Αγιολογικα
A+
A
A-

261. Τῶν ἁγίων νηπίων τῶν ὑπό τοῦ Ἡρώδου ἀναιρεθέντων

Τῶν ἁγίων νηπίων τῶν ὑπό τοῦ Ἡρώδου ἀναιρεθέντων[1]

 

Κυριακή μετά τήν Χριστοῦ Γέννησιν σήμερα, καί ἡ εὐαγγελική περικοπή πού ἀκούσαμε μᾶς δίνει τήν ἀφορμή νά παρατηρήσουμε καί νά προσέξουμε τρία σημεῖα, παρακαλῶ.

 

Σημασία ἔχει ποιό εἶναι τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ

 

Τό πρῶτο. Βλέπουμε ἀπό τό ἕνα μέρος τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ νά ὑπακούουν σ᾿ αὐτά πού ὁ Θεός τούς λέει καί ἀπό τό ἄλλο μέρος αὐτούς πού δέν θέλουν νά ὑπακούουν στόν Θεό καί κάνουν τά δικά τους.

Ἡ Παναγία δέν σκέφτηκε ποτέ ὅτι θά γινόταν μητέρα τοῦ Θεοῦ· ἀλλά ὅταν ἐκλήθη νά ὑπηρετήσει κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο τόν Θεό, ἔκλινε τήν κεφαλή λέγοντας Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμά σου.[2] Ἀπό κεῖ καί πέρα ἡ Παναγία ἀφήνει τά τυχόν σχέδια καί ὄνειρα πού εἶχε στή ζωή της καί ὑπακούει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀκολουθεῖ αὐτά τά ὁποῖα τῆς λέει ὁ Θεός.

Τό ἴδιο καί ὁ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος καί αὐτός εἶχε ἀσφαλῶς τά σχέδιά του καί, ἄν θέλετε, τά ὄνειρά του στή ζωή. Θά ζοῦσε βέβαια ὡς ἄνθρωπος θρησκευτικός καί ὄχι ὡς μή θρησκευτικός, ἀλλά δέν ἔφτανε αὐτό. Ὅταν ὁ Θεός τόν κάλεσε νά ὑπηρετήσει τό σχέδιό του, πρόθυμα δέχεται καί αὐτός, ὑποτάσσεται στόν Θεό καί ὑπηρετεῖ τόν Θεό. Καί τόν βλέπουμε τόν Ἰωσήφ νά ξεκινάει ἀπό τή Ναζαρέτ γιά νά ἔλθει στή Βηθλεέμ, καί λίγο ἀργότερα, χωρίς νά τό ἔχει καθόλου στό πρόγραμμά του, εὐχαρίστως δέχεται νά πάει στήν Αἴγυπτο, καί μετά, ὅταν ἐμφανίζεται καί πάλι ὁ ἄγγελος, δέχεται νά γυρίσει πίσω· καί δέν μένει στήν Ἰουδαία, ἀλλά πηγαίνει στή Ναζαρέτ.

Τό ἴδιο, θά λέγαμε, καί οἱ μάγοι, οἱ ὁποῖοι ἦρθαν ἀπό τά βάθη τῆς ἀνατολῆς. Προσκύνησαν τόν Χριστό καί εἶχαν καί αὐτοί στό πρόγραμμά τους ἤ, καλύτερα, εἶχαν δώσει ὑπόσχεση στόν Ἡρώδη ὅτι θά ἐπιστρέψουν πάλι σ᾿ αὐτόν γιά νά τοῦ ποῦν ποῦ εἶναι ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων. Ὅταν ὅμως πληροφοροῦνται ἀπό τόν ἄγγελο τοῦ Θεοῦ ὅτι δέν πρέπει νά ἐπιστρέψουν στόν Ἡρώδη, εὐχαρίστως τό δέχονται. Προθυμότατα ὑποτάσσονται καί αὐτοί στό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀλλάζουν πορεία. Δέν δυσκολεύονται νά ἀλλάξουν γνώμη, νά ἀλλάξουν πρόγραμμα. Δέν δυσκολεύονται νά βγοῦν ἀπό τό σχέδιο τό δικό τους καί νά ὑποταχθοῦν στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ.

Ὅλοι αὐτοί καί ἄλλοι πολλοί κοντά σ᾿ αὐτούς, πού εἶναι ἄνθρωποι θρησκευτικοί, εἶναι ἕτοιμοι νά ἀκούσουν τόν Θεό, νά ὑπακούσουν σ᾿ αὐτόν, νά συμμορφωθοῦν μέ τό θέλημά του παραιτούμενοι ἀπό τό θέλημα τό δικό τους καί τά σχέδια τά δικά τους, ἔστω κι ἄν τά σχέδιά τους καί τά προγράμματά τους εἶναι θρησκευτικά. Δέν ἔχει αὐτό σημασία. Σημασία ἔχει ποιό εἶναι τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, τί θέλει ὁ Θεός.

Ἀπό τό ἄλλο μέρος εἶναι ὁ Ἡρώδης, ὁ ὁποῖος κάνει ὅ,τι κάνει, ὄχι μόνο διότι εἶναι ἕνας κακός ἄνθρωπος, ἕνας ἐγκληματίας, ἀλλά καί διότι σκέπτεται τόν ἑαυτό του, μή χάσει τή θέση του, μή χάσει τόν θρόνο του, τή βασιλεία του. Ἐάν δέν κινδύνευε –ὅπως νόμιζε αὐτός– ὁ θρόνος του,  ἄν δέν κινδύνευε ἡ θέση του, ἴσως νά μήν ἔφτανε στό σημεῖο νά θανατώσει τόσες χιλιάδες παιδιά. Ἐπειδή ὅμως δέν θέλει νά χάσει τή θέση του, τόν θρόνο του, γι᾿ αὐτό δέν μπορεῖ νά βγεῖ ἀπό τόν ἑαυτό του καί νά συλλάβει τά μηνύματα τοῦ Θεοῦ.

Θά μποροῦσε καί αὐτός, ὅταν ἄκουσε ὅλα ἐκεῖνα πού διηγοῦνταν οἱ μάγοι ἐξ ἀνατολῶν, νά σκεφτεῖ λίγο διαφορετικότερα, διότι ἦταν λίγο θρησκευτικός· δέν ἦταν τελείως ξένος καί ἀνίδεος. Ἀλλά καί ὅταν ἦρθαν οἱ ἁρμόδιοι καί τοῦ εἶπαν μέ βάση τίς προφητεῖες ποῦ θά γεννηθεῖ ὁ βασιλεύς τῶν Ἰουδαίων, θά μποροῦσε νά σκεφτεῖ καί νά πεῖ: «Ναί μέν ἐγώ ἔτσι τά θέλω τά πράγματα καί ὁπωσδήποτε δέν θέλω νά χάσω τή θέση μου, ἀλλά πιό πάνω ἀπό μένα εἶναι ὁ Θεός, καί ὅλα δείχνουν ἐδῶ ὅτι ὁ Θεός ὁμιλεῖ, ὁ Θεός ἐνεργεῖ, ὁ Θεός ἔχει ὑπό τήν προστασίαν του αὐτό τό παιδί, ὁ Θεός ἔχει ὑπό τήν προστασίαν του αὐτούς τούς ἀνθρώπους». Ὅμως, ὄχι. Τίποτε δέν κατάλαβε, τίποτε ἀπό αὐτά δέν σκέφτηκε ὁ Ἡρώδης.

 

Ἀπό ποῦ προέρχονται ὅλα τά καλά καί ἀπό ποῦ ὅλα τά κακά

 

Αὐτό συμβαίνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι κλεισμένος στόν ἑαυτό του, ὅταν σκέπτεται μόνο τόν ἑαυτό του, τό ἐγώ του, ὅταν εἶναι ἐγωλάτρης, ἐγωιστής καί δέν ξέρει τίποτε ἄλλο παρά μόνο τόν ἑαυτό του καί τά δικά του. Καί αὐτό, παρακαλῶ, νά τό προσέξουμε ὄχι μόνο στίς περιπτώσεις αὐτές πού εἶναι πολύ χτυπητός ὁ ἐγκλωβισμός αὐτός μέσα στόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί στίς ἄλλες περιπτώσεις πού δέν φαίνεται τόσο πολύ, ὅμως ὅλοι λίγο πολύ εἴμαστε θύματα. Ὅταν λοιπόν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐγωιστής καί ἐγωλάτρης, δέν μπορεῖ νά καταλάβει, δέν μπορεῖ νά συλλάβει τά μηνύματα τοῦ Θεοῦ.

Καί νά μέ συγχωρήσετε πού θά πῶ: Κι ἐμεῖς πού εἴμαστε αὐτή τήν ὥρα ἐδῶ, καί εἴμαστε ὡς ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, ὡς χριστιανοί, ὡς ἄνθρωποι πού πιστεύουμε στόν Θεό καί ἤρθαμε νά γιορτάσουμε καί σήμερα τήν Κυριακή ἡμέρα ἀλλά καί τά Χριστούγεννα, διότι ἀκόμη ἔχουμε μεθέορτα, κι ἐμεῖς ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται ὅτι καθόλου δέν συμφωνοῦμε μέ τόν Ἡρώδη καί μέ ὅλους αὐτούς πού ἔγιναν ἐχθροί τοῦ Θεοῦ καί ἐδίωξαν τήν Ἐκκλησία, κι ἐμεῖς  ἀκόμη μπορεῖ νά εἴμαστε δοῦλοι τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἐγωιστές, ἐγωλάτρες καί νά μή βγαίνουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας. Εἴμαστε θρησκευτικοί, εἴμαστε χριστιανοί, ὅσο δέν θίγεται ὁ ἑαυτός μας· εἴμαστε καλοί μέ τούς ἄλλους, ὅσο δέν θίγεται ὁ ἑαυτός μας. Ὅταν θιγεῖ ὁ ἑαυτός μας, ἕτοιμοι εἴμαστε νά κάνουμε κι ἐμεῖς ὅ,τι μποροῦμε γιά νά περισώσουμε τόν ἑαυτό μας.

Ἀπό ἐδῶ προέρχονται ὅλα τά κακά, ἀδελφοί μου. Ἐνῶ τά καλά προέρχονται ἀπό τό νά εἶναι οἱ ἄνθρωποι πρόθυμοι νά ἀφήνουν τά δικά τους θελήματα, τά δικά τους σχέδια καί προγράμματα, τή δική τους γνώμη, νά ἀφήνουν ὅλο ἐκεῖνο τό ὁποῖο ὑπηρετεῖ τό ἐγώ τους καί προθυμότατα νά ὑποτάσσονται, νά ὑπακούουν στόν Θεό. Ἀπό ἐδῶ προῆλθαν ὅλα τά καλά. Ὁ Χριστός ὁ ἴδιος ἦρθε στή γῆ, ὑπετάγη στό θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατρός, καί ἔτσι ἦρθε ἡ σωτηρία στόν κόσμο. Καί βρέθηκαν πολλοί πού ἀκολούθησαν τόν Χριστό ἀφήνοντας τό ἐγώ τους, τόν ἐγωισμό τους, τήν ἐγωλατρία τους. Ὅλα τά κακά στόν κόσμο συμβαίνουν, διότι λίγο πολύ οἱ ἄνθρωποι –πολλοί ἄνθρωποι, ὄχι λίγοι, πολλοί καί ἀπό μᾶς ἐδῶ– σέ τελευταία ἀνάλυση καί, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, σκεπτόμαστε καί ἐνεργοῦμε ὅπως ὁ Ἡρώδης: μήν τυχόν μᾶς θίξουν στό θέλημά μας.

 

Τό διπλό ἔγκλημα τῶν ἐκτρώσεων

 

Τό ἕνα σημεῖο, ἀδελφοί μου, πού ἤθελα νά θίξω στήν ἀγάπη σας εἶναι αὐτό. Ἕνα δεύτερο σημεῖο. Δέν μποροῦμε σήμερα πού ἡ Ἐκκλησία μας κάνει λόγο μέ τήν εὐαγγελική περικοπή γιά τή σφαγή τῶν παιδιῶν αὐτῶν ἀπό τόν Ἡρώδη, νά μή σκεφτοῦμε λίγο ἐπάνω στό μεγάλο θέμα τῆς σφαγῆς πού γίνεται στίς μέρες μας. Πόσα καί πόσα παιδιά δέν σφάζονται κάθε μέρα καί μένουμε καί ἥσυχοι! Πετροβολοῦμε τόν Ἡρώδη καί τόν καταριόμαστε καί πολλά ἄλλα τοῦ φορτώνουμε, ἀλλά ἀπό τό ἄλλο μέρος, πάντοτε τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, δέν εἴμαστε ἴσως ἐμεῖς λιγότερο φονιάδες ἀπό ὅ,τι εἶναι ὁ Ἡρώδης.

Πόσα καί πόσα παιδιά, πρίν ἀκόμη δοῦν τό φῶς τῆς ἡμέρας, πρίν ἀκόμη ἔρθουν στή ζωή πού εἶναι ἔξω ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάνας τους, φονεύονται! Πόσα στήν Ἑλλάδα, πόσα πιό πέρα καί πόσα σέ ὅλο τόν κόσμο! Καθώς μάλιστα νομιμοποιεῖται αὐτό τό ἔγκλημα, νιώθουμε ὅλοι πολύ ἥσυχοι καί ἀπολαμβάνουμε τό χριστουγεννιάτικο τραπέζι καί ὅλα τά ἄλλα ἀγαθά μέ ἥσυχη τή συνείδησή μας, λέγοντας μερικές κατάρες, ὅπως εἴπαμε, στόν Ἡρώδη, ἐνῶ μπορεῖ νά εἶναι τά χέρια μας ἀπό κάποια πλευρά βαμμένα μέ αἷμα.

Καί θά ἤθελα ἐδῶ νά πῶ κάτι, πού ἴσως δέν τό ἔχουν προσέξει ὅλοι αὐτοί πού κάνουν αὐτό τό ἔγκλημα. Ἐάν ἕνα παιδί σου τό θανατώσεις ὕστερα ἀπό τή βάπτισή του –ὁπότε θά γεννηθεῖ καί ἀπό τήν κολυμβήθρα καί θά γίνει χριστιανός– εἶσαι ἕνας ἐγκληματίας, ἔκανες ἕναν φόνο. Ἀλλά ὅταν θανατώσεις τό παιδί αὐτό πού δέν γεννήθηκε, αὐτό φεύγει ἀβάπτιστο καί θά μένει αἰωνίως ἀβάπτιστο. Τί θά κάνει ὁ Θεός εἶναι ἄλλο θέμα ἐκεῖνο. Ἀπό τή δική μας πλευρά ὅμως, ἐσύ ὁ πατέρας, ἡ μητέρα, ὁ γιατρός, ὁ ὁποιοσδήποτε πού συμβάλλεις σ᾿ αὐτό, συντελεῖς, ὥστε αὐτό τό πλασματάκι, ἔστω κι ἄν εἶναι ἑνός δευτερολέπτου –καί μόνο ἕνα δευτερόλεπτο ἄν ἔχει ζωή, εἶναι πλάσμα εὐθύς ἐξαρχῆς– νά φύγει στήν αἰωνιότητα ἀβάπτιστο. Σκέφτηκες καί ἀπό αὐτή τήν πλευρά τί μεγάλο ἔγκλημα κάνεις;

 

Τί φταίει;

 

Δέν μποροῦμε, παρακαλῶ, σήμερα, τέτοια μέρα νά μήν ἀναφερθοῦμε σ᾿ αὐτό τό θέμα. Καί μεταξύ τῶν ἄλλων νά παρακαλέσουμε τόν Θεό νά φωτίσει τούς ἀνθρώπους νά καταλάβουν. Γιατί ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν καταλάβει… Ὁ Ἡρώδης τίποτε δέν καταλάβαινε ἐκεῖνες τίς ἡμέρες. Ὅλο τό θέμα γι᾿ αὐτόν ἦταν νά μή χάσει τόν θρόνο του, ὅπως εἴπαμε, καί τή θέση του. Ἐάν κόβονταν κεφάλια πολλῶν παιδιῶν, δέν τόν ἐνοχλοῦσε αὐτό. Καί σήμερα, γιατί κάνουν οἱ ἄνθρωποι αὐτό τό ἔγκλημα; Γιατί σκοτώνουν τά παιδιά; Ὁπωσδήποτε, διότι εἶναι ἐγωιστές. Φέρνουν μάλιστα διάφορα ἐπιχειρήματα. Νά τά ἀφήσουν κατά μέρος αὐτά τά ἐπιχειρήματα, διότι δέν στέκουν. Ὅταν εἶναι ζωντανό τό παιδί σου, ὅ,τι καί νά εἶναι, δέν τό σκοτώνεις. Ἐκεῖνο, ἐπειδή δέν τό βλέπεις, ἐπειδή δέν μιλάει, δέν διαμαρτύρεται, τό σκοτώνεις; «Ἔχω», λέει, «δύο παιδιά· πῶς νά ζήσω καί τό τρίτο;» Καί ἑκατόν δύο παιδιά νά ἔχεις, δέν θά σκοτώσεις κανένα.

Γιά, σκέψου καλύτερα πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα. Μήπως δηλαδή φταίει ὁ ἐγωισμός μας, ἡ ἐγωλατρία μας, ἡ τάση γιά καλοπέραση καί τό ὅτι δώσαμε αὐτό τό πνεῦμα καί αὐτόν τόν σκοπό στή ζωή, πῶς δηλαδή νά ἀπολαύσουμε περισσότερα, πῶς νά εὐχαριστηθοῦμε περισσότερο, πῶς νά ραχατέψουμε περισσότερο, πῶς νά μήν κουραστοῦμε; Καί φυσικά ἐμεῖς ἐνεργοῦμε ἔτσι, τάχα γιά νά κάνουμε καλύτερη τή ζωή μας, καί ὅλοι νύχτα μέρα τό ὁμολογοῦμε ὅτι ποτέ δέν ἦταν χειρότερη ἡ ζωή μας ἀπό ὅ,τι εἶναι σήμερα. Ἔχουμε πολλά ἀγαθά, ἀλλά ἀντί νά τά ἀπολαμβάνουμε, μᾶς τρῶνε αὐτά.

Νά παρακαλέσουμε λοιπόν τόν Θεό, ἀδελφοί μου, νά μᾶς φωτίσει. Πρέπει νά γίνει θαῦμα. Ὁ ἄνθρωπος δέν φωτίζεται εὔκολα, δέν ἀλλάζει γνώμη εὔκολα. Ὅ,τι καί νά τοῦ πεῖς, δέν ἀλλάζει. Πολύ δύσκολα ὁ ἄνθρωπος ἀλλάζει γνώμη. Νά παρακαλέσουμε τόν Θεό –Θεός εἶναι καί ξέρει τί θά κάνει γιά τόν καθένα– νά ἀλλάξει τόν νοῦ τῶν ἀνθρώπων, νά ἀλλάξει τά θελήματα τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά ἀρχίσουν νά σκέπτονται διαφορετικά καί νά μήν ἐγκληματοῦν.

 

Ἕνα μεγάλο θέμα: ὁ πνευματικός θάνατος τῶν νέων

 

Τό τρίτο σημεῖο πού θά ἤθελα, παρακαλῶ, νά τονίσω εἶναι συνέχεια αὐτῶν. Νά τό δοῦμε τό θέμα αὐτό καί ἀπό τήν πνευματική του πλευρά. Δέν θανατώνεις ἕναν ἄνθρωπο μόνο ὅταν σκοτώνεις, ἄς ποῦμε, τό σῶμα του. Τόν θανατώνεις καί ὅταν σκοτώνεις τήν ψυχή του, ἤ, μᾶλλον, τότε ἀκόμη περισσότερο. Διότι ἕνα βαπτισμένο παιδάκι, παραδείγματος χάριν, ἄν κατά λάθος ἤ θεληματικά τό σκότωσες, ἅγιος θά γίνει. Ὅταν ὅμως σκοτώνεις τήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ, τότε τό ἔγκλημα εἶναι πολύ-πολύ μεγάλο.

Γιά τό παιδί πού φεύγει ἀβάπτιστο, ὁ Θεός –Θεός εἶναι– κάτι θά κάνει. Τό παιδί ὅμως αὐτό, πού σκοτώνεις τήν ψυχή του καί θεληματικά τό παιδί αὐτό τελικά παίρνει κάποιον ἄλλο δρόμο καί φεύγει ἀπό τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, τί θά γίνει; Συντελεῖς σ᾿ αὐτό κι ἐσύ: ὁ πατέρας, ἡ μητέρα, ὁ δάσκαλος, ὁ δημοσιογράφος, ὁ ὁποιοσδήποτε. Ὁ καθένας μας συντελεῖ. Τί ἔλεος θά βρεῖ αὐτό τό παιδί, ὅταν μέ τή θέλησή του, ἐν γνώσει του, καθώς μεγαλώνει, φεύγει ἀπό τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ καί ἀκολουθεῖ κάποιον ἄλλο δρόμο, τόν δρόμο τοῦ ἐγώ του καί τόν δρόμο τοῦ διαβόλου; Πόσα τέτοια παιδιά σκοτώνονται!

Τί δέν λέγεται, τί δέν γράφεται, τί συγκινήσεις καί ἄλλα τέτοια γιά τά παιδιά πού πεθαίνουν στήν Ἀφρική! Φυσικά, δέν εἶναι καθόλου καλό αὐτό, ἀλλά ἔχει καί κάποιο λόγο καί ὁ Θεός. Ἄς μήν τά παίρνουμε τόσο πολύ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἔτσι, σάν νά εἶναι μόνο δική μας δουλειά. Ὑπάρχουν ἄλλοι πού σκοτώνονται ἀπό σεισμούς, ἄλλοι ἀπό πλημμύρες ἤ ἀπό ἄλλες θεομηνίες. Ξέρει ὁ Θεός γιά ὅλους αὐτούς. Ἐκεῖνος κανονίζει. Δέν εἶναι τό πᾶν νά ζήσεις. Τό πᾶν εἶναι νά εἶσαι τοῦ Θεοῦ, καί ὅταν ὁ Θεός μέ τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλο τρόπο παίρνει κάποιους ἀπό τόν κόσμο αὐτό, ζοῦν στήν ἄλλη ζωή. Ὁπωσδήποτε βέβαια ὡς ἄνθρωποι θά συγκινηθοῦμε, ὁπωσδήποτε ὡς ἄνθρωποι θά φροντίσουμε καί πρέπει νά φροντίσουμε καί γιά τούς πεινασμένους καί γιά ἐκείνους πού πεθαίνουν ἔτσι ἤ ἀλλιῶς.

Χύνουμε τόσα δάκρυα γι᾿ αὐτούς, σάν νά μήν εἴμαστε χριστιανοί, σάν νά μή γνωρίζουμε τό Εὐαγγέλιο, τόν χριστιανισμό, σάν νά μή γνωρίζουμε τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, καί σκεπτόμαστε ὅπως σκέπτονται οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φυσικά δέν ξέρουν. Γνωρίζουν μόνο αὐτή τή ζωή, τήν παρούσα ζωή· αὐτό εἶναι τό πᾶν γι᾿ αὐτούς. Σκέπτονται ἑπομένως ἔτσι: «Νά κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε γιά νά ζήσουμε ὅσο τό δυνατόν περισσότερο, ὅσο τό δυνατόν καλύτερα».  Γιά μᾶς τούς χριστιανούς δέν εἶναι ἔτσι τά πράγματα. Ὁ ἄνθρωπος δέν ζεῖ ἁπλῶς σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο. Σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο ζεῖ γιά νά κερδίσει τήν ἄλλη ζωή, πού εἶναι αἰώνια. Ἄλλο εἶναι νά ζήσεις ἑκατό χρόνια καί ἄλλο εἶναι νά ζήσεις ἀτελεύτητους αἰῶνες.

Πόσοι ἄνθρωποι θανατώνονται πνευματικά, θανατώνονται οἱ ψυχές τους, καί ὄχι ἁπλῶς δέν συγκινούμαστε, ἀλλά μπορεῖ νά συντελοῦμε καί οἱ ἴδιοι στό νά θανατώνονται αὐτές οἱ ψυχές. Ὅλοι αὐτοί πού συγκινοῦνται, κλαῖνε, πονοῦν, στενοχωροῦνται καί κάνουν τό πᾶν γιά τά παιδιά τῆς Ἀφρικῆς –καλῶς βέβαια– κάθισαν ποτέ κάτω νά ὑπολογίσουν πόσες ψυχές νέων ἐδῶ στήν Ἑλλάδα καί ἀλλοῦ κυριολεκτικά τίς σκοτώνουν;

Βλέπει κανείς σήμερα πολλούς νέους –νέους μόνο; καί μεγάλους– νά εἶναι σέ ἕναν κακό δρόμο. Ὅμως, δέν εἶναι αὐτό τό μεγάλο κακό, νά εἶναι δηλαδή σέ ἕναν κακό δρόμο ὁ ἄνθρωπος, νά εἶναι ἀνήθικος. Τό κακό πάει πιό πέρα. Σήμερα διαπαιδαγωγοῦνται οἱ ἄνθρωποι κατά τέτοιον τρόπο, πού θά ἔλεγε κανείς ὅτι δέν ὑπάρχει πλέον γιατρειά. Δημιουργεῖται στίς ψυχές τῶν παιδιῶν τέτοια νοοτροπία, τέτοια στάση ἐχθρική καί ἀντίθετη ἀπέναντι στήν ἀλήθεια, ὥστε, ἀνθρωπίνως τουλάχιστον –μόνο ὁ Θεός ξέρει ποῦ θά κάνει κάποιο θαῦμα– δέν βλέπουμε νά εἶναι δυνατόν νά ἀλλάξουν τά πράγματα.

Ἑπομένως, δέν εἶναι μόνο ὅτι γίνεται κάποιο κακό, καί θανατώνονται κάποιες ψυχές, ἀλλά τό κακό εἶναι πλέον ἐπιδημία, εἶναι χολέρα πνευματική. Ἀπό τή χολέρα –καί ἀπό ἄλλες τέτοιες ἀρρώστιες– δέν μποροῦσε κανείς μέ κανέναν τρόπο νά γλιτώσει. Ἔτσι καί σέ ἁρπάξει αὐτή ἡ ἀρρώστια, δέν γλιτώνεις· τουλάχιστον ἔτσι ἦταν τόν παλιό καιρό. Κάπως ἔτσι σήμερα σάν ἐπιδημία, σάν χολέρα, σάν πανούκλα, σάν κάτι φοβερό, ὑπάρχει αὐτή ἡ ἄρνηση γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ μέσα στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Κάπως ἔτσι διαδίδεται, κάπως ἔτσι κατακτᾶ τούς ἀνθρώπους, τούς παραπλανᾶ καί τούς ὁδηγεῖ στήν καταστροφή.

 

…καί νά μᾶς βάλει στόν δρόμο τῆς σωτηρίας

 

Νά μήν τά σκεφτοῦμε σήμερα ὅλα αὐτά; Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ πιό κατάλληλη ἡμέρα, ἀδελφοί μου, ἡ πιό κατάλληλη Κυριακή νά σκεφτοῦμε πάνω σ᾿ αὐτά τά θέματα καί νά παρακαλέσουμε τόν Θεό ὅλους νά μᾶς φωτίσει –πρωτίστως ἐμᾶς– νά συνέλθουμε, νά μετανοήσουμε, νά στραφοῦμε πρός αὐτόν. Ἄς ἔγινε μεγάλο κακό μέσα μας. Ἀπό μιά πλευρά εἶναι καλό αὐτό, διότι ἐπιτέλους θά ἀποφασίσουμε νά μήν ἔχουμε πιά ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό μας καί νά ἀφήσουμε τόν Θεό νά μᾶς ἀναλάβει καί νά μᾶς ὁδηγήσει.

Νά παρακαλέσουμε λοιπόν τόν Θεό πρωτίστως γιά μᾶς, ἀλλά καί γιά ὅλους τούς ἄλλους. Ὅλους νά μᾶς φωτίσει ὁ Θεός, ὅλους νά μᾶς βγάλει ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀπό τήν πλάνη, ἀπό τόν δρόμο αὐτό τῆς καταστροφῆς καί νά μᾶς βάλει στόν δρόμο τῆς σωτηρίας, στόν δρόμο πού θά κερδίσουμε, ἀδελφοί μου, τόν παράδεισο καί σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο καί στόν ἄλλο.

 

28-12-1986

[1]. Στήν ἑορτή τῶν ἁγίων νηπίων ἡ εὐαγγελική περικοπή πού διαβάζεται εἶναι ἡ ἴδια μέ τήν περικοπή τῆς Κυριακῆς μετά τά Χριστούγεννα (Ματθ. 2, 13-23), καί γι᾿ αὐτό καταχωροῦμε τήν ὁμιλία ἐδῶ. Βλ. ἐπίσης καί Συνάξεις Δωδεκαημέρου, σσ. 161-172.

 

[2]. Λουκ. 1, 38.