Υπακοη
A+
A
A-

279. Γιά τήν ὑπακοή

Γιά τήν ὑπακοή

Νά κάνουμε καλή χρήση τῶν συνάξεων

Πρίν ἀρχίσουμε σήμερα, θά ἤθελα νά πῶ κάτι. Καί παλαιότερα μοῦ εἶχαν πεῖ καί τώρα πάλι μοῦ εἶπαν ὅτι μερικοί καί ἴσως μερικές δέν κάνουν καλή χρήση αὐτῆς ἐδῶ τῆς συνάξεως. Θά ἤθελα νά παρακαλέσω θερμά νά φυλάξουμε αὐτή τή σύναξη ἀπό πάσης ἀπόψεως, ἐκεῖ πού πρέπει νά τή φυλάξουμε. Καί ἐξαρτᾶται ἀπό ὅλους μας. Ἐγώ προσωπικῶς θά λυπηθῶ, ἀλλά καί γιά ὅλους μας θά εἶναι πολύ ἄσχημο, ἐάν τυχόν θελήσουν μερικοί νά χαλάσουν τόν σκοπό πού ἔχει ἡ σύναξη καί ὅλη τήν ἀτμόσφαιρα, πού προσπαθοῦμε νά δημιουργήσουμε στή σύναξη. Θά εἶναι ἄσχημο αὐτό. Σᾶς παρακαλῶ, καί ἔχω ἐμπιστοσύνη ὅτι θά προσέξετε τά λόγια αὐτά καί θά τά λάβετε ὑπ᾿ ὄψιν σας καί θά κάνετε ὅ,τι πρέπει νά κάνετε. Ἰδιαιτέρως παρακαλῶ.
Πάντοτε θά ὑπάρχουν βέβαια κι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δέν θά μᾶς βλέπουν μέ καλό μάτι. Δέν πειράζει. Ἀλλά νά μή δίνουμε καί ἀφορμή. Θέλουν οἱ ἄλλοι νά μή μᾶς βλέπουν μέ καλό μάτι; Ἄς μή μᾶς βλέπουν. Θέλουν οἱ ἄλλοι νά παρεξηγοῦν; Ἄς παρεξηγοῦν. Ἄς κάνει ὁ καθένας ὅ,τι θέλει. Ἡ Ἀποκάλυψη λέει: «Ὁ ἀδικῶν ἀδικησάτω ἔτι καί ὁ ῥυπαρός ῥυπαρευθήτω ἔτι καί ὁ ἅγιος ἁγιασθήτω ἔτι». Ἀφήνει ὁ Θεός τόν καθένα ἐλεύθερο. Ὁ καθένας λοιπόν ἄς κάνει ὅ,τι θέλει, ὅ,τι νομίζει, ἄς παρεξηγεῖ, ἀλλά ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς, σᾶς παρακαλῶ, νά μή δίνουμε ἀφορμή.
Ἄν κάποιος βλέπει ὅτι δυσκολεύεται νά εἶναι σύμφωνος μέ αὐτά πού λέμε, δέν ὑπάρχει λόγος νά ἔρχεται. Δέν εἶναι θέμα νά μαζευτοῦμε πολλοί ἤ λίγοι. Ἐδῶ συγκεντρωνόμαστε ὅσοι θέλουμε νά συγκεντρωθοῦμε, καί, ὅπως εἶπα τήν ἄλλη φορά ἀπαντώντας σέ σχετική ἐρώτηση, συγκεντρωνόμαστε, ὄχι γιά νά ποῦμε ἁπλῶς καί νά ἀκούσουμε ἁπλῶς, ἀλλά γιά νά κοπιάσουμε ὅλοι μας καί νά πάρουμε τή στάση πού πρέπει νά πάρουμε ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, γιά νά μείνει μαζί μας ὁ Θεός τουλάχιστον αὐτή τήν ὥρα –ὄχι μόνο ἐδῶ, καί ἀλλοῦ· ὁ Θεός παντοῦ εἶναι παρών– καί νά ἐπηρεάσει τίς ψυχές μας, καί νά φύγουμε ἀπό δῶ ὄχι ἁπλῶς ὡς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κάτι ἀκούσαμε καί μάθαμε μερικά πράγματα πού δέν τά ξέραμε, ἀλλά κάτι ἔπαθαν οἱ ψυχές μας.
Μήν τό ξεχνᾶτε αὐτό, ὅτι τά θεῖα δέν μαθαίνονται· τά θεῖα παθαίνονται. Γιατί λέγεται ὅτι ἡ ψυχή παθαίνει τά θεῖα; Διότι ἡ ψυχή, καθώς τά δέχεται, ἐπηρεάζεται καί ὑφίσταται ἀλλοίωση, καλή ἀλλοίωση, πνευματική ἀλλοίωση ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Τά θεῖα λοιπόν δέν μαθαίνονται· παθαίνονται. Ἄν κάθε φορά παθαίνουμε καί φεύγουμε μέ αὐτή τήν καλή ἀλλοίωση στήν ψυχή, ἔχει καλῶς. Ἄν ἔρχεστε ἐδῶ ἁπλῶς γιά νά μάθετε μερικά πράγματα ἤ γιά ἄλλους λόγους, σᾶς παρακαλῶ μήν τό κάνετε. Τά λέω αὐτά, μήπως δώσω λόγο στόν Θεό, ἄν δέν τά πῶ, καί ὄχι γιατί θέλω νά σᾶς μαλώσω.

Ὁ Χριστός κάνει τέλεια ὑπακοή στόν οὐράνιο Πατέρα

Καί τώρα νά ἔλθουμε στό θέμα μας. Τήν προπερασμένη φορά εἴχαμε ἀσχοληθεῖ μέ μία ἀπό τίς πέντ᾿ ἕξι ἐρωτήσεις πού διετύπωσε κάποια συνάδελφός σας. Σήμερα νά δοῦμε μιά ἄλλη ἀπό αὐτές τίς ἐρωτήσεις: «Μέ ποιόν τρόπο ἐπιτυγχάνεται ἡ τέλεια ὑπακοή;» Ἡ ἐρωτῶσα πολύ πιάνεται ἀπό τά τέλεια. Πιό κάτω λέει: «Ποιά ἡ τελειότης τῆς μοναχικῆς πολιτείας;» Ἐμεῖς ἄς κάνουμε ὑπακοή, ἄς μποῦμε στό χωράφι της, στό ἀμπέλι της, στή ζεστασιά της, καί ἄν θά ρθεῖ ἡ τελειότητα, ἄν θά ἐπιτύχουμε τήν τέλεια ὑπακοή, αὐτό τό ξέρει ὁ Θεός. Βέβαια, ὅπως εἶναι ἡ ἐρώτηση διατυπωμένη, εἶναι σάν νά λέει ἡ ἐρωτῶσα ὅτι ξέρουμε τί εἶναι ἡ ὑπακοή, εἴμαστε σ᾿ αὐτόν τόν δρόμο, ἀλλά ἔχουμε πόθο νά κάνουμε τέλεια ὑπακοή. Ἴσως νά ἐννοεῖ αὐτό, ἀλλά ἴσως νά ἐννοεῖ γενικότερα πῶς ἐπιτυγχάνεται ἡ ὑπακοή, καί τήν ἐνδιαφέρει ἡ τέλεια ὑπακοή.
Ἔχουμε πεῖ ἀρκετές φορές μέχρι τώρα γιά τό θέμα αὐτό τῆς ὑπακοῆς, πού εἶναι δίκοπο μαχαίρι. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ὑπακούσει στόν Θεό· ὄχι ἁπλῶς νά ὑπακούσει, ἀλλά νά ὑπακούσει στόν Θεό. Τί θά πεῖ νά ὑπακούσει στόν Θεό; Νά κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ». Ἦρθε στή γῆ νά κάνει αὐτό πού δέν ἔκανε ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος φάνηκε ἀνυπάκουος στόν Θεό καί ἀκολούθησε τό θέλημα τό δικό του καί τό θέλημα τοῦ διαβόλου. Ὁ Χριστός ἔρχεται ὡς ἄνθρωπος νά κάνει στή θέση τοῦ ἀνθρώπου αὐτό πού δέν ἔκανε ὁ ἄνθρωπος: νά κάνει ὑπακοή στόν Θεό. Καί ἐπειδή ἀκριβῶς εἶχε λάβει χώρα ἡ ἁμαρτία, χρειαζόταν νά φθάσει μέχρι τόν θάνατο καί μάλιστα τόν σταυρικό θάνατο, ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Θυμάστε αὐτό πού λέει ἀκόμη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη: «Ἰδού ἥκω τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τό θέλημά σου». Ἔρχομαι νά κάνω τό θέλημά σου. «Οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός». «Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο· πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω ἀλλ᾿ ὡς σύ». Ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι τό ὑπόδειγμα ἄνθρωπος –καί καλεῖται κάθε ἄνθρωπος νά μιμηθεῖ τόν Χριστό– κάνει τέλεια ὑπακοή στόν οὐράνιο Πατέρα, ἄσχετα τί θά τοῦ στοιχίσει αὐτή ἡ ὑπακοή. Καί ἀπό μιά ἄποψη ἡ ὑπακοή αὐτή εἶχε ὡς συνέπεια τή συνεχή θανάτωση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός δέν σταυρώθηκε ἁπλῶς στό τέλος· ἐκεῖ ἦταν τό κορύφωμα τοῦ μαρτυρίου. Ὁ Χριστός ἄρχισε νά μαρτυρεῖ ἀπό τότε πού ἐμφανίσθηκε στή γῆ.
Θά γιορτάσουμε Χριστούγεννα. Ἐμεῖς γιορτάζουμε, πανηγυρίζουμε, χαιρόμαστε, φτιάχνουμε ὡραῖες εἰκονίτσες μέ τά ἀγγελάκια, ἀλλά πῶς ὅμως ἔρχεται ὁ Χριστός στόν κόσμο; Ἀπό τήν πρώτη στιγμή ἀρχίζει νά εἶναι δύσκολη ἡ ζωή του. Γεννᾶται σέ ἕνα σταῦλο, γεννᾶται σέ μιά φάτνη, ἔπειτα διώκεται, γίνεται πρόσφυγας, ξαναγυρίζει, ἀλλά δέν μπορεῖ νά μείνει ἐκεῖ πού ἔπρεπε καί φεύγει καί πάει στή Ναζαρέτ. Ἀλλά καί ἀργότερα, ὅταν μεγάλωσε, πόσες φορές θέλησαν νά τόν θανατώσουν οἱ συμπατριῶτες του καί πόσες φορές τόν ἀποκάλεσαν Βεελζεβούλ –«Ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τά δαιμόνια»– τόν ἀποκάλεσαν δαιμονισμένο, καί τελικά τόν ὁδήγησαν στόν σταυρό! Δέν ἔδωσε σημασία σ᾿ αὐτά ὁ Χριστός. Ἐκεῖνο πού τόν ἐνδιέφερε ἦταν νά μείνει ὑπάκουος μέχρι τέλους στόν οὐράνιο Πατέρα, ἄσχετα τί θά τοῦ στοίχιζε. Καί τοῦ στοίχισε τή ζωή.

Δύο δυσκολίες τῆς ὑπακοῆς

Κάθε πιστός καλεῖται νά μιμηθεῖ τόν Χριστό, τόν ἄνθρωπο Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι βέβαια καί Θεός, καί νά ὑπακούσει, ὅπως ὁ Χριστός, στό θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά ξέρει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά ξέρει τίς ἐντολές. Ὅταν λέμε ἐντολές, νά μήν πηγαίνει τό μυαλό σας ἁπλῶς στίς δέκα ἐντολές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά στό Εὐαγγέλιο. Πρέπει νά ξέρει κανείς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά ξέρει τίς ἐντολές καί νά ὑπακούει ἀκατάπαυστα.
Τά πράγματα ἔχουν δείξει ὅτι ὁ ἄνθρωπος, καί ὅταν ἀκόμη ἔχει καλή διάθεση καί καλή πρόθεση νά ὑπακούσει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πάλι δέν μπορεῖ νά τό κάνει. Καί αὐτό ὄχι μόνο γιατί εἶναι ἀδύναμος, ἀλλά καί διότι πλανᾶται, διότι πέφτει ἔξω. Ὁ Χριστός δέν ὑπῆρχε περίπτωση νά πλανηθεῖ, γιατί στό πρόσωπό του ἑνώθηκε ὁ ἀναμάρτητος ἄνθρωπος Χριστός μέ τόν Θεό, μέ τή θεότητα. Ἁπλῶς ἔπρεπε νά μείνει ὑπάκουος στό θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Στήν περίπτωση ὅμως τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουν δύο δυσκολίες. Ἡ μιά δυσκολία εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὑπόκειται σέ πλάνη. Δηλαδή, μπορεῖ νά νομίζει ὅτι ὑπακούει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὑπακούει στό θέλημα τό δικό του ἤ στό θέλημα κάποιου ἄλλου. Ἡ δεύτερη δυσκολία εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος καί νά ξέρει ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖ νά τό τηρήσει, γιατί εἶναι ἀδύναμος καί θά σκοντάψει, θά πέσει καί ὄχι ἁπλῶς θά δυσκολευτεῖ.
Γι᾿ αὐτό λοιπόν ὁ ἄνθρωπος, πέρα ἀπό τήν καλή διάθεση πού ἔχει νά ὑπακούσει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, χρειάζεται ὁδηγό, μέ ἀπώτερο σκοπό νά ὑπακούσει στόν Θεό καί ὄχι σέ κανέναν ἄλλο. Χρειάζεται ὁδηγό, στόν ὁποῖο θά κάνει ὑπακοή. Ὅπως στήν περίπτωση πού ἔχει κανείς τή διάθεση νά ἀνέβει στόν κορυφή ἑνός βουνοῦ –ἀπό κάποια πλευρά μοιάζει λίγο– δέν φτάνει μόνο ἡ διάθεση, ἀλλά χρειάζεται νά ἔχει τίς ἀνάλογες δυνάμεις καί ἔμπειρο ὁδηγό. Σήμερα ἕνας στρατός, μέ τούς λεπτομερεῖς χάρτες πού ἔχουν, μπορεῖ νά κινηθεῖ ἀρκετά ἄνετα, ὡστόσο ὅμως παλαιότερα πολλοί περιπλανήθηκαν. Ὄχι μόνο μιά διμοιρία ἤ ἕνας λόχος ἀλλά ὁλόκληρα τάγματα καί μεγαλύτερες ἀκόμη μονάδες περιπλανήθηκαν, προκειμένου νά πᾶνε κάπου, διότι δέν εἶχαν ὁδηγό.
Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν εἶναι ἀδύνατος καί δέν μπορεῖ νά κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅσο κι ἄν θέλει, ἀλλά καί πλανᾶται, καί γι᾿ αὐτό ἔχει ἀνάγκη ἀπό ὁδηγό, πού θά τόν βοηθήσει νά μάθει νά ὑπακούει στόν Θεό. Καί ἐδῶ εἶναι πού ἡ ὑπακοή σέ ἕνα πρόσωπο εἶναι δίκοπο μαχαίρι.

Ψάξε νά βρεῖς ἀπλανή ὁδηγό

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔχει πεῖ ὅτι ἕνας τυφλός δέν πηγαίνει σέ ἕναν τυφλό γιά νά τόν πάρει ἀπό τό χέρι νά τόν πάει κάπου· πηγαίνει σέ ἕναν πού βλέπει. Ἤθελε νά πεῖ μέ αὐτό ὅτι δέν μπορεῖ κανείς νά καθοδηγηθεῖ, νά χειραγωγηθεῖ ἀπό ἕναν πού ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως εἶναι τό ἴδιο σάν κι αὐτόν. Πρέπει αὐτός πού τόν καθοδηγεῖ νά εἶναι κάποιος πού βλέπει.
Αὐτό τό τονίζουν ἰδιαίτερα οἱ Πατέρες, μερικοί μάλιστα πολύ ἔντονα. Ψάξε, λένε, νά βρεῖς ἀπλανή ὁδηγό. Μήν ἐμπιστευθεῖς σέ κάποιον πού ἁπλῶς θέλει νά γίνει ὁδηγός σου. Ὄχι. Ψάξε νά βρεῖς ἀπλανή ὁδηγό. Καί
ἐνθυμοῦμαι συγκεκριμένα ὅτι ἕνας ἅγιος λέει: «Ἄν τυχόν ἐμπιστευθεῖς τήν ψυχή σου σέ μή ἀπλανή ὁδηγό, συμφορά θά σοῦ ἔλθει. Ὁπωσδήποτε θά ἔχεις περιπέτειες καί δυσκολίες». Καί σήμερα, στήν ἐποχή μας, ἔχουν δείξει τά πράγματα ὅτι πάρα πολλές ψυχές καί ταλαιπωρήθηκαν καί καθυστέρησαν πνευματικά, ἀλλά καί κάτι χειρότερο, καλουπιάστηκαν κατά τέτοιον τρόπο, πού ἦταν πολύ δύσκολο νά βγοῦν ἀπό τό καλούπι μέσα στό ὁποῖο βρέθηκαν, ἐπειδή ἔκαναν ὑπακοή σέ ὁδηγούς μή ἀπλανεῖς.
Ἕνας ἅγιος λέει: «Ἐάν ψάξεις, ὁ Θεός θά σοῦ φανερώσει, καί θά βρεῖς ἀπλανή ὁδηγό. Ἄν δέν βρεῖς, ἀφοῦ ψάξεις, ὁ Θεός θά γίνει ὁδηγός σου. Δέν θά σέ ἀφήσει ἔτσι». Ἀλίμονο ὅμως γιά ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος μέ πολλή εὐκολία θά πεῖ: «Δέν βρίσκω ἀπλανή ὁδηγό· θά κάνω τόν Θεό ὁδηγό». Νά δείξουν τά πράγματα ὅτι ὄντως δέν βρίσκεις ὁδηγό. Καί εἶναι μιά ἀλήθεια αὐτό, ὅτι πάντοτε, σέ κάθε ἐποχή, καί στίς ἡμέρες μας, σπανίζουν οἱ ἀπλανεῖς ὁδηγοί. Καί εἶναι μιά φτώχεια αὐτό.
Ὅπως ὅμως κι ἄν ἔχει τό πράγμα, εἶναι ἀδύνατο ὁ Θεός νά ἀφήσει τήν Ἐκκλησία χωρίς ἀπλανεῖς ὁδηγούς. Εἶναι ἀδύνατο. Κάπου θά ὑπάρχουν. Δέν ξέρω πόσοι ὑπάρχουν καί ποῦ, ἀλλά εἶναι ἀδύνατο ὁ Θεός νά ἀφήσει τήν Ἐκκλησία Του χωρίς ἀπλανεῖς ὁδηγούς. Ἑπομένως, ἀπό κάποια πλευρά, εἶναι ἀδύνατο νά μή βρεῖ κανείς ἀπλανή ὁδηγό. Ἄν παρ᾿ ἐλπίδα –ἕνα στά χίλια, ἕνα στά δέν ξέρω πόσα– δέν βρεῖ κανείς, τότε θά γίνει ὁ Θεός ὁδηγός. Ἀλλά αὐτό ξέρετε γιά ποιούς ἰσχύει; Γι᾿ αὐτούς πού ζοῦν, π.χ., στήν Ἀλάσκα, ὅπου εἶναι μετρημένοι οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Ποῦ νά βρεῖ κανείς ἐκεῖ ὁδηγό; Ἤ γιά ἕναν ὀρθόδοξο πού εἶναι στήν Κίνα, στήν ὁποία Κίνα μετριοῦνται στά δάχτυλα τῆς μιᾶς χειρός οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Μπορεῖ νά εἶναι δεκάδες, μπορεῖ νά εἶναι ἑκατοντάδες, ἀλλά σέ μιά Κίνα μέ τά τόσα ἑκατομμύρια κατοίκους, καί χιλιάδες ἀκόμη νά εἶναι, εἶναι ἐλάχιστοι. Ποῦ νά βρεῖ κανείς ἐκεῖ τόν ὁδηγό; Σέ ἕναν πού ζεῖ ἐκεῖ, ὁ Θεός θά γίνει ὁδηγός. Ἕνας πού κατοικεῖ, π.χ., στήν Ἑλλάδα οὔτε νά διανοηθεῖ νά πεῖ: «Ἐγώ ἔψαξα νά βρῶ ὁδηγό, ἀλλά δέν μπόρεσα νά βρῶ, καί θά γίνει ὁ Θεός ὁδηγός μου».

Τό ἔργο τοῦ ἀπλανοῦς ὁδηγοῦ

Γιά νά ὑπακούσει λοιπόν κανείς στόν Θεό ἀπλανῶς, γιά νά μήν πλανηθεῖ, γιά νά μιμηθεῖ τόν Χριστό σωστά στό θέμα τῆς ὑπακοῆς, χρειάζεται νά ἔχει ὁδηγό. Ὄχι γιά νά ὑπηρετήσει τόν ὁδηγό. Ὄχι. Ὁ ἀπλανής ὁδηγός, ὁ ὁδηγός πού εἶναι σταλμένος, τρόπον τινά, ἀπό τόν Θεό δέν ἐνδιαφέρεται γιά τόν ἑαυτό του, κι ἄν ἀκόμη φανεῖ πολλές φορές ὅτι ἐνεργεῖ σάν νά ἐνδιαφέρεται. Ἐνδιαφέρεται νά μᾶς βοηθήσει νά βροῦμε τόν Χριστό, νά ὑπακούσουμε στόν Χριστό, νά ἑνωθοῦμε μέ τόν Χριστό.
Ὁ ἀπλανής ὁδηγός, θά λέγαμε, κάνει ὅ,τι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, πού ἔλεγε: «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι». Ἐγώ θά ἐλαττώνομαι, ὁ Χριστός θά αὐξάνει. Σκοπός τοῦ παρανύμφου εἶναι νά δείξει τόν νυμφίο. Σκοπός τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ ἦταν νά δείξει ποιός εἶναι ὁ Χριστός, νά ὁδηγήσει τούς μαθητάς του στόν Χριστό, νά ὁδηγήσει τήν ἀνθρωπότητα στόν Χριστό. Ὁ ὁδηγός λοιπόν αὐτός τοῦ Θεοῦ, ὁ ἀπλανής ὁδηγός θά μᾶς ὁδηγήσει στόν Χριστό· ὄχι κάπου ἀλλοῦ. Ἀλλά χρειάζεται ὅμως νά ὑποταχθοῦμε, χρειάζεται νά κάνουμε ὑπακοή στόν ὁδηγό, γιά νά μάθουμε τήν ὑπακοή στόν Χριστό.
Δέν μπορεῖ δυστυχῶς νά μάθει κανείς –ἐφόσον ἔτσι τίθεται ἡ ἐρώτηση, πρέπει νά τό ποῦμε– νά ὑπακούει ὄχι τέλεια, ὅπως λέει ἡ ἐρώτηση, ἀλλά ἁπλῶς νά ὑπακούει, χωρίς ὁδηγό. Ὄχι μόνο διότι ἔχει ἀνάγκη κανείς ἀπό ἕναν ἄλλο, ἀλλά διότι ὑπάρχουν αὐτές οἱ δύο δυσκολίες πού εἴπαμε. Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι εἶναι ἴδιον τοῦ ἀνθρώπου νά πλανᾶται· νά πλανᾶται σέ ὅλα, καί πολύ περισσότερο στό θέμα αὐτό, ἀκριβῶς διότι ὑπάρχει ἡ ἀδυναμία αὐτή, ὅτι χαρίζεται κανείς στόν ἑαυτό του. Ἔτσι, ἐνῶ ὑπακούει στό θέλημα τό δικό του, μπορεῖ νά νομίζει ὅτι ὑπακούει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἕνας γιατρός –καί τό ξέρετε αὐτό– ὅσο καλός κι ἄν εἶναι, δέν μπορεῖ νά χειρουργήσει τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του. Ἀκόμη καί ἕνας καθηγητής πανεπιστημίου, χειρουργός, προκειμένου νά χειρουργηθεῖ κάποιο μέλος τοῦ σώματός του, θά προτιμήσει νά πάει καί σέ ἕνα μαθητή του, παρά νά προσπαθήσει νά κάνει μόνος του τήν ἐγχείρηση. Δέν γίνεται ἀλλιῶς, γιατί θά χαριστεῖ στόν ἑαυτό του. Θά πονέσει, θά ἀρχίσει νά τρέμει τό χέρι του, καί δέν θά πάει ἔτσι ὅπως πρέπει νά πάει τό νυστέρι, καί θά κάνει ζημιά στόν ἑαυτό του. Ἡ δεύτερη δυσκολία εἶναι ὅτι, ὅσο καί νά θέλει νά ὑπακούσει κανείς στόν Θεό, ὅσο καλή πρόθεση κι ἄν ἔχει, δέν μπορεῖ νά τό κάνει, διότι εἶναι ἀδύναμος καί θά πέσει.
Ὁ ἀπλανής ὁδηγός εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνος πού ξέρει τί εἶναι πλάνη καί τί πρέπει νά κάνει. Αὐτό θά πεῖ ἀπλανής ὁδηγός. Καί ξέρει πότε ἡ ψυχή εἶναι ὑπό τήν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος, πότε ἡ ψυχή ἔχει λογισμούς ἀγαθούς καί πότε πονηρούς. Ὅλοι ξέρουν τί εἶναι πονηροί λογισμοί, ἀλλά πολλές φορές ὁρισμένοι λογισμοί φαίνονται σάν νά εἶναι ἀπό ἄγγελο. Ἐνῶ κάποιοι λογισμοί φαίνονται καθαρά ὅτι εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ, ἄλλοι λογισμοί φαίνονται σάν νά προέρχονται ἀπό ἄγγελο, ὅμως εἶναι τοῦ πονηροῦ πνεύματος. Αὐτό δέν μπορεῖ νά τό καταλάβει κανείς. Χρειάζεται ὁ ἀπλανής ὁδηγός, χρειάζεται ἐκεῖνος πού βλέπει, πού ἔχει φῶς, γιά νά δεῖ καί νά μᾶς πεῖ: Ὄχι ἔτσι ἀλλά ἔτσι. Μή δέχεσαι αὐτό, ἀλλά δέξου ἐκεῖνο.
Ὅπως μᾶς ἔλεγαν σέ ἕνα μοναστήρι, ὑπάρχουν οἱ δεξιοί λογισμοί καί οἱ ἀριστεροί λογισμοί. Οἱ ἀριστεροί λογισμοί εἶναι ὅλοι αὐτοί οἱ ὁποῖοι, ὅσο καλοί κι ἄν φαίνονται, φθείρουν τήν ψυχή, τήν ἐπηρεάζουν καί τήν παρασύρουν πρός τό κακό. Οἱ δεξιοί λογισμοί εἶναι τοῦ ἀγαθοῦ πνεύματος, εἶναι τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νά ὑπάρχει ὅμως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά τά διακρίνει αὐτά. Αὐτό θά πεῖ ἀπλανής ὁδηγός. Διακρίνει, καταλαβαίνει ποιός λογισμός εἶναι δεξιός, ποιός λογισμός εἶναι ἀριστερός, ποιός λογισμός εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ πνεύματος, ποιός ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ πνεύματος, δεδομένου ὅτι ὁ σατανάς, κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο, ἐμφανίζεται ὡς ἄγγελος φωτός.

Μαθαίνουμε τήν ὑπακοή παθαίνοντας

Ἐάν λοιπόν κανείς θέλει πραγματικά νά μάθει ὑπακοή καί μάλιστα τέλεια ὑπακοή, πρέπει νά φροντίσει –μέ συγχωρεῖτε πού τό λέω ἔτσι, ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια– νά βρεῖ ἀπλανή ὁδηγό, ὥστε σιγά-σιγά, σιγά-σιγά νά καθοδηγεῖται στήν ἀληθινή πνευματική ζωή, χωρίς νά ἐκβιάζονται τά πράγματα, καί χωρίς νά πιέζεται ἡ ψυχή.
Γιά τόν Κύριο λέγεται στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή ὅτι «ἔμαθε ἀφ᾿ ὧν ἔπαθε τήν ὑπακοήν». Ὁ Χριστός ἔδειξε τήν ὑπακοή παθαίνοντας, καί γι᾿ αὐτό λέει ἔμαθε τήν ὑπακοή. Τί θά πεῖ αὐτό τό «ἔμαθε»; Αὐτό κυρίως εἶναι γιά μᾶς. Παθαίνοντας, μαθαίνει κανείς τήν ὑπακοή. Καθώς, θέλουμε δέν θέλουμε, ὅταν θελήσουμε νά γίνουμε τοῦ Χριστοῦ ἄνθρωποι, παθαίνουμε μέσα στόν λαβύρινθο τῶν πειρασμῶν, τῆς πλάνης, τῶν πονηρῶν πνευμάτων, τῶν δυσκολιῶν, τῶν δυστυχιῶν, τῶν ἐμποδίων, τῆς ἀντιστάσεως τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, μαθαίνουμε τήν ὑπακοή.
Ὑπακούοντας σέ ἀπλανή ὁδηγό καί παθαίνοντας, μαθαίνουμε τήν ὑπακοή. Πάσχει κανείς· δέν εἶναι εὔκολο. Μέχρι σταυροῦ μπορεῖ νά φθάσει κανείς. Ὅλοι λίγο πολύ θά φθάσουμε στόν σταυρό· θά σταυρωθεῖ ὁ ἑαυτός μας. Δέν εἶναι ἀστεῖα. Αὐτό, τό νά νεκρωθοῦμε, εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό τό νά πιάσουν μέ ἕνα τσιγκέλι τά ἐντόσθιά σου καί νά ἀρχίσουν νά τά τραβοῦν. Πῶς θά τό ἀντέξεις; Μερικές φορές ἔτσι εἶναι. Ἔτσι κόβεται τό θέλημα, ἔτσι νεκρώνεται ὁ παλαιός ἄνθρωπος, καί παθαίνοντας, μαθαίνει κανείς τήν ὑπακοή. Γι᾿ αὐτό εἶπα στήν ἀρχή ὅτι παθαίνει κανείς τά θεῖα· δέν τά μαθαίνει.
Ἁπλά εἶναι τά πράγματα· δέν εἶναι μπερδεμένα. Τώρα πού θά φύγουμε ἀπό δῶ, νά κάνουμε πνευματικό ἀγώνα, ὅσο ξέρει ὁ καθένας μας· δέν χρειάζεται περισσότερο. Πρίν βροῦμε τόν ὁδηγό ἤ ἄν δέν βροῦμε καθόλου ὁδηγό ἤ ἄν δέν θελήσουμε νά πᾶμε στόν ὁδηγό, δέν σημαίνει ὅτι ἀχρηστευόμαστε τελείως, καί δέν γίνεται τίποτε. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ πάντοτε νά ἀγωνίζεται νά κάνει αὐτή τήν ὑπακοή. Καθώς λοιπόν θά φύγουμε ἀπό δῶ, ὅσο ξέρουμε ὁ καθένας, νά ἀρχίσουμε ἀγώνα, πνευματικό ἀγώνα. Ὄχι ἀστεῖα.
Δέν εἶναι δύσκολο νά πάρει κανείς πλακάτ καί νά ἀρχίσει νά φωνάζει. Μέ συγχωρεῖτε γι᾿ αὐτό πού λέω. Δέν εἶμαι ἐναντίον κανενός, ἀλλά εἶναι μερικά πράγματα –πῶς νά τό πῶ;– πού δέν εἶναι δύσκολο νά γίνουν. Αὐτό εἶναι δύσκολο: νά νικήσεις τόν ἑαυτό σου, τόν παλαιό ἄνθρωπο, στόν ὁποῖο συνεχῶς χαριζόμαστε, καί τοῦ ὁποίου συνεχῶς εἴμαστε τά θύματα, ἀκόμη καί ὅταν φωνάζουμε καί νομίζουμε ὅτι θά κάνουμε ποιός ξέρει τί. Ἐπαναλαμβάνω, δέν εἶμαι ἐναντίον κανενός, ἀλλά δέν μπορεῖ κανείς νά μή δεῖ ἤ νά μήν πεῖ, βλέποντας ὅτι πολλές φορές ἐσεῖς οἱ νέοι γιά πολλούς καί διαφόρους λόγους ξοδεύετε στά χαμένα τίς δυνάμεις σας, τή νεότητά σας, τό κουράγιο σας, τή διάθεσή σας, τόν ζῆλο σας, τόν ἐνθουσιασμό σας. Καί τελικά τί εἶναι κανείς; Θύμα εἶναι.
Φεύγοντας λοιπόν ἀπό δῶ, ὅσο ξέρει κανείς –τό ἄλλο σιγά-σιγά παθαίνοντας θά τό μαθαίνει– νά πεῖ: «Στό ἑξῆς ὅ,τι εἶναι τοῦ Χριστοῦ, αὐτό θά κάνω. Ὅ,τι δέν εἶναι τοῦ Χριστοῦ, θά τό ἀποβάλω». Κάθε τόσο θά πιάνει κανείς τόν ἑαυτό του νά σκέπτεται κάτι καί νά διερωτᾶται: «Τί εἶναι αὐτό;» Καί ἄλλοτε θά καταλαβαίνει ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε θά λέει: «Νά φύγει». Ἤ μπορεῖ νά συλλαμβάνει τόν ἑαυτό του νά ἔχει συναισθήματα μίσους, χαρᾶς, λύπης, φοβίας, ὁπότε θά λέει στόν ἑαυτό του: «Δέν μπορεῖ νά εἶναι αὐτά τοῦ Χριστοῦ. Νά φύγουν ἀπό μένα». Γιά ἄλλα θά σκέπτεται: «Αὐτά εἶναι τοῦ Χριστοῦ. Μοῦ στοιχίζει ἤ δέν μοῦ στοιχίζει, μοῦ εἶναι ἤ δέν μοῦ εἶναι δύσκολο, θά προσπαθήσω νά τά ἐφαρμόσω». Ἔτσι θά μάθει κανείς τί σημαίνει κάνω τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, τί σημαίνει ὑπακούω στόν Χριστό. Ἔτσι μαθαίνει κανείς τήν ὑπακοή, παθαίνοντας. Ἄν μιά μέρα, μέ βάση αὐτά τά λίγα πού ξέρω, προσπαθήσω νά εἶμαι ὑπάκουος καί σύμφωνος μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τήν ἄλλη μέρα θά εἶμαι πιό φωτισμένος καί θά ξέρω περισσότερα πράγματα, πού τήν προηγούμενη δέν τά ἤξερα. Μερικά θέματα τά εἶχα λίγο μπερδεμένα τήν προηγούμενη μέρα, ἀλλά σήμερα βλέπω ὅτι ξεκαθάρισαν πολύ. Καί τήν ἄλλη μέρα πιό πολύ καί τήν ἄλλη πιό πολύ.
Μπορεῖ νά τό κάνει κανείς αὐτό σέ ὅλη του τή ζωή, ἀλλά ἡ ἀσφάλεια ὅμως, πρέπει νά τό ἐπαναλάβω, εἶναι νά ἔχει ὁδηγό, ὁδηγό ἀπλανή, ὁ ὁποῖος δέν θά ἐκμεταλλευθεῖ τήν ψυχή καί δέν θά ἐνεργήσει κατακτητικῷ τῷ τρόπῳ. Πολλές φορές ἐνεργοῦμε κατά τέτοιον τρόπο, σάν νά θέλουμε νά κατακτήσουμε τίς ψυχές, νά τίς κάνουμε δικές μας. Τί δουλειά ἔχουμε; Οἱ ψυχές ἀνήκουν στόν Χριστό. Ἐμεῖς θά τίς βοηθήσουμε, ἄν μποροῦμε νά τίς βοηθήσουμε. Δέν εἶναι θέμα νά τίς κατακτήσουμε, νά κάνουμε κόμματα ἤ δέν ξέρω τί. Εἶναι καί αὐτό μιά ἀδυναμία μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση, καί γι᾿ αὐτό τόσο εὔκολα παρουσιάζονται αὐτοί πού μαζεύουν κόσμο τριγύρω τους καί τούς κάνουν ὄργανά τους, χωρίς μάλιστα αὐτοί νά τό καταλαβαίνουν ὅτι γίνονται ὄργανά τους. Δέν ἐννοῶ μόνο στόν θρησκευτικό τομέα ἀλλά καί γενικότερα.

Γιά τή μοναχική πολιτεία

Πιό κάτω ἔχει ἄλλη ἐρώτηση: «Ποία ἡ τελειότης τῆς μοναχικῆς πολιτείας;» Τώρα θά μᾶς ποῦν: Τί εἶναι ἐδῶ; Σχολή ὑποψηφίων μοναχῶν;
Ἡ μοναχική πολιτεία ἔχει μιά τελειότητα. Εἶναι ἐν σμικρογραφίᾳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἄλλο τώρα ὅτι κι ἐκεῖ μπορεῖ νά ὑπάρχουν τρωτά καί κουσούρια ἀνάλογα μέ τούς ἀνθρώπους. Πάντοτε παίζει βασικό ρόλο ὁ ὁδηγός, ὁ πνευματικός ὁδηγός. Προπαντός στόν μοναχισμό εἶναι ἡ βάση. Ἄν εἶναι ἀπλανής ὁδηγός, καλῶς. Ἄν ὅμως δέν ἔχει πάθει τά θεῖα ὁ ἴδιος, τί νά σοῦ κάνει; Πάντως, εἶναι ἐν σμικρογραφίᾳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅσο μπορεῖ νά εἶναι ἐδῶ στή γῆ. Καί ἰσότης ὑπάρχει καί δικαιοσύνη ὑπάρχει. Δέν ὑπάρχει ἐκεῖ τό ἐμόν καί τό σόν. Ὅλα εἶναι κοινά. Ἡ τράπεζα εἶναι κοινή, καί τά διακονήματα εἶναι κανονισμένα ἔτσι, ὥστε νά μήν ὑπάρχει μεγαλύτερος καί μικρότερος, καί ὅλοι κάνουν ὑπακοή.
Ὁ ἡγούμενος κάνει ὑπακοή στήν ἀδελφότητα, καί ἡ ἀδελφότητα στόν ἡγούμενο. Ἐκεῖ εἶναι τελείως ἐλεύθεροι ἀπό ὅλα αὐτά τά ὁποῖα ἔχουμε ἐμεῖς ἐδῶ, τά ὁποῖα βέβαια εἶναι ἀναπόφευκτα. Ἐδῶ θά ἔχει κανείς τό σπίτι του, θά ἔχει τό μαγαζί του, θά ἔχει τά χωράφια του, καί θά λέει ὅτι εἶναι δικά του. Εἶναι ἀναπόφευκτα αὐτά ἐδῶ, ἀλλά πάντως ἐκεῖ εἶναι ἐλεύθεροι καί ἀπό αὐτά. Δέν ὑπάρχει τό ἐμόν καί τό σόν, ἀλλά ὅλα εἶναι κοινά. Στό ἴδιο τραπέζι θά καθίσουν ὅλοι, γιά νά φᾶνε, μαζί θά μποῦν στόν ναό, μαζί θά βγοῦν ἀπό τόν ναό, μαζί θά προσευχηθοῦν, τήν ἴδια ὥρα θά ξυπνήσουν ὅλοι τους. Χωρίς νά σημαίνει πώς ὅλα αὐτά γίνονται σάν νά εἶναι μολυβένια στρατιωτάκια ἤ σάν νά πατάει κανείς κάποιο κουμπάκι καί ἐνεργοῦν σάν ρομπότ. Ἐάν ἕνας εἶναι ἄρρωστος ἤ κουρασμένος, δέν θά πάει στόν ναό ὅταν θά πᾶνε οἱ ἄλλοι, ἀλλά θά πάει λίγο ἀργότερα ἤ θά πλαγιάσει. Ἤ, ἄν εἶναι ἄρρωστος, θά φάει κάτι καλύτερο.
Εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ, χωρίς νά ἐπιβάλλεται ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἰσότης, ἡ ἀγάπη, ἡ ἁρμονική ζωή μέ νόμους ἐκ τῶν ἄνω. Ὄχι. Ὅ,τι γίνεται, γίνεται μέ βάση τήν καλή διάθεση. Εἶναι κάτι πού, ὅπως θυμάστε, θέλησε ἡ Ἐκκλησία εὐθύς ἐξαρχῆς νά τό ἐφαρμόσει γενικά, ἀλλά δέν μπόρεσε. Δέν μπόρεσε, διότι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἄνθρωποι. Ἀργότερα περισώθηκε αὐτό στά μοναστήρια. Ἀπό αὐτῆς τῆς ἀπόψεως τό μοναστήρι, ἡ μοναχική ζωή εἶναι σμικρογραφία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι πρέπει νά πᾶνε ὅλοι στά μοναστήρια. Νά πᾶνε, ἄν θέλουν νά πᾶνε, ἀλλά δέν σημαίνει ὅτι πρέπει νά πᾶνε ὅλοι. Ἄν ὑπάρχουν τά μοναστήρια, τά ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία τά θεωρεῖ τιμή της, ὑπάρχουν ὄχι γιά νά πᾶνε νά γίνουν ὅλοι μοναχοί, ὄχι γιά νά μποῦν ὅλοι στά μοναστήρια καί νά φτιάξουν μοναστικές ἀδελφότητες, ἀλλά γιά νά ἐμπνέονται ὅλοι ἀπό κεῖ. Παλαιά, ξέρετε, ὑπῆρχε αὐτό. Τά τελευταῖα χρόνια, δηλαδή τόν 20ό αἰώνα, ἴσως καί πιό μπροστά, κυρίως ὅμως τώρα τόν 20ό αἰώνα ἔπαυσε αὐτό, ἀλλά παλαιά ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἐπηρεαζόταν ἀπό τή μοναχική ζωή. Ὄχι ὅτι ὅλοι γίνονταν μοναχοί. Δέν γίνεται αὐτό. Ὅπως καί νά τό κάνουμε, δέν γίνεται. Αὐτά ὅλα ὁ Θεός τά ἔχει κανονίσει. Πάντως, ἐπηρεαζόταν ἀπό κεῖ.
Μέ τό νά ἐπισκεφθεῖ κανείς ἕνα μοναστήρι καί νά δεῖ πῶς ζοῦν ἐκεῖ, γυρίζει στό σπίτι καί δέν ἔχει τόσο πολύ τήν τάση πού εἶχε πρῶτα, σώνει καί καλά μέ τό ζύγι τοῦ φαρμακείου νά πάρει τό δίκιο ἀπό τόν ἄλλο. Ξεθυμαίνει ἡ τάση νά μαλώσει, νά παρεξηγηθεῖ, νά τρέξει στά δικαστήρια, νά μισεῖ τόν ἄλλο. Καί ὁ ἄλλος ἐπηρεάζεται καί ὁ ἄλλος, καί ὅλη ἡ κοινωνία ἐπηρεάζεται. Ἄν θέλει κανείς νά ἔχει πολλά καί νά τά ἔχει δικά του, ὅταν πάει ἐκεῖ, λίγο πολύ θά ἐπηρεασθεῖ. «Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι –θά σκεφθεῖ– ζοῦν χωρίς νά ἔχουν τίποτε δικό τους». Δέν θά πουλήσει καί αὐτός ὅ,τι ἔχει. Μακάρι νά τό κάνει, ἄν τόν φωτίσει ὁ Θεός, ἀλλά ἐν πάσῃ περιπτώσει δέν θά χρειασθεῖ νά πουλήσει, σώνει καί καλά, καί νά μήν ἔχει τίποτε. Κάτι τέτοια μπορεῖ νά εἶναι καί ὑπερβολές. Ὅπως κάποιος ἔκανε ἄλλου εἴδους ὑπερβολές. Μοῦ ἔλεγαν ὅτι, γιά νά δείξει πώς εἶναι πολύ ἀσκητικός, ἄφησε τό δωμάτιο τοῦ σπιτιοῦ του καί πῆγε καί κοιμόταν στό κοτέτσι μέ τίς κότες. Τό γνώριζε ὁ κόσμος, καί, ὅσοι δέν ἤξεραν, θαύμαζαν ὅτι εἶναι μεγάλος ἀσκητής. Αὐτά εἶναι λόξες. Δέν θά κάνει κανείς ὑπερβολές, ἀλλά θά ἐπηρεασθεῖ ἀπό τή ζωή τῶν μοναχῶν καί θά πεῖ: Γιατί νά ἔχω τόσα πολλά, καί γιατί νά μέ τρώει ἡ ἀγωνία;
Θά συνεχίσουμε τήν ἄλλη φορά.

21-11-1976