Γαμος
A+
A
A-

288. Ὁμιλία τῆς γερόντισσας Φιλοθέης γιά τούς γονείς καί τά παιδιά

Ἡ ἀληθινή χριστιανική οἰκογένεια μέσα στόν σύγχρονο κόσμο[1]

Ἀδελφοί μου,

Ὅλοι νομίζω θά συμφωνήσουμε, ἄν ποῦμε ὅτι ἡ ζωή πού ζοῦμε σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, ἀλλά καί πολλά τῆς ζωῆς αὐτῆς, εἶναι ἕνα μυστήριο. Ὁ ἄνθρωπος βρί­σκεται συνέχεια μπροστά σέ ἕνα μυστήριο καί ὡς πρός τόν ἑαυτό του καί ὡς πρός τούς ἄλλους.

Μυστήριο εἶναι κατ᾿ ἀρχήν πῶς ἔρχεται ὁ ἄν­θρω­πος ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη, μυστήριο εἶναι πῶς κυοφορεῖται, πῶς γεννιέται καί πῶς ἀνα­πτύσσεται.

Μυστήριο εἶναι ἐπίσης γιατί ἐνεργεῖ καί συμ­πε­ρι­φέρεται μέ τόν ἄλφα ἤ βῆτα τρόπο. Μυ­στήριο καί τό πόσο ἐπιδρᾶ στά παιδιά του ἡ ὅλη ζωή καί ἡ ὅλη ψυχική κατάσταση καί ὁ ὅλος ἐσωτερικός κόσμος τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τότε πού ἔρχεται στόν κό­σμο καί μεγα­λώνει, ἕως ὅτου νά ἔρθει ἡ ὥρα νά φέρει ἀπο­γόνους, νά φέρει κι αὐτός παιδιά στόν κόσμο.

Εἶναι δηλαδή μυστήριο πόσο ἐπηρεάζει τά παιδιά του ἡ δική του ἡ ζωή, τήν ὁποία ζεῖ ἀπό τήν πρώτη στιγμή, ἀπό τήν ὥρα πού εἶναι στήν κούνια του καί ἀκόμη δέν καταλαβαίνει τίποτε, ἕως τήν ὥρα πού θά φέρει δικά του παιδιά στόν κόσμο. Ναί, εἶναι μυστήριο τό πόσο ὁ ψυχικός του κόσμος, ἡ ὅλη δομή του, ἡ ὅλη ὕπαρξή του, ἐπηρεάζει τά παιδιά του. Πολύ, λίγο, ἔτσι, ἀλλιῶς, πάντως τά ἐπηρεάζει.

Μέσα λοιπόν σ᾿ αὐτό τό μυστήριο τῆς ζωῆς θά προσπαθήσουμε σήμερα νά δοῦμε καί τό ἱερό μυστή­ριο τῆς κατά Χριστόν μητρότητος καί πατρότητος. Θά προσπαθήσουμε νά βροῦμε δηλαδή τήν ἀληθινή βάση τῆς χριστιανῆς μητέ­ρας καί τοῦ πατέρα μέσα στή σύγχρονη οἰκογένεια κατ᾿ ἀρχήν, ἀλλά κατ᾿ ἐπέκτασιν καί τή βάση ὅλης τῆς οἰκογέ­νειας μέσα γενικά στή σύγχρονη κοινωνία μας.

Σ᾿ αὐτό τό ἐγ­χείρημά μας θά ἔχουμε φωτεινό ὁδηγό –ὅπως πά­ντα– τή θεόσοφη διδαχή τοῦ μακαριστοῦ σεβαστοῦ πνευματικοῦ μας, τοῦ π. Συμεών Κραγιοπούλου.

Καί ἡ προσπάθειά μας δέν θά περιοριστεῖ στό νά παρουσιάσουμε καί νά ἐκθειάσουμε τήν ἰδανική μόνο πλευρά τῆς χριστιανῆς μητέρας καί τοῦ πατέρα –ὅπως συνήθως γίνεται σ᾿ αὐτές τίς περιπτώ­σεις– ἀλλά νά δοῦμε καί τήν εὐθύνη πού ἔχει ἡ μη­τέρα κυρίως, καί ὁ πατέρας φυσικά, ἀλλά καί τά παιδιά καί ὅλοι μας γενικά, γιά τήν πρωτοφανῆ ἀλλοίωση τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογενείας καί φυσικά ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. Τό θέμα θά εἶναι δηλαδή ἡ θέση τῆς ἀληθινῆς χρι­στιανικῆς οἰκογένειας μέσα στόν σύγχρονο κόσμο.

Καί σπεύδουμε ἀμέσως νά ποῦμε ὅτι ἡ κάθε γυ­ναίκα πού μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ προορίζεται νά γίνει μητέρα, μαζί μέ τή μεγάλη εὐλογία καί τιμή πού τῆς γί­νεται ἀπό τόν Κύριο νά φέρει καινούργιους ἀνθρώ­πους, καινούργιες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ στόν κό­σμο, θά περά­σει καί πόνο πολύ. Θά πονέσει πολύ, γιατί δέν εἶναι μόνο οἱ στιγμιαῖες ὠδίνες τῆς φυσικῆς γέννας πού περ­νάει ἡ μητέρα, προκειμένου νά φέρει στόν κόσμο ἕνα παιδί, ἀλλά ἐξίσου μεγάλες –ἴσως καί μεγαλύτερες– εἶναι καί οἱ ὠδίνες τῆς πνευματικῆς γέννας τοῦ παιδιοῦ, μέχρις ὅτου φθάσει «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώμα­τος τοῦ Χριστοῦ».

Εἶναι οἱ ὠδίνες δηλαδή πού καλεῖται νά βιώνει, ἡ μητέρα περισσότερο, ἀλλά καί ὁ πατέρας, ἀνά πᾶσα στιγμή, προκειμένου νά διαπαιδαγωγοῦν τό τέκνο τους «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου». Καί τό ἔργο αὐτό τό ὀδυνηρό τῆς μητέρας ἀρχίζει ἀπό τήν κυοφο­ρία ἤ καί ἐνωρίτερα ἀπό αὐτή, καί συνεχίζεται μέχρι νά ἔρθει ἡ ὥρα πού θά κάνει καί τό παιδί δική του οἰκογένεια. Ἀλλά καί μετά ὁ ρόλος τῆς μητέρας δέν σταματᾶ, γιατί καί ἡ γιαγιά γίνεται δυό φορές μητέρα.

Ὅπως ἀντιλαμβανόμαστε ὅλοι, πολύ βαριά καί ἐξαιρετικά ὑπεύθυνη ἡ ἀποστολή τῶν γονέων, γιατί σ᾿ αὐτούς, καί πρῶτα στή μητέρα, πέφτει τό βάρος  τῆς σωστῆς διάπλασης καί ἀνάπλασης τῆς προσωπι­κό­τητος τοῦ παιδιοῦ καί κατ᾿ ἐπέκτασιν ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος· δεδομένου μάλιστα ὅτι τό παιδί –ὅπως ἀποφαίνονται οἱ εἰδικοί– ὄχι ἁπλῶς, ἀφοῦ γεννηθεῖ καί μεγαλώσει λίγο, ἐπηρεάζεται ἀπό τή συμ­περιφορά τῶν γονέων του, ἀλλά ἀκόμη καί ὅταν κυοφορεῖται, καί τότε ἀκόμη ὁ νέος ἄνθρωπος, καθώς δημιουργεῖται, ἐπη­ρεά­ζεται ἀπό τήν ὅλη κατάσταση τῆς μητέρας του. Ὅμως ἀκόμη πιό βαθιά πάει τό πράγμα: τό παιδί ἐπηρεάζεται ἀπό τόν ἄλφα ἤ βῆτα τρόπο ζωῆς πού ἔκανε αὐτός ὁ πατέρας ἤ αὐτή ἡ μη­τέρα, ὅταν ἦταν δέκα, δεκαπέντε, εἴκοσι ἐτῶν, πρίν δηλαδή ἔρθουν εἰς γάμου κοινωνίαν καί γεννήσουν παιδιά.

 Ὅμως, ὅσο βαρύς κι ἄν εἶναι ὁ ζυγός τῶν γονέων, ἡ Ἐκκλησία, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι «ὁ ζυ­γός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι». Ἑπομένως –τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν– καί ὁ ζυγός τῶν γονέων γίνεται χρηστός καί τό φορτίον τους ἐλαφρύ. Πότε ὅμως; Ὅταν τό συνειδητοποιήσουν ὅτι τό ἔργο τους δέν εἶναι ὅλο δικό τους, ἀλλά αὐτοί εἶναι ἁπλῶς οἱ συνεργοί καί οἱ βοηθοί στό ἔργο τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί εἶναι ἁπλῶς οἱ ὑπηρέτες στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό καί καλοῦνται νά ἀντέξουν, διότι ἀντέχει ὁ Χρι­στός ὁ ἴδιος γι᾿ αὐτούς!

Γιά τίς ὠδίνες τῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεως τῶν ψυχῶν, μποροῦμε νά πάρουμε μιά εἰκόνα, μιά ἰδέα ἀπό τό ἀνάλογο χωρίο τῆς πρός Γαλάτας ἐπιστολῆς, ὅπου ἐκεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζει πολύ χαρα­κτηρι­στικά τόν προσωπικό του ψυχικό πόνο γιά τήν ἀνα­γέννηση τῶν πνευματικῶν του τέκνων: «Τεκνία μου, οὕς πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός ἐν ὑμῖν».

Θά πονέσει πολύ ἡ μητέρα. Ὄχι ἀστεῖα. Ρομφαία –μαχαιριά– θά διέλθει τήν ψυχή της, ὅμοια μέ ἐκείνη πού ἐπρόκειτο νά διαπεράσει τήν καρδιά τῆς Πανα­γίας μας, ὅπως εἶπε ὁ δίκαιος Συμεών, ὅταν πῆγε στόν ναό ἡ Παναγία γιά νά σαραντίσει. Καί ὄντως πέρασε ρομφαία τήν Παναγία. Πολύ πόνεσε, πολύ λυπήθηκε, ἀκριβῶς διότι, ὅπως λέει ὁ π. Συμεών, ἔγινε μητέρα τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι τά πράγματα ὅπως τά παίρ­νουμε ἐμεῖς. Ἡ Παναγία πονάει, περνάει ἀπό τήν καρδιά της δίκοπο μαχαίρι. Δέν εἶναι μητέρα τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτά καί νά ξεγλιτώσει ἀπό αὐτά, ἀλλά ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐπιτρέπει ὁ Θεός, οἰκονομεῖ ὁ Υἱός νά περάσει ἀπό αὐτόν τόν πόνο ἡ μητέρα του.

Διότι ἄν τό δοῦμε καί ἀπό τήν καθαρῶς πνευμα­τική πλευρά, ἄν δέν περάσει μέσα ἀπό τήν ψυχή σου ρομ­φαία πραγματικά, ἄν ἐπιτρέπεται νά ποῦμε, ἄν δέν σουβλιστεῖ ἡ ψυχή σου –ὅπως τονίζει ὁ π. Συμεών– ἄν δέν πονέσεις καί δέν ματώσεις, πολλά μή καλά πράγ­ματα πού ὑπάρχουν μέσα στήν ψυχή, δέν θά τά πάρεις εἴδηση καθόλου ὅτι ὑπάρχουν καί θά μείνουν ἐκεῖ· δέν θά μετανοήσεις γι᾿ αὐτά καί θά φύγεις ἀπό αὐτόν τόν κόσμο ἀμετανόητος, ἀτακτοποίητος.

 Ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία νά γνωρίσουμε καλά-καλά τόν ἑαυτό μας, νά μετανοοῦμε ἀνάλογα καί νά ζητοῦμε συγχώ­ρηση ἀπό τόν Θεό (καί ἀπό τούς ἀνθρώπους) γιά ὅλα τά λάθη μας καί τά ἀτοπήματά μας, γιά ὅλη τήν ἁμαρτωλότητά μας, γιά νά καθαριστοῦμε καί νά σωθεῖ ἡ ψυχή μας.

Καί ἄν αὐτό τό ἔργο δέν εἶναι μιά πολυτέλεια ἀλλά ἡ πρώτη ἀνάγκη ὅλων ἡμῶν τῶν χριστιανῶν, πολύ πε­ρισσότερο εἶναι ἄφευκτη ἀνάγκη γιά τή χρι­στιανή μη­τέρα, γιά τούς χριστιανούς γονεῖς, πού καλοῦνται νά ἐπιτελέσουν τό βαρύτατο ἔργο τους μέσα στή σύγχρονη κοινωνία μας, ὅπου τό μίασμα τοῦ κοσμικοῦ φρονήμα­τος ἰσοπέδωσε τά πάντα καί τήν ἔχει μετατρέψει σέ μιά ἀπέραντη καί ἀπαρά­κλητη ἔρημο.

Εἶναι πολύ ἔντονη ἡ ἐρημιά καί ἡ μοναξιά πού βιώ­νει ὁ σημερινός ἄνθρωπος, συχνά ἀκόμη καί ὁ χριστια­νός, μέσα στήν πολυάριθμη ἔρημο τῆς σύγχρονης ἀνταγω­νιστικῆς κοινωνίας. Καί αὐτό συμβαίνει, ἐπειδή ἔφυγε ἀπό τό θεμέλιό του, πού εἶναι τό νά ἔχει κοινωνία μέ τόν Θεό ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.

 Ξέχασε τήν καταγωγή του, ἀρνήθηκε τόν προορισμό του, πού εἶναι ἡ κατά­κτηση τοῦ οὐρανοῦ, καί ζήτησε προσβά­σεις στόν κό­σμο, προτιμώντας τήν εὔκολη λύση τῆς ἱκανοποίησης τοῦ ἐγώ, τοῦ θελήματός του, πού τόν ὁδήγησε τελικά στή θεοποίηση τοῦ ἑαυτοῦ του ἔξω ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ.

Μέσα σ᾿ αὐτή τήν ἀπαράκλητη ἔρημο οἱ ταλαί­πω­ροι ἄνθρωποι ὑπερύψωσαν καί μιά σύγχρονη Βα­βέλ καί γι᾿ αὐτό δέν ὑπάρχουν καί περιθώρια συνεν­νόησης με­ταξύ τους, καί ἰδιαίτερα μεταξύ γονέων καί παιδιῶν. Σέ ἄλλη γλώσσα μιλοῦν τά παιδιά καί σέ ἄλλη ἀπαντοῦν οἱ γονεῖς.

Ἄλλα τά ἐνδιαφέροντα καί οἱ ἐπιδιώξεις τῶν μέν, καί ἄλλα τῶν δέ. Ἄλλες οἱ τακτι­κές καί νοοτροπίες τῶν παιδιῶν καί ἄλλες τῶν γο­νέων.

Ὡστόσο, μέσα στή σύγ­χρονη χριστιανική οἰκο­γένεια εἶναι ἀνάγκη νά βρεθεῖ ἕνας τρόπος, ἕνα μέσο, ἕνας κρίκος πού θά ἑνώσει τά διεστῶτα, μιά γλώσσα μέ τήν ὁποία θά μπορέσουν νά συνεννοηθοῦν καί, ὅπως λέγεται, νά τά βροῦν μεταξύ τους τά μέλη τῆς οἰκογένειας καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι φυσικά.

 Καί ὅλοι, νομίζω, καταλαβαί­νουμε πώς ἡ γλώσσα αὐτή εἶναι μόνο ἡ γλώσσα τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, στήν ὁποία ὀφείλουμε νά μαθητεύ­σουμε ὅλοι οἱ χριστιανοί καί πρῶτοι πάλι οἱ γονεῖς, γιατί τό βασικό στοιχεῖο στή χριστιανική οἰ­κογένεια μεταξύ τῶν γονέων καί μεταξύ γονέων καί παιδιῶν εἶναι ἡ ἀγάπη.

 Ἡ ἀγάπη ἡ ἀληθινή, ἡ ὁποία βγάζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ἑαυτό του καί τόν κάνει νά δίνεται στόν ἄλλο. Τό τοῦ ἀποστόλου Παύλου «Ἡ ἀγάπη οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» πιστεύουμε ὅτι βρίσκει τήν τέλεια ἐφαρμογή του στή χριστιανή μητέρα, γιατί αὐτή καί ἀπό τή φύση της ξέρει νά δίνεται, ξέρει νά θυσιάζε­ται μέ τήν καρδιά της, χωρίς τήν παραμικρή ἰδιοτέλεια καί χωρίς ὑπολογισμούς, γιά τό παιδί της ἀλλά καί γιά τούς ἄλλους, καί νά βγαίνει ἔτσι ἀπό τό καβούκι τοῦ ἀτομισμοῦ της.

Αὐτή τήν ἀγάπη ὀφείλουν νά δίνουν στό παιδί τους οἱ χριστιανοί γονεῖς καί ὄχι ἐκείνη πού ἀποβλέπει στήν προσωπική τους εὐχαρίστηση καί ἱκανοποίηση τῶν ὁποιωνδήποτε ἰδιοτελῶν ἐπιδιώξεών τους καί σκοπῶν τους.

Αὐτή ἡ ἀγάπη ἡ ἀληθινή θά κάνει τούς γονεῖς πρῶτα καί κύρια νά δείχνουν, ὅσο τό δυνατόν, μεγα­λύ­τερη στοργή στά παιδιά τους, γιατί αὐτή εἶναι ἡ κα­λύ­τερη τροφή τους. Πιό πολύ τό τρέφει τό παιδί ἡ ἀγάπη καί ἡ στοργή, τό γλυκό καί τρυφερό χαμόγελο τῆς μά­νας, παρά τό γάλα πού πίνει.

Σέ ἕνα παιδιατρικό συνέδριο πού ἔγινε πρίν ἀπό πολλά χρόνια, μεταξύ τῶν ἄλλων ἐλέχθη καί τό ἑξῆς: Στήν Ἀμερική ἔγινε ἕνα πείραμα κατά πόσο ὁ ἄνθρωπος θά μποροῦσε νά ζήσει ἔξω ἀπό τό οἰκογενειακό περιβάλ­λον, κατά νομαδικό δηλαδή τρόπο, ὅπως ζοῦν τά ἄλογα ζῶα.

Πρός τόν σκοπό αὐτό συγκέντρωσαν σέ ἕνα ἵδρυμα 3000 ἔκθετα παιδιά καί ἐκεῖ οἱ ὑπεύθυνοι ἀ­νέλαβαν νά τά φροντίσουν μέ τίς ἰδανικότερες συνθῆκες ὑγιεινῆς, περίθαλψης, διατροφῆς κτλ. Τό ἀποτέλσεμα ἦταν ὅτι οὐδέν ἐπεβίωσε. Σέ τρία χρόνια εἶχαν πεθάνει ὅλα τά παιδιά. Γιατί; Διότι τούς ἔλειψε τό μη­τρικό χαμόγελο καί ἡ στοργή, πού αὐτή εἶναι ἡ βασική τροφή γιά τό παιδί.

Σήμερα ὅμως, ἐπειδή τά πάντα ἔχουν ἐκφυλιστεῖ καί δέν ἔμεινε τίποτε γνήσιο καί καθαρό, καί ὡς ἐκ τού­του ὅλοι λίγο πολύ εἴμαστε βεβαρημένοι ψυχολο­γικά, καί αὐτή ἡ ἀληθινή ἀγάπη, πού θά μποροῦσε νά εἶναι τό μοναδικό ἐφόδιο στό πολύπλευρο καί πολύ­μοχθο ἔργο τῶν γονέων –μορφωμένων καί μή– αὐτή ἔγινε σή­μερα τό πιό δυσεύρετο ἤ καλύτερα ἀνεύρετο ἀγαθό.

Γι᾿ αὐτό εἶναι ἀνάγκη νά γνωρίζουμε κάποια βασικά πράγματα μέσα ἀπό τίς ἀνθρώπινες γνώσεις, γιά νά βοηθηθοῦμε ὅλοι μας στήν καλύτερη ἐκπλή­ρωση τῆς ἀποστολῆς μας, ὅπου μᾶς ἔταξε τόν καθένα ὁ Θεός.

Καί ἐπειδή ὁ λόγος κυρίως γιά τή χριστιανή μη­τέρα –χωρίς νά ἐξαιρεῖται, ὅπως εἴπαμε, καί ὁ πατέ­ρας– τό πρῶτο πού πρέπει νά γνωρίζουν οἱ γονεῖς εἶναι ὅτι εἶναι ἀνάγκη νά γνωρίσουν πρῶτα οἱ ἴδιοι τόν ἑαυτό τους, γιά νά μπορέσουν στή συνέχεια νά γνωρί­σουν καί τά παιδιά τους.

Νά μπορέσουν δηλαδή νά γνωρίσουν τόν ἐσωτερικό κόσμο τῶν παιδιῶν. Νά ἀκούσουν μέ προθυ­μία καί κατανόηση τά προβλή­ματά τους, νά ἐκ­μαιεύσουν τούς μυστικούς τους πό­θους καί καημούς τους, νά ἀφουγκραστοῦν τούς κρυ­φούς ἀναστεναγμούς τους, νά ἀκούσουν τά δίκαια καί ἄδικα παράπονά τους, νά μοιραστοῦν τίς ἀγωνίες τους καί τίς ὅποιες ἄλλες ἀνησυχίες τους. Δέν μπορεῖ μιά μητέρα, ἕνας γονέας πού δέν ξε­πέ­ρασε τόν ἑαυτό του, πού δέν λυτρώθηκε ἀπό τίς δι­κές του παγίδες, νά μεταδώσει βίωμα ἀληθινό στό παιδί του. Καί τό πρῶτο βίωμα πού πρέπει, εἰδικότερα ἡ μη­τέρα, νά μεταδώσει στό παιδί της, εἶναι τό βίωμα τῆς ἐμπιστοσύνης, πού ταυτίζεται ἀσφαλῶς καί μέ τό βίω­μα τῆς ἀσφάλειας. Τό παιδί πρέπει νά ἔχει τόση ἐμπιστοσύνη στή μη­τέρα του, στόν πατέρα του, ὥστε νά ξέρει πώς ὅ,τι εἶπε ὁ πατέρας, ἡ μητέρα, αὐτό εἶναι καί δέν εἶναι τί­ποτε ἄλλο. Αὐτό δίνει καί τήν ἀληθινή ξενοιασιά στό παιδί.

Σέ κάποιο τσίρκο μεταξύ τῶν ἄλλων παρουσίασαν καί τό ἑξῆς νούμερο: Κάποιος «θαυματοποιός» εἶχε τήν τέχνη νά μπορεῖ νά κόψει ἕνα μῆλο μέ μία καί μόνη μα­χαιριά, φτάνοντας μέχρι τή φλούδα, ὄχι πιό πέρα, πάνω στόν τράχηλο ἑνός παιδιοῦ πού τό εἶχε ξαπλώσει πάνω σέ ἕνα τραπέζι. Καί καθώς τό νούμερο κράτησε σέ μεγάλη ἀγωνία τούς θεα­τές, κάποιοι ρώτησαν τό παιδί πῶς δέν φοβήθηκε μή­πως ὁ ἄνθρωπος αὐτός μαζί μέ τό μῆλο ἔκοβε κατά λά­θος καί τόν λαιμό του. Καί ἡ ἀπάντηση ἦταν: «Πῶς μποροῦσα νά φοβηθῶ, ἀφοῦ αὐτός πού παρουσίασε τό νούμερο ἦταν ὁ πατέρας μου πού τοῦ ἔχω ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη;»

Σκεφτεῖτε, τέτοια ἐμπιστοσύνη νά ἔχουν στόν πατέρα τους ὅλα τά παιδιά, καί κατ’ ἐπέκτασιν στόν Θεό Πατέρα ὅλοι ἐμεῖς, μεγάλοι καί μικροί!

Μέσα σ᾿ αὐτά τά πλαίσια τῆς ἀληθινῆς ἐμπι­στο­σύνης ἔχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία νά βλέ­πουν τά παιδιά ὅτι ἡ μαμά, ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ, δέν τά χά­νει. Ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ, εἶναι αἰσιόδοξη, δέν ἀπογοητεύεται, δέν χάνει τήν ψυχραιμία της. Ὅ,τι κι ἄν συμβεῖ, εἶναι χα­ρούμενη, σάν νά ἔχει συνάντηση μέ τόν Χριστό. Αὐτά ὅλα ἐπηρεάζουν τό παιδί· δέν εἶναι ἀστεῖα.

Πόσο θά ἀναπαύονται τά παιδιά, ὅταν μιά μάνα πού κυκλοφορεῖ μέσα στό σπίτι, ἀνά πᾶσα στιγμή ἐμπνέει αὐτή τήν οὐράνια προστασία στά παιδιά· ἐμπνέει ἔτσι ἡ ζωή της, πού νιώθουν ἐπάνω τους τήν ὀμπρέλλα τῆς σιγουριᾶς καί τῆς ἀσφάλειας τῶν γονέων καί στή συνέχεια τήν ὀμπρέλ­λα τοῦ Θεοῦ!

Κάποτε συνταξιδεύαμε μέ μιά κοπελλίτσα 17 ἐτῶν καί, καθώς πιάσαμε τή συζήτηση, μοῦ ἔκανε φοβερή ἐντύπωση πού, ὅταν ἔφτασε τό θέμα στή μητέρα της, μοῦ εἶπε: «Τί νά σᾶς πῶ! Χίλιοι ἄνθρωποι νά μοῦ ποῦν ὅτι ἔχουν δίκιο, τό δίκιο εἶναι μέ τό μέρος τῆς μητέρας μου». Τόση ἐμπιστοσύνη εἶχε τό παιδί αὐτό στή μητέρα του, πού ἡ προσωπικότητά της τοῦ ἐπεβλήθη κατά τέ­τοιον τρόπο, ὥστε νά μήν κλονίζεται ἡ ἐμπιστοσύνη του μέ τίποτε.

Τό στοιχεῖο αὐτό, τῆς ἀλληλοεμπιστοσύνης, εἶναι, νομίζω, σέ ὅλους ἐμφανές ὅτι λείπει σέ σημαν­τικό βαθμό ἀπό τή σύγχρονη οἰκογένεια. Καί, ὅπως τά μελέ­τησαν οἱ εἰδικοί, τή στιγμή πού τό παιδί χάνει τήν ἐμπιστοσύνη του στή μητέρα του, στόν πατέρα του, ἀρχίζει νά κρύβεται, νά δικαιολογεῖται, καί τό χειρό­τερο νά ἀπομονώνεται· καί ζεῖ μιά ὀρφάνια.

Πρέπει νά ξέ­ρουν οἱ γονεῖς ὅτι τροφή τοῦ παιδιοῦ εἶναι αὐτή ἡ ἐμπιστοσύνη, αὐτή ἡ πολύ στενή σχέση μέ τούς γονεῖς. Τροφή τοῦ παιδιοῦ εἶναι τό νά μπορεῖ νά ἀνοίξει τήν καρδιά του στή μάνα του καί στόν πατέρα του καί νά πεῖ ἐλεύθερα αὐτό πού ἔχει νά πεῖ. Ἔλειψε αὐτό; Ὀρφάνεψε τό παιδί, ἄσχεται ἄν ὁ πατέρας τοῦ κουβα­λάει ὅλα τά καλούδια τοῦ κόσμου.

Ἀναλογισθήκαμε ἄραγε πόσα παιδιά μέ μητέρα καί πατέρα μεγαλώνουν σάν ὀρφανά; Πόσα δράματα δημιουργοῦνται σ᾿ αὐτά τά παιδιά, πόσο ἄσχημα με­γα­λώνουν καί πόσο ἄσχημα ἐξελίσσονται!

Ἔχω ὑπ᾿ ὄψιν μου μιά καλή γιαγιά, ἡ ὁποία εἶχε ἀναλάβει τήν ἀνατροφή τοῦ μικροῦ ἐγγονοῦ της, πού ἦταν παιδί διαζευγμένων γονέων καί, προκειμένου νά ζεῖ μέ ξένο πατέρα, τό ἀνέλαβε ἡ γιαγιά. Ὅταν τό παιδί μεγάλωσε καί βρῆκε καί ἄλλους φίλους ὁμοιοπαθεῖς, ὅλη αὐτή ἡ παρέα μαζεύονταν συχνά στό σπίτι τῆς γιαγιᾶς, γιατί ἐκεῖ ἔβρισκαν ὅλη τήν ἀγάπη καί τή στοργή πού τούς ἔλειπε καί πού τούς τήν ἔδινε μέ ὅλη τή στάση της ἡ γιαγιά αὐτή. Κάποιος δέ ἀπό τήν παρέα τῆς εἶπε κάποια φορά: «Κυρία Κατερίνα, ἐμεῖς σ’ ἀγαποῦμε πολύ καί ἐρχόμαστε σ᾿ ἐσένα, γιατί ἐσύ εἶσαι ἡ μητέρα τῶν ‘’ζωντανῶν’’ ὀρφανῶν».

 Καί αὐτό ἦταν πού ἔκανε τήν κ. Κατερίνα νά τούς ἀγκαλιάσει μέ περισσότερη συμπόνια καί ἔδινε ὅλη τήν καρδιά της.

Ὅμως ἡ ὀρφάνια αὐτή δέν πλήττει μόνο τά παιδιά, γιατί, καί ἀπό τήν ἄλλη τήν πλευρά, καί οἱ γονεῖς συχνά εἶναι σάν νά μήν ἔχουν παιδιά. Πόσοι γονεῖς ἔχουν καί δύο καί τρία καί περισσότερα παιδιά καί ζοῦν σάν νά μήν ἔχουν παιδιά, διότι δέν ὑπάρχει αὐτή ἡ κοινωνία μεταξύ τους. Δέν ὑπάρχει ἡ ἐμπιστο­σύνη καί ἡ ἀλ­ληλοκατανόηση πού πρέπει νά ὑπάρχει καί ζεῖ τελικά ὁ καθένας τή μοναξιά του μέ τό πικρό παράπονο τῆς ἐγκατάλειψης ἀπό τόν ἄλλον.

Κάτι πάρα πολύ βασικό πού πρέπει ἐπίσης νά γνω­ρίζουν οἱ γονεῖς, καί ἰδιαίτερα ἡ μητέρα, εἶναι ὅτι τά παιδιά δέν εἶναι κτήματά τους.

Τό παιδί δέν εἶναι ἕνα ἐξάρτημά τους, δέν εἶναι καταδικό τους. Κάθε ἄν­θρωπος εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Οἱ γονεῖς ἁπλῶς συ­νήργησαν καί τό ἔφεραν στόν κόσμο καί ἔχουν ὑποχρέωση καί καθῆκον νά τό μεγαλώσουν, νά τό δι­α­παιδαγωγήσουν σύμφωνα μέ ὅλους τούς θείους καί ἀνθρώπινους νόμους, σεβόμενοι ἀπολύτως τήν ἐλευ­θε­ρία τῆς προσωπικότητός του, γιατί ὁ πρῶτος πού τή σέβεται εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός.

Ὀφείλουν οἱ γονεῖς νά δεχτοῦν τά παιδιά ὡς νέα πλάσματα τοῦ Θεοῦ καί ὄχι σάν ἀντικείμενα, σάν κτή­ματά τους. Κάθε ἄνθρωπος, καί ἰδιαίτερα ἕνα παιδί, θέ­λει νά αἰσθάνεται ὅτι ὑπάρχει μέσα στόν κό­σμο αὐτό καί ὅτι οἱ ἄλλοι ἀναγνωρίζουν τήν ὕπαρξή του. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά θέλει νά αἰσθάνεται τή στοργή τῶν ἄλλων, τήν ἀγάπη τους, τό ἐνδιαφέρον τους. Καί ὅλα αὐτά τά ἀπολαμβάνει τό παιδί μέσα στό πνεῦμα τῆς σωστῆς ἐλευθερίας καί τῆς ἄνεσης πού τοῦ παρέχουν οἱ γονεῖς καί ὄχι μέσα στήν κατακτητική καί πιεστική ἀτμόσφαιρα πού δημιουργοῦν δυστυχῶς ἀπό ἄγνοιά τους πολλοί γονεῖς.

Γι᾿ αὐτό καί ὅλα σχε­δόν σήμερα τά παιδιά μιλοῦν γιά καταπίεση, ἄσχετα ἄν, ἀπό ἕνα σημεῖο καί μετά, αὐτό τό φαινόμενο γίνε­ται ψευτοκα­ταπίεση, ψευτοπρόβλημα καί ψευτοδυ­σκολία.

Εἶναι μεγάλο λάθος δηλαδή, ὅταν οἱ γονεῖς ἔχουν τήν ἀπαίτηση νά ἐπιβάλουν τή δική τους γνώμη, τό δικό τους θέλημα στό παιδί. Ἄλλο νά τό συμβουλέ­ψουν καί νά τό νουθετήσουν σεβόμενοι τήν ἐλευθερία του καί ἄλλο νά στραγγαλίσουν αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἐλευθερία του, ἐπειδή τό θεωροῦν δικό τους κτῆμα καί πιστεύουν ὅτι μποροῦν καί νά τό ἐξουσιάζουν καί νά τοῦ στεροῦν τή δική του πρωτοβουλία.

 Νά λάβουμε ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι τήν ἐλευθερία μᾶς τήν ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, γιά νά πᾶμε ἐλεύθερα μέ τή βού­λησή μας σ᾿ Ἐκεῖνον καί ὄχι γιά νά κάνουμε ἐν ὀνόματι τῆς παρεξηγημένης σήμερα ἐλευθερίας ὁ καθένας ὅ,τι θέλουμε, ἀπό τό πιό λογικό μέχρι τό πιό παράλογο καί παράνομο.

Πάνω σ᾿ αὐτή λοιπόν τήν ἀψυχολόγητη προσπά­θεια πού κάνουν οἱ γονεῖς νά ἐπιβληθοῦν στά παιδιά τους, μοιραίως ἀνοίγουν μέτωπο μαζί τους καί οἱ γονεῖς μπαίνουν σέ ἕναν ἀγώνα ὑπεροχῆς μέ τό παιδί· καί αὐτό εἶναι λάθος. Μήπως δηλαδή ὁ γονέας σ᾿ αὐτό τό σημεῖο ὑποκλέπτεται ἀπό τήν προσωπική του ἀδυναμία καί κάποιες φορές, τάχα γιά τό καλό τοῦ παιδιοῦ, ἐνεργεῖ κατά τέτοιον τρόπο, πού ἐξυπηρετεῖ τό προσω­πικό του γόητρο καί ἔτσι μπαίνει σ᾿ αὐτόν τόν ἀγώνα ὑπεροχῆς μέ τό παιδί του.

Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως πλευρά, δέν πρέπει νά φτάσει κανείς στό ἄλλο ἄκρο καί νά κά­νει, σώνει καί καλά, τό χατήρι τοῦ παιδιοῦ μόνο καί μόνο γιά νά μήν τό δυσαρεστήσει. Γιατί καί τό παιδί δέν εἶναι ἕνα ἀγγελούδι. Ἔχει καί αὐτό τά τρωτά του.

Δέν ἀθωώνονται ἑπομένως οὔτε καί τά παιδιά, γιατί ἔχουν κι αὐτά τήν εὐθύνη τους. Εἶναι μεγάλο λάθος πού ἔμαθαν νά διεκδικοῦν μέ ὅλους τούς τρό­πους μόνο τά δικαιώματά τους, τήν εὔκολη δηλαδή καί ἄνετη ζωή, καί νά προσπερνοῦν τελείως τίς ὑπο­χρεώσεις τους καί τά καθήκοντά τους πρός τούς γονεῖς τους, ἐάν μή τι ἄλλο, τουλάχιστον νά τούς σέ­βονται καί νά τούς ὑπολογίζουν ὡς γονεῖς.

Τούς γονεῖς, λέει ὁ π. Συμεών, τούς ἀγαποῦμε καί τούς τιμοῦμε, ὄχι γιατί εἶναι καλοί, ἀλλά ἐπειδή εἶναι οἱ φορεῖς πού μᾶς ἔφεραν στόν κό­σμο, εἶναι αὐτοί πού μᾶς χάρισαν τή ζωή. Καί ἑπο­μέ­νως, πρέπει νά γνωρί­ζουν τά παιδιά καλά-καλά ὅτι δέν εἶναι αὐθύπαρκτα στή ζωή αὐτή, ἀλλά ὅτι κά­ποιοι γο­νεῖς τά ἔφεραν στόν κόσμο καί, θέλουν δέν θέλουν, τελοῦν ὑπό τήν προστασία τους, τουλάχιστον μέχρι νά ἐνηλικιωθοῦν καί νά ἀναλάβουν τά ἴδια τήν εὐθύνη τῆς ζωῆς τους.

Κατά τά ἄλλα, κόπτονται τά εὐλογημένα τά παι­διά γιά τήν ἐλευθερία, τήν ἀνεξαρτησία καί τήν αὐτονομία τους, χωρίς νά τό καταλαβαίνουν ὅτι εἶναι ἐξαρτώμενα ἀπό τούς γονεῖς, ἀφοῦ, ὄχι μόνο γιά τήν τροφή τους καί γιά ὅλα τά καθημερινά ἔξοδά τους, ἀλλά καί γιά τίς ἁμαρτίες τους ἀκόμη σπαταλοῦν τά ἕτοιμα χρήματα τοῦ πατέρα. Τί εἴδους ἐλευθερία εἶναι αὐτή;

Ἐλευθερία εἶναι νά εἶσαι ἐλεύθερος, γιά νά γίνεις ἐλεύθερα αὐτό πού πρέπει νά γίνεις. Νά ἐλευθερωθεῖς δηλαδή ἀπό τά πάθη σου καί τίς ἀδυναμίες σου πού σέ ἄγουν καί σέ φέρουν καί σέ κάνουν ὅ,τι θέλουν. Καί μέ τό νά εἶσαι δοῦλος ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπιθυμιῶν σου, ζεῖς μέ τήν ψευδαίσθηση ὅτι τάχα εἶσαι ἐλεύθερος. Ὅταν ἐλευθερωθεῖς, ὅταν λυτρωθεῖς ἀπό τόν παλαιό σου ἑαυτό, τότε εἶσαι ὄντως ἐλεύθερος. Κανείς ἀπό κεῖ καί πέρα δέν μπορεῖ νά σοῦ ἀφαιρέσει τήν ἐλευθερία.

Ἀλλά ἐνόσω δέν ἔχεις φτάσει ἐκεῖ πού πρέπει νά φτά­σεις, ὅλο ἀνελεύθερος θά εἶσαι. Διότι ἄν δέν εἶσαι ἀπό κανέναν ἄλλον ἀνελεύθερος, ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός σου θά σέ κρατάει ἀνελεύθερο, θά σέ κρατάει δηλαδή δέσμιο, σκλάβο. Ὅπως καταλαβαίνετε, σήμερα τό πολύτιμο αὐτό ἀγαθό τῆς ἐλευθερίας ἔχει μετατραπεῖ σέ ἀσυδοσία ἤ, καλύ­τερα, σέ φοβερή τυραννία.

 Καί γιά νά ἐπανέλθουμε στό θέμα μας: Ὅ,τι θέ­λει ἄς κάνει τό παιδί, φτάνει ἐμεῖς νά μήν μποῦμε κα­θόλου σέ ἕναν ἀγώνα ὑπεροχῆς μαζί του, ἀλλά νά κά­νουμε ἐκεῖνο τό ὁποῖο εἶναι σωστό, λαμβάνοντας καί τά ἀπαραίτητα μέτρα ἀσφαλείας. Καί τοῦτο, διότι τό παιδί δέν καλύπτεται μόνο ἀπό τήν ἐλευθερία πού ἐπιζητεῖ. Χρειάζεται νά ὑπάρχουν καί κάποιες ἀσφα­λιστικές δικλεῖδες πού θά ἐξασφαλίσουν τήν ἄνεση ἀλλά καί τή σιγουριά καί τήν ξενοιασιά στό παιδί, γιατί μόνο ἔτσι δέν εἶναι ἐκτεθειμένο σέ κάποιο κίνδυνο.

Εἶναι ἀπαραίτητο δηλαδή, μέσα στό πνεῦμα τοῦ σεβασμοῦ τῆς σωστῆς ἐλευθερίας, νά θέτουν οἱ γονεῖς καί κάποια ὅρια, γιατί στό βάθος αὐτό ζητοῦν καί τά ἴδια τά παι­διά, γιά νά ἰσορροποῦν.

Τό παιδί αἰσθάνεται πολλή ἀσφάλεια καί πολλή ξε­νοιασιά, ὅταν, γιά παράδειγμα, στή μεγάλη ἀλάνα ὅπου παίζει, στό χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ πού τελειώνει ἡ ἀλάνα, ὑπάρχει ἕνας φράκτης πού θά τό συγκρατήσει ἀπό τόν κίνδυνο πού διατρέχει. Ἐνῶ ἄν ἡ ἀλάνα ἦταν ξέφραγη, καθώς τό παιδί θά ἔτρεχε ἀμέριμνο καί ἀνυποψίαστο, ὅταν θά ἔφτανε στό χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ, καθώς δέν θά ἀντιλαμβανόταν τόν κίνδυνο, μοιραίως θά ἔπεφτε στόν γκρεμό καί μποροῦσε καί νά σκοτωθεῖ.

Εἶναι μεγάλο μυστικό νά κερδίσουν οἱ γονεῖς τή συ­νεργασία μέ τά παιδιά. Καί τήν κερδίζουν, ὅταν τά φι­λοτιμήσουν, ὅταν δέν χρησιμοποιοῦν δηλαδή τή δύ­ναμή τους, ὥστε νά συμπεριφέρονται μέ αὐταρ­χι­κότητα καί ὑψηλούς τόνους, ἀλλά ἐπιστρατεύουν ὅλη τήν ὑπομονή τους καί προσπαθοῦν νά συνεργαστοῦν μέ ἀγάπη καί κατανό­ηση. Τότε τά παιδιά διαισθάνον­ται τήν ἐμπι­στοσύνη τους καί ἀνταποκρίνονται κι αὐτά μέ τή σειρά τους φιλότιμα, χωρίς αὐτό νά εἶναι βέβαια ἀπόλυτο, γιατί ὑπάρχουν πάντοτε καί οἱ ἐξαιρέσεις.

Τά παιδιά, ἀλλά καί οἱ μεγάλοι, θέλουν νά τούς κα­ταλάβουμε. Αὐτό ζητᾶμε σήμερα ὅλοι καί τό πετυ­χαί­νουμε, μόνο ὅταν μπορέσουμε νά μποῦμε στή θέση τοῦ ἄλλου. Τότε θά ἀξιολογήσουμε καί θά ἐκτιμή­σουμε κα­λύτερα τά προβλήματά τους, ἀλλά καί τίς ἐλλείψεις τους, τά ἐλαττώματά τους καί τά λάθη τους, καί θά κά­νουμε ὅ,τι χρειάζεται γιά τή θεραπεία τους.

Ὁ καλύτερος τρόπος –μᾶς λένε οἱ εἰδικοί– γιά νά γιατρέψουμε τό παιδί –ἀλλά καί ὁποιονδήποτε ἄλλο– εἶναι νά μήν τό ταυτίσουμε μέ τά ἐλαττώματά του ἀλλά νά τά ἀγνοήσουμε, γιά νά μήν τό πληγώσουμε. Αὐτό τό πετυχαίνει κανείς μέ τήν ἀγάπη, καλύτερα μάλιστα τό πετυχαίνει ἡ μητέρα, γιατί καθώς εἶναι ἀπό τή φύση της πλασμένη μέ περισσότερη ὑπομονή καί ἀντοχή, μέ περισσότερη εὐελιξία, ξέρει καί πιό εὔκολα νά παρα­βλέπει, νά δικαιολογεῖ, νά ὑποχωρεῖ, νά συγχωρεῖ· καί αὐτή ἡ ἀγάπη εἶναι πού δέν πληγώ­νει τό παιδί!

Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά κάνουμε μιά ἰδιαίτερη προσπάθεια νά ξεχωρίσουμε τήν πράξη ἀπό ἐκεῖνον πούτήν κάνει. Αὐτό εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικό, γιατί ἔχουμε τήν τάση νά δίνουμε ὁρισμένες ὀνομασίες: π.χ. κλαψιάρης, παραμυθάς, ἀφηρημένος, ψεύτης. Πρέπει πάρα πολύ νά προσέχουμε νά μήν ταυτίζουμε τίς ἐνέργειες τοῦ παιδιοῦ, τά σφάλματά του, ἕνα κακό πού ἔχει, μέ τό ἴδιο τό παιδί, γιατί αὐτό βαραίνει πολύ τήν ψυχούλα τοῦ μικροῦ ἰδιαίτερα παιδιοῦ. Τό παιδί κλαίει, ἀλλά δέν πρέπει αὐτό νά μᾶς κάνει νά τό βα­φτίσουμε, νά τοῦ βάλουμε δηλαδή τήν ἐτικέτα τοῦ κλαψιάρη. Ἤ μπορεῖ νά πεῖ ἕνα ψέμα, ἀλλά δέν πρέ­πει νά φτάσουμε στό σημεῖο νά ποῦμε: «Εἶσαι ψεύτης».

Νά μήν ταυτί­ζουμε ποτέ τό παιδί μέ κάτι κακό πού κάνει. Κατά βά­θος κάθε ἄνθρωπος εἶναι καλός. ὉΘεός, πού ἔπλασε ὅλα τά κτίσματα καί τούς ἀν­θρώπους, εἶπε ὅτι ἦταν «καλά λίαν» ὅλα ἐκεῖνα πού βγῆκαν ἀπότά χέρια του. Κατά βάθος λοιπόν ὡς φύση κάθε ἄνθρωπος εἶναι «κα­λός λίαν», ἀλλά ἐπειδή μπῆκε τό κακόμέσα του, ἀλ­λοιώθηκε ὁ ἄνθρωπος. Τό κακό ὅμως εἶναι παράσιτο, καί στούς μεγάλους καί στούς μικρούς. Μερικές φορές στά μικρά παιδιά βλέ­πουμε τό ὅποιο κακό ἔχουν, τό ἐλάττωμα, τήν ἀδυναμία τους, σάν νάβγαίνει μέσα ἀπό τά ἔγκατα τῆς ὑπάρξεώς τους. Δέν εἶναι ἔτσι. Τό βαθύ­τερο εἶναι τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου εἶναι «καλό λίαν».  Ὅ,τι κακό κι ἄν ἐκδηλώνει, ὅποιο ἐλάττωμα κι ἄν ἔχει, εἶναι σάν ἕνα παράσιτο, σάν κάτι πού εἶναι ἀπ᾿ ἔξω, σάν κάτι πού μπορεῖ κάποια μέρα νά τό ἀποσπά­σει κανείς καί νά τό πετάξει, καί ἡ φύση ἡἀνθρώπινη νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτό, νά παραμείνει δη­λαδή χωρίς αὐτό.

Ἄς τό ἔχουν αὐτό ὑπ᾿ ὄψιν τους οἱ γονεῖς καί νά προσέχουν νά μήν τά στολίζουν ἔτσι ἀβασάνιστα μέ κο­σμητικά ἐπίθετα τά παιδιά. Τό θέμα εἶναι νά βοηθήσουμε ἐμεῖς τό παιδί μέ τή στάση μας, ὥστε νά καταλάβει ὅτι τό ἐκτιμοῦμε κατά βάθος καί συγχρόνως ἀνεχόμαστε τό ἐλάττωμά του, μέ τήν ἔννοια ὅτι ἔχει μέν τόἐλάττωμα αὐτό, ἀλλά θά τό ξεπεράσει σιγά-σιγά. Αὐτό ἀνακουφίζει πολύ τό παιδί· φεύγει ὅλο ἐκεῖνο τό βάρος πού αἰσθάνεται, ὅταν ταυτί­ζουμε τό κακό μέ τήν ἴδια τήν ὕπαρξή του. Χωρίς βέ­βαια αὐτό νά σημαίνει ὅτιἐπικροτοῦμε καί ἐπιβρα­βεύουμε τό ἐλάττωμα. Αὐτό σέ καμιά περί­πτω­ση δέν ἐπιτρέπεται νά συμβεῖ.

Ὁ ἄνθρωπος, ὅ,τι καί ἄν εἶναι, ἔχει μεγάλη ἀξία. Εἶ­ναι ἄνθρωπος πού πλάστηκε «κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ», καί αὐτό χρειάζεται ἡ μητέρα, ὁ πατέ­ρας νά τό ἀνακαλύπτουν ἀνά πᾶσα στιγμή στήν ψυχή τοῦ παιδιοῦ καί τότε θά εἶναι καί οἱ σχέσεις τους πιό ὁμαλές καί πιό ἁρμονικές.

 Ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύ­πτιος ξεχωρίζει τόν ἄνθρωπο ἀπό τίς ἁμαρτωλές του τάσεις, γι᾿ αὐτό κάπου λέει: «γνῶθι τήν σήν ἀξίαν, ὦ ψυχή!»

Τό καλύτερο δέ μάθημα γιά τά παιδιά εἶναι, ὅταν δέν δυσκολεύονται οἱ γονεῖς νά ζητοῦν συγγνώμη ἀπό τά παιδιά τους γιά τά λάθη τους.

Ἀδελφοί μου,

Πρέπει νά ὁμολογήσουμε ὅτι, ὅπως φαίνεται, ὅλοι μας λίγο πολύ, χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε, ἔχουμε χάσει τόν μίτο καί εἴμαστε μέσα στόν λαβύ­ρινθο. Χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε, ὅλοι μας καλ­λιεργοῦμε ἕνα πνεῦμα πού πολύ τή μπερδεύει τή ζωή καί δέν ξέρουμε τί φταίει καί τί δέν φταίει, τί μπορεῖ νά μείνει καί τί δέν μπορεῖ νά μείνει, καί τί δέν πρέπει νά μείνει· ποιός πρέ­πει νά διορθωθεῖ περισσό­τερο καί ποιός λιγότερο. Ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο πρό­βλημα. Καί ὅλο αὐτό, διότι ὁ ἄνθρωπος δέν ξεκινάει καλά.

Δέν ξεκινάει ἀπό ἕνα σω­στό κανάλι, πού εἶναι τό κανάλι τοῦ Θεοῦ. Τοῦ διαφεύ­γει ἡ μεγαλύτερη ἀλήθεια ὅτι κυβερνήτης καί νοικοκύ­ρης τοῦ κόσμου εἶναι ὁ Θεός καί ὄχι ὁ ἄνθρωπος, πού ἔγινε ὁ ἴδιος θεός καί τά ἔφτασε τελικά τά πράγματα ἐδῶ πού τά ἔφτασε.

Ἴσως ὅμως ποτέ ἄλλοτε οἱ συνθῆκες τῆς ἐποχῆς δέν ἦταν τόσο κατάλληλες ὅσο οἱ σημερινές, γιά νά βροῦμε, ἀδελφοί μου, τή βάση μας. Καθώς τά πράγ­ματα δηλαδή ὁδηγήθηκαν σ᾿ αὐτό τό ἀδιέξοδο, ὁ ἄνθρωπος θά αἰσθανθεῖ τήν ἀνάγκη νά ἐπιστρέψει στή βάση του.

Ὅλοι μας εἶναι ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι «ἑνός ἐστι χρεία» καί νά πετάξουμε ὅλο αὐτό τό ἄχρη­στο ὑλικό πού χρησιμοποιήσαμε μέχρι στιγμῆς, γιά νά οἰκοδομήσουμε τή ζωή μας καί τελικά τήν ἀποδο­μήσαμε. Εἶναι ἀνάγκη νά βροῦμε αὐτό τό ἕνα πού εἶναι ὁ Χριστός μας. Αὐτό εἶναι πού λείπει ἀπό ὅλους μας.  Καί ἄν βροῦμε τόν Χριστό, βρήκαμε καί ὅλα τά ἄλλα, καθότι «τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός».

Τότε θά νιώσουμε ὅλοι μας πῶς καί ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός ἄν­θρωπος, ποιός εἶναι ὁ ἀληθινός χριστιανός, ὁ ἀλη­θινός πατέρας, τό ἀληθινό παιδί, καί εἰδικότερα ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή χριστιανή μητέρα, ἡ ὁποία, κα­θώς εἶναι ἡ ψυχή τῆς οἰκογένειας, ὅταν βιώνει πραγ­ματικά τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ὄντας προικι­σμένη μέ τά εἰδικά χαρί­σματα τῆς ὑπομονῆς, τῆς σύ­νεσης, τῆς ἀγάπης, τῆς θυ­σίας καί τῆς εὐελιξίας, ἔχει τήν ἱκανότητα νά μεταδίδει τήν ἀλήθεια καί στά ὑπόλοιπα μέλη τῆς οἰκογένειας καί νά μετατρέπει τήν οἰκο­γένεια μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ σέ κατ᾿ οἶκον ἐκκλησία.

Εἴθε μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ νά συνειδητοποιή­σουμε σήμερα, ὅλες οἱ μητέρες καταρχήν καί οἱ πατέρες ἀλλά καί ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄλλοι, ὁ καθένας ἀπό τή θέση του, τή φο­βερή αὐτή εὐθύνη πού ἔχουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπο­ρέσουμε νά περισώσουμε καί νά ἀνορθώσουμε ὅ,τι ἀπέμεινε ἀπό τό τραγικό ναυάγιο τῆς σύγχρονης οἰκο­γένειας ἀλλά καί ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας μας.

Κυριακή 9 Ἰουλίου 2023

[1] Ὁμιλία τῆς Γερόντισσας Φιλοθέης μο­ναχῆς (νῦν Προηγουμένης) τοῦ Ἱ. Ἡσυχαστηρίου «Γενέσιον τῆς Θεοτόκου», ἡ ὁποία ἔγινε στόν αὔλειο χῶρο τῆς Ἱ. Μονῆς ἁγίου Γεωργίου στή Ρητίνη Κατερίνης καί ἡ ὁποια ὀργανώθηκε ἀπό τόν ἐπιχώριο ἐπίσκοπο κ. Γεώργιον.