνουμε καί τήν ἰδιαίτερη αὐτή ἐργασία. Θά ποῦμε βέβαια καί ἄλλα πιό συγκεκριμένα, ἐλπίζω τήν ἄλλη φορά. Ὅμως νά σᾶς θυμίσω πάλι αὐτό πού εἴπαμε τήν περασμένη φορά· παρακαλῶ, ὅλοι νά κάνουμε μιά προσπάθεια νά ἀρχίσουμε λίγο νά δεσμευόμαστε. Συνήθως ὅταν μιλοῦμε στόν κόσμο, κοιτᾶμε μήν τυχόν κάποιον τόν ζορίσουμε. Καί βέβαια, εἶναι καλό νά τά ἀφήνουμε ἐλεύθερα, ἀλλά ἅπαξ καί ἔρχεται κανείς νά ἀκούσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά ἀκούει τήν ὅλη ἀλήθεια καί _πῶς νά ποῦμε;_ νά δεσμεύεται κιόλας.

Ἔτσι λοιπόν ἐγώ θά παρακαλοῦσα λίγο δεσμευτικῷ τῷ τρόπῳ νά ἀρχίζουμε τήν ἡμέρα μας, ὅπως εἴπαμε, μέ τρεῖς μετάνοιες καί νά λέμε μέ ὅλη τήν καρδιά μας καί τήν εὐχή. Τρεῖς μετάνοιες νά κάνουμε, καί ὅταν τελειώνει ἡ ἡμέρα καί πᾶμε νά κοιμηθοῦμε. Καί κατά τή διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὅσες φορές θυμηθοῦμε, νά λέμε τήν εὐχή. Μάλιστα, ἄν μπορέσουμε νά βροῦμε καί κατάλληλη ὥρα καί κατάλληλο χῶρο, γιά νά κάνουμε κάπως εἰδικότερη προσπάθεια.

{Πάντοτε παραμονεύει τό μή γνήσιο}

Νά ξέρετε ὅτι πάντοτε κοντά στό ἀληθινό, στό γνήσιο, παραμονεύει καί τό πλαστό, τό νόθο. Ἡ ἁγία Γραφή πού ἔχουμε, γιά νά ἀναφερθοῦμε στήν Καινή Διαθήκη, ἔχει τέσσερα Εὐαγγέλια. Ξέρετε πόσα μή γνήσια εὐαγγέλια εἶναι γραμμένα καί ὑπάρχουν ἀπό ἐκείνη τήν ἐποχή καί λέγονται ἀπόκρυφα εὐαγγέλια; Καί πράξεις τῶν Ἀποστόλων ὑπάρχουν ἄλλες, καί ἐπιστολές ὑπάρχουν καί ἄλλες, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία θεώρησε θεόπνευστα βιβλία αὐτά πού ξέρουμε. Καί εἶναι σημαντικό τό ὅτι αὐτό πού ἡ Ἐκκλησία τό 200 περίπου μ.Χ. τό ἔκανε ὡς κανόνα καί εἶπε αὐτά εἶναι τά γνήσια Εὐαγγέλια, τό δέχεται ὅλη ἡ χριστιανοσύνη, ἀκόμη καί οἱ προτεστάντες, ἀκόμη καί οἱ καθολικοί καί ἄλλοι. Ὅλοι ἀπό ἐκεῖ καί πέρα δέχονται αὐτά τά γνήσια, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία τά ἔβγαλε μέσα ἀπό πόσα ἄλλα μή γνήσια.

Ἔτσι, παραμονεύει πάντοτε τό μή γνήσιο, τό μή ἀληθινό. Καί βλέπετε, ἄλλος ἀπό ἐδῶ, ἄλλος ἀπό ἐκεῖ, πῶς ἔχουν τά κομποσχοίνια. Τά ἔχουν σάν βραχιόλια, τά ἔχουν σάν διακοσμητικά· δέν εἶναι πάντοτε αὐτά γνήσια καί ἀληθινά. Καθώς ὑπάρχει ἡ τάση στόν ἄνθρωπο πάντοτε νά τά συμβιβάζει, δέν ἔχει τό κουράγιο νά ξεκόψει καί νά πεῖ· «Ἐγώ δέν δέχομαι τόν Θεό, δέν δέχομαι τά τοῦ Θεοῦ» καί νά τραβήξει τόν δρόμο του. Θέλει νά ἐμφανίζεται ὅτι εἶναι τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κάνει καί τίς ἁμαρτίες του. Καί φθάνουμε σέ φοβερές καταστάσεις· στό ἕνα χέρι ἔχει κανείς κομποσχοίνι καί στό ἄλλο νά μήν πῶ τί ἔχει.

Θά ποῦμε καί ἄλλα, ὥστε νά γνωρίζουμε τήν ἀλήθεια, νά γνωρίζουμε τό γνήσιο, νά γνωρίζουμε αὐτό ἀκριβῶς πού κάνει ὁ Χριστός στή ψυχή μας, καί νά διακρίνουμε τά νόθα ἀπό τά γνήσια, καί τελικά νά γίνει αὐτό ἀκριβῶς πού ποθοῦμε ὅλοι τόσο πολύ· νά σωθοῦμε, νά ἔχουμε ὄντως μέσα μας τόν Χριστό. Καί καθώς εἴμαστε μέσα στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ποθοῦμε νά συσταυρωθοῦμε μέ τόν Χριστό καί νά συναναστηθοῦμε μέ τόν Χριστό.

24-3-1996

* Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο «Τό μυστήριο τῆς σωτηρίας» Β´ ἔκδ.