Καινη Διαθηκη
A+
A
A-

294. Ὁ Θεός θά ἀποφασίσει πότε εἶναι τό τέλος τοῦ κόσμου

Ὁ Θεός θά ἀποφασίσει πότε εἶναι τό τέλος τοῦ κόσμου

Ὁ ἀντίχριστος θά θελήσει νά θεοποιήσει τόν ἑαυτό του

Ἑρμηνεύουμε τό δεύτερο κεφάλαιο τῆς B΄ πρός Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Εἴμαστε στόν στίχο 4: ὁ ἀντικείμενος καί ὑπεραιρόμε­νος ἐπί πάντα  λεγόμενον Θεόν ἤ σέβασμα. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀπωλείας, δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος, ἄς ποῦμε, κάνει λάθος, κάνει κάποια ἁμαρτία, ἀλλά εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος θέλει νά βάλει τόν ἑαυτό του πάνω ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους καί πάνω ἀπό ὁτιδήποτε.

Ὄχι μόνο σηκώνει τό κεφάλι του πάνω ἀπό τόν Θεό τόν ἀληθινό, ἀλλά καί πάνω ἀπό ὅποιον ἄλλο θεό –τούς διαφόρους θεούς πού ἔχουν οἱ διάφορες θρησκεῖες, τούς ἀνύπαρκτους βέβαια. Αὐτός ὄχι μόνο θά ὑψώσει τόν ἑαυτό του πιό πάνω ἀπό τόν ἀληθινό Θεό τῶν χριστιανῶν καί τά σεβάσματα τῶν χριστιανῶν, τά σεβάσματα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἀπό κάθε θεό ἤ σέβασμα, πάνω ἀπό καθετί τό ὁποῖο, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, τό τιμοῦν καί τό σέβονται οἱ ἄνθρωποι. Δηλαδή ὁ ἄνθρωπος αὐτός θά ἔχει κάτι τό μοναδικό. Λίγοι, ἐλάχιστοι κατά καιρούς ἐπιχείρησαν νά κάνουν ἕνα τέτοιο πράγμα: θεοποίησαν τόν ἑαυτό τους καί εἶχαν τήν ἀπαίτηση νά ἐπιβάλουν αὐτή τή θεότητα, νά ἐπιβάλουν δηλαδή τόν ἑαυτό τους ὡς θεό.

…ὥστε αὐτόν εἰς τόν ναόν τοῦ Θεοῦ ὡς  Θεόν καθίσαι. Καί αὐτός ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, αὐτός πού θά ἐναντιωθεῖ, θά ἀλαζονευθεῖ, θά ὑπερηφανευθεῖ καί θά ὑψώσει τό κεφάλι πάνω ἀπό τόν Θεό καί πάνω ἀπό κάθε θεό καί κάθε σέβασμα –ἄσχετα ἄν δέν ὑπάρχουν ἄλλοι θεοί, ἀλλά ἕνας εἶναι ὁ Θεός– αὐτός, λοιπόν, θά πάει νά καθίσει στόν ναό τοῦ Θεοῦ.

Ἕνα τέτοιο πράγμα –ὅπως εἴδαμε, ὅταν ἑρμηνεύαμε τά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τά τῶν Μακκαβαίων– εἶχε κάνει ὁ Ἀντίοχος ὁ Δ′ ὁ Ἐπιφανής, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, εἶχε στήσει τό ἄγαλμά του στόν ναό τοῦ Σολομῶντος καί εἶχε ὀνομάσει τόν ναό τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, τόν ἰουδαϊκό ναό, ναό τοῦ Ὀλυμπίου Διός. Ἤθελε ἀκριβῶς νά ἐπιβάλει τή θρησκεία αὐτή τή δική του, νά θεωροῦν αὐτόν θεό καί νά κάνει τούς Ἰουδαίους ἐντελῶς νά ἀλλαξοπιστήσουν.

Ὁ Ἀντίοχος ὁ Ἐπιφανής τά ἔκανε αὐτά πρίν ἔλθει ὁ Χριστός. Ἕνα τέτοιο πράγμα ἤθελε νά κάνει ἀργότερα ὁ Καλιγούλας, ὁ αὐτοκράτορας τῆς Ρώμης –καμιά δεκαριά χρόνια πρίν γραφτεῖ αὐτή ἐδῶ ἡ ἐπιστολή, ἡ B΄ πρός Θεσσαλονικεῖς. Θεοποίησε τόν ἑαυτό του καί διέταξε νά στήσουν στόν ναό ἄγαλμα, τόν ἑαυτό του ὡς θεό: Γάιος τοῦ Νέου Διός ἤ μᾶλλον Γάιος Νέος Δίας, καλύτερα νά ποῦμε. Διέταξε νά γίνει αὐτό τό πράγμα καί ἦταν ἀποφασισμένος νά θανατώσει ὅλους ἐκείνους πού θά ἀντιδροῦσαν καί δέν θά ἐπέτρεπαν νά γίνει κάτι τέτοιο. Ἀλλά πρόλαβαν κάποιοι καί τόν δολοφόνησαν καί ἔτσι δέν πραγματοποίησε αὐτή τήν ἀπόφαση πού εἶχε πάρει οὔτε πραγματοποιήθηκε αὐτή ἡ διαταγή πού εἶχε δώσει.

 

Προτυπώσεις τοῦ ἀντιχρίστου

Ἐδῶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος γράφει πολύ-πολύ μετά βέβαια καί ἀπό τόν Ἀντίοχο τόν Δ′, ἀλλά καί μερικά χρόνια μετά ἀπό τόν Καλιγούλα, λέει ὅτι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι –ὅπως καί ὁ Ναβουχοδονόσωρ πιό μπροστά πού ἔκανε παρόμοια πράγματα καί κάποιοι ἄλλοι– εἶναι κατά κάποιον τρόπο προτυπώσεις τοῦ ἀντιχρίστου.Ὅπως δηλαδή ἔχουμε γιά τόν ἀληθινό Χριστό προτυπώσεις στήν Παλαιά Διαθήκη, ἔτσι, τρόπον τινά, ἔχουμε προτυπώσεις τοῦ ἀντιχρίστου στά πρόσωπα αὐτά.

Οὔτε ὁ Καλιγούλας ἦταν ὁ ἀντίχριστος οὔτε πολύ πιό παλιά ὁ Ἀντίοχος οὔτε ὁ Νέρων. Καίτοι, ὅπως εἴπαμε, εἶναι πολύ πιθανόν ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης μιλώντας ἀνώνυμα γιά τό θηρίο αὐτό –πού βγῆκε ἀπό τή θάλασσα, πού εἶναι ὁ ἀντίχριστος καί πού τό ὑπηρετεῖ ὁ ψευδοπροφήτης πού βγῆκε ἀπό τήν ξηρά– νά ἐννοεῖ τόν Νέρωνα, νά ἐννοεῖ γενικότερα τόν αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης. Ἐμένα πολύ μέ προβλημάτισε αὐτό τό πράγμα. Γι᾿ αὐτό καί εἴχαμε πεῖ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενο, ἐφόσον τά ἄλλα βιβλία μιλοῦν γιά τόν ἀντίχριστο, ἀλλά δέν λένε τίποτε γιά ἀριθμό θηρίου, δέν λένε τίποτε γιά 666 –οὔτε ὁ ἀπόστολος Παῦλος οὔτε ὁ Κύριος λέει τίποτε οὔτε ἀλλοῦ πουθενά γίνεται λόγος γι᾿ αὐτό, καί μόνο ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης τό λέει– εἶναι ἐνδεχόμενο νά ἀναφέρεται στόν Νέρωνα, πού τό ὄνομά του βγάζει τόν ἀριθμό 666. Καί πού ταιριάζει αὐτό τό πράγμα, διότι ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης δέν μπορεῖ νά πεῖ τό ὄνομα τοῦ αὐτοκράτορα. Θά ἤθελε νά πεῖ ὅτι ὁ τάδε εἶναι ὁ ἀντίχριστος, νά ὀνομάσει τόν Νέρωνα γιά παράδειγμα, ἀλλά γιά λόγους, ἄς ποῦμε, προσοχῆς καί διακρίσεως, γιά νά μήν ἐκθέσει τούς χριστιανούς –πού γινόταν μακελειό τότε μέ τούς διωγμούς καί ἀπό φόβο μή γίνουν χειρότερα τά πράγματα– καθώς ἤξερε κιόλας ὅτι καταλαβαίνουν τί θέλει νά τούς πεῖ, δέν τό λέει τό ὄνομα. Εἶναι σάν νά τούς λέει: «Λοιπόν, ἄν θέλετε νά βρεῖτε ποιόν ἐννοῶ, εἶναι αὐτός πού τό ὄνομά του βγάζει αὐτόν τόν ἀριθμό». Εἶναι πολύ πιθανόν αὐτό. Τά εἴχαμε πεῖ αὐτά.

Θέλει νά ἐπιβληθεῖ στήν Ἐκκλησία καί νά ὑποτάξει τούς χριστιανούς

Αὐτός λοιπόν ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ὁ ἀντικείμενος, ὁ ἀντίχριστος, θά ἔρθει μέ αὐτήτήν ἀλαζονεία, μέ αὐτή τήν ἀπαίτηση νά σταθεῖ πάνω ἀπό τά πάντα· καί θά καθίσει, λέει, στόν ναό τοῦ Θεοῦ. Καί ναό τοῦ Θεοῦ, πιό πολύ ἐδῶ οἱ πατέρες ἐννοοῦν ὄχι τόν ναό τοῦ Σολομῶντος.

Εἶναι ἕνας δύο πού λένε ὅτι εἶναι καί ὁ ναός τοῦ Σολομῶντος, καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀναφέρεται σ᾿ αὐτόν· ἀλλά λέει ὅμως ὅτι μαζί μέ τόν ναό τοῦ Σολομῶντος θά ἐννοοῦνται ἐδῶ καί οἱ χριστιανικοί ναοί καί γενικότερα ἡ ὅλη χριστιανοσύνη, πού εἶναι ὁ ναός τοῦ Θεοῦ, ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ.

Δέν ἐνδιαφέρει δηλαδή ἄν θά πάει νά καθίσει στόν ναό τοῦ Σολομῶντος. Βέβαια, ἔχει μιά συνέχεια τό πράγμα, διότι ἐκεῖ πῆγε ὁ Ἀντίοχος, ἐκεῖ θά πήγαινε καί ὁ Καλιγούλας, ἐκεῖ καί ὅποιος ἄλλος. Καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας ἐκεῖ θά εἶχε κατά νοῦν νά πάει. Βέβαια, ὅταν τά γράφει αὐτά ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὑπάρχει ἀκόμη ὁ ναός τοῦ Σολομῶντος. Ὅταν ὅμως ἑρμηνεύουν αὐτό ἐδῶ τό κείμενο οἱ πατέρες, καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί ἄλλοι ἑρμηνευτές, δέν ὑπάρχει ὁ ναός τοῦ Σολομῶν- τος –διότι αὐτά κατεστράφησαν ὅλα, καί ἡ Ἰερουσαλήμ καί ὁ ναός, τό 70 μ.Χ. Καί ὅσοι ἀπό αὐτούς, μέ τό «θά καθίσει (ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας,  ὁ ἀντίχριστος) στόν ναό τοῦ Θεοῦ», ἐννοοῦν τόν ναό τοῦ Σολομῶντος, πιό πολύ ἐννοοῦν ἀσφαλῶς ὅτι θά ἐπανακτιστεῖ ὁ ναός τοῦ Σολομῶντος. Θά ξέρετε ἴσως ὅτι ὁρισμένοι λένε, καί σήμερα τό λένε, τό θεωροῦν βέβαιο, ὅτι τόν ἔχουν ἕτοιμο οἱ Ἑβραῖοι τόν ναό, ἔχουν ἕτοιμες δηλαδή τίς πέτρες κάπου στήν Ἀμερική καί, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα, θά ἀνατινάξουν τό τέμενος Ὀμάρ καί θά κτίσουν ἐκεῖ τόν ναό· θά φέρουν ὅλα τά ὑλικά καί, χωρίς νά χρειαστεῖ καθόλου κόπος καί χρόνος, θά στήσουν ἀμέσως τόν ναό πού κατέστρεψε ὁ Τίτος τό 70 μ.Χ.

Νά, ὅμως, πού τό ὅλο πνεῦμα τῶν πατέρων δέν εἶναι ἔτσι. Δέν θά ἔχει καί μεγάλη σημασία τό νά πάει ὁ ἀντίχριστος νά καθίσει ἐκεῖ στόν ναό, ὅσο νά ἐπιβληθεῖ στήν Ἐκκλησία, νά καθίσει πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί νά ὑποτάξει τήν Ἐκκλησία, τούς χριστιανούς. Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος, καίτοι ἀναφέρει τόν ναό τοῦ Σολομῶντος στήν Ἰερουσαλήμ, ὅμως γενικότερα ἐννοεῖ τούς ναούς τῆς Ἐκκλησίας καί τόν ὅλο ναό τόν χριστιανικό, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Γνωρίζουμε δέ ὅτι οἱ Σιωνιστές καί ὅλα τά παρακλά- δια τους, τόν κύριο ἐχθρό πού ἔχουν καί ἐκεῖνον πού θεωροῦν ὡς τόν κύριο ἐχθρό τους εἶναι οἱ χριστιανοί. Αὐτά τά ξέρει ὁ Θεός.

Πολλοί χριστιανοί δέν πίστεψαν στόν Χριστό καί περιμένουν ἄλλα…

Νά προχωρήσουμε λιγάκι γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τό ὅλο θέμα. …ὁ ἀντικείμενος καί ὑπεραιρό­μενος ἐπί πάντα λεγόμενον Θεόν ἤ σέβασμα, ὥστε αὐ­τόν εἰς τόν ναόν τοῦ Θεοῦ ὡς Θεόν καθίσαι, ἀποδεικνύν­τα ἑαυτόν ὅτι ἐστί Θεός. Αὐτός λοιπόν, ὄχι ἁπλῶς θά πάει νά καθίσει στόν ναό –εἴτε στόν ναό τοῦ Σολομῶντος εἴτε στούς ναούς γενικά τῆς Ἐκκλησίας– ἤ θά ἐπιβληθεῖ σ᾿ αὐτή τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία, πού εἶναι ὁ ναός τοῦ Θεοῦ, ἀλλά θά πεῖ: «Ἐγώ εἶμαι ὁ Θεός». Νά προσέξουμε τίς λέξεις πού χρησιμοποιεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ἀποδεικνύντα ἑαυτόν ὅτι ἐστί Θεός. Θά ἀποδείξει –ἄν θέλετε, θά προσπαθήσει νά ἀποδείξει– ὅτι αὐτός εἶναι ὁ Θεός, πάνω ἀπό κάθε θεό.

Πάρα πολλοί ἄνθρωποι, ξέρετε, δέν εἶναι πολύ δύσκολο νά δεχθοῦν κάποιον ἄλλο θεό. Ἀκόμη καί οἱχριστιανοί· βαθιά μέσα τους ἔχει ἀμβλυνθεῖ τόσο ἡ χριστιανοσύνη τους, πού περιμένουν κάποιον ἄλλο θεό· κάτι ἄλλο περιμένουν, τώρα μάλιστα μέ τήν ἐποχή τοῦ Ὑδροχόου, ὅπως λένε, πού πέρασε ἡ ἐποχή τοῦ Ἰχθύος.

Νομίζω, σᾶς ἔλεγα καί ἄλλη φορά, ὅτι πρίν ἀπό πολλά χρόνια εἴχαμε συναντήσει στή Γερμανία κάποιον προτεστάντη. Ἦταν λίγα χρόνια πού εἶχαν ἀνακαλυφθεῖ τά χειρόγραφα τοῦ Κουμράν. Καί χριστιανός αὐτός τώρα, δέν δυσκολεύτηκε καθόλου ὅλα νά τά θεωρήσει ἕνα τίποτε καί περίμενε τή σωτηρία τοῦ κόσμου ἀπό τά χειρόγραφα τοῦ Κουμράν, ἀπό τήν ὅλη ἀλήθεια πού θά ἔβγαινε μέσα ἀπό ἐκεῖ, ἀπό τά χειρόγραφα. Μοῦ εἶχε κάνει τρομερή ἐντύπωση· σάν νά εἶχε ἔρθει ὁ Μεσσίας, σάν νά ἔβγαινε μέσα ἀπό ἐκεῖ ὁ Μεσσίας, σάν νά ἦταν αὐτό πού δέν τό εἶχε βρεῖ ὥς τότε καί τό περίμενε.

Εἶναι πολλοί χριστιανοί πού δέν ἀποκαλύφθηκε μέσα τους ἀκόμη ὁ Χριστός, δέν πίστεψαν ἔτσι στόν Χριστό καί περιμένουν ἄλλα. Καί πολλοί τέτοιοι θά πιστέψουν σ᾿ αὐτόν ὁ ὁποῖος θά ἀποδείξει ὅτι εἶναι θεός, ὅπως λέει ἐδῶ. Ὄχι ἁπλῶς θά ἐμφανιστεῖ καί θά πεῖ ὅτι εἶναι θεός, ὄχι ἁπλῶς θά πάει νά καθίσει στόν ναό, ὅπου καθίσει, ἀλλά ἀποδεικνύντα, λέει, θά προσπαθήσει νά ἀποδείξει ὅτι εἶναι θεός. Καί τό λέει πιό κάτω βέβαια, ἀλλά καί τό ξέρουμε ὅλοι ὅταν ἀκοῦμε γιά τόν ἀντίχριστο, ὅτι ἐκτός τῶν ἄλλων, πέρα ἀπό τό ὅτι θά παρουσιαστεῖ καί θά πεῖ ὅτι εἶναι θεός, θά κάνει σημεῖα καί τέρατα, γιά νά πείσει τόν καθένα.

Καί ξέρετε, δέν θά ἀργήσουν νά πεισθοῦν οἱ ἄνθρωποι· καθώς εἶναι πλαδαροί, χαλαροί, μαλθακοί, εὔπιστοι σέ κάτι τέτοια, δέν θά ἀργήσουν νά πιστέψουν. Καί ὅπως εἴπαμε, ἐκεῖνος μόνο πού ἔχει μέσα του τόνΧριστό, ἔχει μέσα του τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ἔχει κοινωνία μέ τόν Χριστό, ἐκεῖνος ὅ,τι καί νά γίνει θά τά βλέπει αὐτά ὅτι εἶναι ἕνα ψέμα, μιά ἀπάτη. Ὅμως ἄς ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας ὅτι ὁ ἀντίχριστος θά προσπαθήσει νά ἀποδείξει ὅτι εἶναι θεός, νά πείσει τούς πάντες ὅτι εἶναι θεός.

Ποιό εἶναι «τό κατέχον»

Οὐ μνημονεύετε  ὅτι ἔτι ὤν πρός ὑμᾶς ταῦτα ἔλε­γον ὑμῖν; «Δέν θυμάστε, λοιπόν –λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς Θεσσαλονικεῖς– ὅτι ὅταν ἤμουν ἀκόμη ἐκεῖ μαζί σας σᾶς τά ἔλεγα ὅλα αὐτά τά πράγματα;» Καί νῦν τό κατέχον οἴδατε, εἰς τό ἀποκαλυφθῆ­ναι αὐτόν ἐν τῷ  ἑαυτοῦ καιρῷ. Γιά, νά δοῦμε πῶς τό μεταφράζουν οἱ μεταφραστές: «Καί τώρα ξέρετε τί εἶναι ἐκεῖνο πού τόν ἐμποδίζει, ὥστε νά φανερωθεῖ ὅταν ἔρθει ὁ καιρός του». Τά γράφει αὐτά στούς Θεσσαλονικεῖς.

Αὐτά τά πιό πάνω τούς τά εἶχε πεῖ, ὅπως λέει: «Δέν θυμάστε πού σᾶς τά εἶπα;» Ἐτοῦτα ἐδῶ, ἀπό ἐδῶ καί κάτω, ἄραγε τά εἶπε καί αὐτά ἔτσι ἀκριβῶς; Ἤ τώρα τά λέει ἔτσι ὅπως τά λέει, τώρα τά φανερώνει ὅπως τά φανερώνει, μέ τήν ἔννοια ὅμως: «Καί ἐσεῖς κάτι ἔχετε ἀκούσει καί κάτι καταλαβαίνετε, κάτι γνωρίζετε»;

Καί νῦν τό κατέχον οἴδατε εἰς τό ἀποκαλυφθῆναι αὐτόν ἐν τῷ ἑαυτοῦ καιρῷ. Καί τώρα γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει ἐκεῖνο τό πράγμα πού ἐμποδίζει αὐτόν τόν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας, τόν υἱό τῆς ἀπωλείας νά ἔρθει. Θά ἔρθει βέβαια, στόν καιρό του· τώρα ὅμως τό κατέχον εἶναι κάτι τό ὁποῖο τόν ἐμποδίζει –τό κα­τέχον, μετοχή οὐδετέρου· πιό κάτω ἔχει μετοχή ἀρσενικοῦγένους, ὁ κατέχων. Ὁ κατέχων, τό κατέχον. Ἔχουν λεχθεῖ πάρα πολλά γι᾿ αὐτές τίς δυό λέξεις, πού ὅ,τι σημαίνει ἡ μία σημαίνει καί ἡ ἄλλη. Τί εἶναι δηλαδή ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἐμποδίζει τόν ἄνθρωπο αὐτόν τῆς ἁμαρτίας νά φανερωθεῖ. Ὁ ὁποῖος θά ἤθελε ὁπωσδήποτε νά φανερωθεῖ καί νά κάνει αὐτό πού θέλει νά κάνει, ὅμως αὐτό τό κατέχον, ὁ κατέχων τόν ἐμποδίζει νά φανερωθεῖ, νά ἀποκαλυφθεῖ. Καί θά ἀποκαλυφθεῖ βέβαια εἰς τόν ἑαυτοῦ καιρόν, ὅταν θά ἔρθει ὁ καιρός του.

Ἡ πρώτη ἄποψη –πού τή δέχεται ἰδιαίτερα καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἐνῶ ἄλλοι πατέρες δέχονται ἄλλη ἄποψη– εἶναι ὅτι ἐμποδίζει ἡ ρωμαϊκή αὐτοκρατορία, δηλαδή τό ὀργανωμένο κράτος, τό ὅλο ὀργανωμένο κρατικό σύστημα –τό κατέχον σέ οὐδέτερο γένος– ἤ ὁ αὐτοκράτορας –ὁ κατέχων– πού αὐτός ὑπάρχει καί αὐτός ὁρίζει τά τῆς οἰκουμένης. Καί πρέπει νά βγεῖ ἀπό τή μέση ὁ αὐτοκράτορας, νά βγεῖ ἀπό τή μέση τό ὀργανωμένο κράτος· τρόπον τινά δηλαδή, νά περάσει ἡ ἀνθρωπότητα στήν ἀναρχία, χωρίς ἄρχοντα καί χωρίς κράτος, ὑπευθύνους κτλ.

 

Τό μεγάλο κακό: ἡ τέλεια ἀκυβερνησία

Εἶναι σοβαρό θέμα αὐτό, πολύ σοβαρό θέμα, καί πρέπει νά περιμένουμε σοβαρά καί πολύ ἄσχημα πράγματα. Μπορεῖ νά ἔχει πολλά κακά ἡ ἀνθρωπότητα, ἀλλά εἶναι μιά ἀσφάλεια τό ὅτι εἶναι ὀργανωμένη ἡ ἀνθρωπότητα, τό ὅτι ὑπάρχουν οἱ κυβερνήσεις, τό ὅτι ἰσχύουν κάποιοι νόμοι. Μπορεῖ οἱ ἴδιες οἱ κυβερνήσεις, οἱ ἴδιες οἱ ἐξουσίες, τά ἴδια τά κράτη νά ἀνέχονται κρυφά κάποια πράγματα, δέν μποροῦν ὅμως ἀναφανδόν καί στό φανερό νά ποῦν: «Κάνουμε αὐτό, κάνουμε ἐκεῖνο». Καί ἔτσι δέν μπορεῖ ἀκόμη τό κακό νά ἐνεργήσει ἀναφανδόν. Νομίζω ὅτι ὑπάρχουν κάποιες ὁμάδες ἀνθρώπων πού δουλεύουν ἔτσι ἤ ἀλλιῶς μέ σκοπό νά ἔρθει ἕνα εἶδος ἀκυβερνησίας στήν ἀνθρωπότητα. Καί τότε θά εἶναι τό μεγάλο κακό.

Ὅταν μπῆκαν οἱ Γερμανοί στήν Ἑλλάδα καί πήγαιναν ἀπό πόλη σέ πόλη, ἡ κάθε ἀρχή τῆς πόλεως φρόντιζε, ἄς ποῦμε, γιά τήν τάξη. Ἀλλά καθώς πλησίαζαν οἱ Γερμανοί, σέ ὅλες τίς πόλεις λίγο πολύ μεσολαβοῦσε ἐπί μία, δύο, τρεῖς ὥρες ἤ καί μισή, μία μέρα –ἀνάλογα– μιά ἀκυβερνησία. Μόλις ἔρχονταν οἱ Γερμανοί, συνεννοοῦνταν μέ τίς ἀρχές καί ὑπῆρχε πάλι ἡ ὅποια τάξη, ἕως ὅτου νά διοριστεῖ ὁ καινούργιος κυβερνήτης, ἡ καινούργια κυβέρνηση, νά ἐγκατασταθεῖ ἡ καινούργια, ἄς ποῦμε, κατάσταση τῶν πραγμάτων. Ἀλλά ἀναλάμβαναν οἱ Γερμανοί καί ἐπικρατοῦσε μιά κάποια τάξη.

Τό χειρότερο εἶναι ἡ τέλεια ἀκυβερνησία. Ἐκεῖνο εἶναι πάρα πολύ ἄσχημο: ἡ τέλεια ἀταξία. Ἐγώ ἔχω μιά ἐμπειρία: Τουλάχιστον μιά ὁλόκληρη μέρα κανείς δέν κυβερνοῦσε τήν πόλη στήν ὁποία ἤμουν, καί ξεχύθηκε ὁ κόσμος –πού περιμένει δηλαδή τέτοιες ὧρες– γιά νά ἁρπάξουν. Πῆγαν στίς ἀποθῆκες τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ, τίς ἄνοιξαν, πῆραν τά σιτάρια, ὅ,τι ἄλλο εἶχε, καί ὕστερα ἄρχισαν νά βγάζουν πόρτες, νά βγάζουν παράθυρα…

Λοιπόν, μεσολαβοῦσε αὐτή ἡ ἀκυβερνησία. Καί εἶναι τό χειρότερο ἀπό ὅλα! Εἶναι τό χειρότερο. Ὅποιος κι ἄν κυβερνάει, ἅμα ὑπάρχει μιά κυβέρνηση, ὅσο κακή κι ἄν εἶναι, ἐλέγχει τήν κατάσταση. Ὅταν ὑπάρχει ἀκυβερνησία… Τότε μέ τό ἀντάρτικο, πού ἦταν ἕνα εἶδος ἀκυβερνησίας, βασανίστηκαν πάρα πολλοί ἄνθρωποι. Δηλαδή, ὁ καθένας συνελάμβανε κάποιον καί τόν βασάνιζε ὅσο ἤθελε. Ὑπῆρχε καί ἕνα τέτοιο πνεῦμα. Δέν λένε λιντσάρισμα; Ὅπως λιντσάρισαν οἱ Τοῦρκοι, π.χ., τόν μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο. Δέν ἔλεγχε κανείς τήν κατάσταση τότε ἐκεῖ, καί τόν ἅρπαξαν καί ἄρχισαν νά τόν σέρνουν στούς δρόμους, νά τόν ποδοπατοῦν, νά τόν κλωτσοῦν… Αὐτά εἶναι τά χειρότερα ἀπό ὅλα. Ἄλλο εἶναι νά σέ πιάσουν, νά σέ δικάσουν, νά σέ τουφεκίσουν· θά θανατωθεῖς, ἀλλά μέ τίς νόμιμες διαδικασίες.

Λοιπόν, ἀκυβερνησία. Αὐτό ἔγινε καί ὅταν ἔφευγαν οἱ Γερμανοί, ἀλλά γιά πολύ λίγο. Ὅταν ἦρθαν οἱ Γερμανοί, τότε ἦταν ἡ κύρια ἀκυβερνησία. Διότι μόλις ἔφευγαν οἱ Γερμανοί, ἦταν τότε τό ΕΑΜ καί ἀμέσωςκαταλάμβανε ὅλες τίς ἐξουσίες καί οἱ ἄνθρωποι δέν προλάβαιναν τίποτε νά κάνουν. Ἀλλά ὅταν ἦρθαν οἱ Γερμανοί καί ἔφευγαν οἱ ἀρχές τοῦ τόπου ἤ κάποιοι ἔμεναν γιά νά παραδώσουν τήν πόλη, ὑπῆρχε μιά χαώδης κατάσταση. Λοιπόν, φαίνεται ὅτι θά γίνει μιά τέτοια παγκόσμια ἀκυβερνησία· αὐτό θέλουμε νά ποῦμε.

Ἕνας λόγος πού οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ δέν δέχονται ἀρχές –τό ξέρετε αὐτό– δέν δέχονται πολέμους, τάχα γιά θρησκευτικούς λόγους, εἶναι αὐτό: ὁδηγοῦν πρός τά ἐκεῖ τά πράγματα, νά μείνει ἀκυβέρνητη ἡ ἀνθρωπότητα, ἀκυβέρνητη. Γι᾿ αὐτό γίνεται πολύς λόγος νά μήν ἔχουμε σύνορα· πρός τά ἐκεῖ πᾶνε τά πράγματα. Ὁ Θεός τά ἔχει οἰκονομήσει ἔτσι νά γίνουν, καί θά γίνουν. Ἐμεῖς ἁπλῶς νά ξέρουμε καί νά λαμβάνουμε τά μέτρα μας. Πάντως, ἀπό ὅλα τό χειρότερο εἶναι ἡ ἀκυβερνησία.

Θά κηρυχθεῖ τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλη τήν κτίση καί ὕστερα θά ἔρθει τό τέλος

Ἰσχυρίζονται λοιπόν ὁρισμένοι ἑρμηνευτές, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί μερικοί ἄλλοι πατέρες, ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς, ὅτι ὁ κατέχων καί τό κατέχον πρέπει νά εἶναι ὁ αὐτοκράτορας καί ἡ ρωμαϊκή αὐτοκρατορία.

Εἶναι ἄλλοι πού λένε ὅτι αὐτό πού ἐμποδίζει νά βγεῖ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας καί νά κάνει τά δικά του, πρέπει νά εἶναι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Ἑπομένως δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε, ἐφόσον τόν ἐμποδίζει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Πρέπει νά πάψει νά τόν ἐμποδίζει, νά φύγει ἀπό τή μέση ὁ κατέχων, τό κατέχον, καί, ἐλεύθερος πλέον, νά ἀποκαλυφθεῖ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας καί υἱός τῆς ἀπωλείας.  Οἱ μέν λοιπόν λένε ὅτι εἶναι ὁ ρωμαῖος αὐτοκράτορας, γενικά ἡ πολιτική ἐξουσία, οἱ ἄλλοι λένε ὅτι εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος –καί τό φέρνει ὡς ἐπιχείρημα– ὅτι ἄν ἦταν τό Ἅγιο Πνεῦμα, γιατί νά μήν τό πεῖ ξεκάθαρα, σαφῶς ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καί τό λέει ἔτσι συνεσκιασμένα, μέ ἀποκαλυπτική, ἄς ποῦμε, γλώσσα καί ἀποκαλυπτικές λέξεις; Πού δέν τό λέει καθαρά καί ἀφήνει νά καταλάβουν μόνοι τους οἱ ἀναγνῶστες μέ τούς ὁποίους θά ἔχει μιλήσει καί προφορικά καί μπορεῖ νά συνεννοηθεῖ καλύτερα. Ἄρα δέν πρέπει, λέει, ὁ κατέχων, τό κατέχον νά εἶναι τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ἀλλά εἶναι μᾶλλον ἡ αὐτοκρατορία.

Καί ἄλλοι πάλι, ὅπως ὁ Θεοδώρητος Κύρου καί ἄλλοι, καί νεώτεροι ἑρμηνευτές, σάν ἕνα τρίτο ἐμπόδιο θεωροῦν τό ἑξῆς: Λένε κατ᾿ ἀρχήν ὅτι ὑπάρχει ἕνας ὅρος πού πρέπει νά ἐκπληρωθεῖ –καί ἔτσι νά πάψει νά ὑφίσταται τό ἐμπόδιο– καί ὕστερα νά ἀπο- καλυφθεῖ ὁ ἀντίχριστος. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε ὅτι ἔστειλε τούς μαθητάς νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο εἰς πάντα  τά ἔθνη. Μετά τήν ἀνάστασή του στέλνει ὁ Κύριος τούς μαθητάς του νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλη τήν κτίση. Καί ἀλλοῦ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὅτι θά κηρυχθεῖ τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλη τήν κτίση καί ὕστερα θά ἔρθει τό τέλος.  Εἶναι ἕνας ὅρος αὐτός καί φαίνεται ὅτι ἀκόμη δέν ἐξεπληρώθη. Προπαντός στά χρόνια τοῦ ἀποστόλου Παύλου, σέ καμιά περίπτωση δέν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι εἶχε ἐκπληρωθεῖ αὐτός ὁ ὅρος. Κάποτε πού εἴχαμε ἀναφερθεῖ σ᾿ αὐτό τό θέμα, ἄν ἐνθυμεῖσθε, κλίναμε περισσότερο πρός τό ὅτι αὐτό τό κατέχον, πού ἐμποδίζει, μᾶλλον εἶναι ἡ πολιτική ἐξουσία.

«Τό κατέχον» εἶναι ἀκριβῶς ὅλο αὐτό πού ἔχει κανονίσει ὁ Θεός

Δέν ξέρω· αὐτές τίς ἡμέρες πιό πολύ κλίνω πρός αὐτό τό τελευταῖο, ἀλλά νά τό ποῦμε καί ἔτσι λίγο πιό συμπληρωμένο, ὅπως λένε καί ὁρισμένοι ἑρμηνευτές. Ὅτι δηλαδή εἶναι ὁ Θεός πού ὁρίζει τά πάντα. Ναί, πόσες φορές –τώρα αὐτά δέν τά εἶδα νά τά λένε ἑρμηνευτές, ἀλλά ἐγώ αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά τά πῶ γιά νά τό καταλάβουμε καλύτερα– πόσες φορές θέλησαν νά πιάσουν τόν Χριστό, ὅταν ἦταν ὡς ἄνθρωπος στή γῆ, καί δέν μπόρεσαν. Δέν εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα, λέει. Ὁ Χριστός μέ μιά κίνηση πού ἔκανε ξέφευγε. Διελθών διά μέσου αὐτῶν ἐπο­ρεύετο, λέει. Ἄλλοτε ἤθελαν νά τόν πιάσουν νά τόν ρίξουν στόν κρημνό, ἄλλοτε νά τόν πιάσουν νά τόν βάλουν σέ δικό τους θέλημα, νά τόν κάνουν βασιλιά, ἄλλοτε ἔτσι, ἄλλοτε ἀλλιῶς. Καί ὁ Χριστός ξέφευγε, διότι δέν εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα· οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ. Τό θέμα δέν εἶναι, λοιπόν, ἁπλῶς τά γεγονότα, οἱ καταστάσεις, ἁπλῶς τί θέλει νά κάνει, ἄν θέλετε, ὁ ἀντίχριστος, ὁ διάβολος, οἱ κακοί ἄνθρωποι. Τό θέμα εἶναι πῶς τά ἔχει ὁρίσει ὁ Θεός. Καί γι᾿ αὐτό ὁ Κύριος –ὅταν ἀκριβῶς ἦλθαν οἱ ἡμέρες πού θά συλλαμβανόταν καί θά σταυρωνόταν– λέει: ἐλήλυθεν ἡ ὥρα. Ἐνθυμεῖσθε πού ἔχουμε κάνει καί ὁμιλίες ἐπάνω σ᾿ αὐτή τήν φράση: Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα.

Ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα, τίποτε δέν μποροῦσε νά ἐμποδίσει τήν πραγματοποίηση αὐτῶν πού θά πραγματοποιοῦνταν ἔτσι ὅπως τά εἶχε ὁρίσει ὁ Θεός. Ἔτσι καί ἔγινε. Ἑκουσίως ὁ Κύριος παραδίδεται. Δέν ἤθελαν πιό μπροστά νά τό κάνουν; Δέν εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα ὅμως, ὅπως τά εἶχε ὁρίσει ὁ Θεός. Καί ὁ Θεός τά ὅρισε ἔτσι: ὅταν ἦλθε ἡ ὥρα, ἀφέθηκε ἑκουσίως ὁ Κύριος, τόν συνέλαβαν, ἔκαναν τί ἔκαναν, τελικά τόν σταύρωσαν, τόν θανάτωσαν, ἐτάφη καί ἀνέστη. Ἔτσι γενικότερα, ἴσως αὐτό τό κατέχον, ὁ κατέχων εἶναι ἀκριβῶς ὅλο αὐτό πού ἔχει κανονίσει ὁ Θεός.

Ὅπως ἐπίσης ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἦλθε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ἔγινε ἄνθρωπος. Δέν ἔγινε πιό μπροστά. Χρησιμοποιεῖ μιά φράση ὁ ἀπόστολος Παῦλος πού τά λέει ὅλα: Ὅτε  δέ ἦλθε τό πλήρωμα  τοῦ χρόνου. Μέγα μυστήριο ὅμως, ἀλλά σέ ἀναπαύει. Σέ ἀναπαύει μέ τήν ἔννοια ὅτι ὅλα τά διευθύνει ὁ Θεός, τά κανονίζει ὁ Θεός· τά ἔχει βάλει στή σειρά τους, καί τό καθετί ἔρχεται στήν ὥρα του, γίνεται στήν ὥρα του. Ἔτσι καί αὐτά ἐδῶ.

Δέν μπορεῖ αὐτά νά εἶναι ἔξω ἀπό τό ὅλο σχέδιο τοῦ Θεοῦ καί ἀπό τό ὅλο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτό καί λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅτι καί ἐκεῖνος, ὁ ἄν­θρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, θά ἀποκαλυφθεῖ, θά φανερωθεῖ, ὅταν θά ἔρθει ἡ ὥρα. Δέν ἀποκαλύφθηκε ἀκόμη· αὐτό ἀκριβῶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Τί βιάζεστε; λέει. Θά γίνει ἡ ἀποστασία καί μετά θά ἔρθει ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀκόμη δέν μπορεῖ νά ἔρθει· θά ἔρθει εἰς τόν ἑαυτοῦ καιρόν. Ἀλλά εἰς τόν ἑαυτοῦ καιρόν ὄχι μέ τήν ἔννοια πότε ἔχει ὁρίσει αὐτός νά ἔρθει· ὄχι. Τότε πού θά τοῦ ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά ἔρθει. Τότε πού θά τόν ἀφήσει ὁ Θεός νά ἔρθει, ὄχι τότε πού αὐτός θά φουντώσει, πού δέν θά ἀντέχει ἄλλο, δέν θά μπορεῖ ἄλλο νά περιμένει ἤ θά ἔχει ἐξαγριωθεῖ πολύ. Ὄχι· ὅταν ὁ Θεός ὁρίσει.

Ἑπομένως, γενικότερα-γενικότερα εἶναι τό ὅλο σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὅλος νόμος τοῦ Θεοῦ, τό ὅλο, ἄν ἐπιτρέπεται νά ποῦμε, χρονοδιάγραμμα πού ἔχει ὁ Θεός, πού δέν τόν ἀφήνει ἀκόμη νά ἔρθει. Ἄν ἔρθει ἡ ὥρα, ὅπως ὁ Θεός ἔχει ὁρίσει νά ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ ἀντιχρίστου, τότε θά ἀποκαλυφθεῖ, θά φανερωθεῖ. Ὥς τότε ἐμποδίζεται. Μή βιάζεστε λοιπόν.

Ἄν αὐτό μπορέσουμε νά τό καταλάβουμε, νά καταλάβουμε τό ὅλο πνεῦμα, τό ὅλο βαθύτερο νόημα αὐτῶν πού λέμε αὐτή τή στιγμή, ἀναπαύεται κανείς, ὄχι μόνο ὡς πρός τό θέμα αὐτό ἀλλά καί ὡς πρός ὅλα τά θέματα.

Ἐσύ συμπορεύεσαι μέ τόν Θεό καί εἶσαι ἀναπαυμένος

Δηλαδή ὅλο ἐκεῖνο πού ἔχει νά κάνει ὁ ἄνθρωπος εἶναι νά ἔχει ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, διότι αὐτός τά ὁρίζει ὅλα. Νά κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά εἶναι ἀφοσιωμένος στόν Θεό, νά τόν ἀγαπᾶ, νά εἶναι ἕτοιμος νά μαρτυρήσει γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νά μήν ἀφοσιωθεῖς καί ἐμπιστευθεῖς τόν ἑαυτό σου στόν Θεό φτιάχνοντας σχέδια μέσα σου καί, ἄν ἔλθουν τά πράγματα ὄχι ὅπως ἐσύ ἔφτιαξες τά σχέδιά σου καί ὅπως τά περίμενες ἀλλά ἀλλιῶς, χωρίς νά τό καταλάβεις θά τά βάλεις μέ τόν Θεό. Ὄχι· παραδίδεσαι στόν Θεό –«Νά ᾿ναι εὐλογημένο,Θεέ μου»– καί ἀφήνεις τόν Θεό… Ὁ Θεός βέβαια θά κάνει αὐτό πού θέλει, δέν τόν ἀφήνεις ἐσύ, ἀλλά ἐσύ συμπορεύεσαι μέ αὐτόν, καί εἶσαι ἀναπαυμένος.

Καί γενικότερα-γενικότερα ἤ, ἄν θέλετε, καί εἰδικότερα ὡς πρός τό θέμα αὐτό, αὐτό εἶναι πού μᾶς ἀναπαύει. Κακῶς, κάκιστα, πού ἀνησυχοῦμε, σάν νά ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς ἤ σάν νά ἐξαρτᾶται ἀπό τόν ἀντίχριστο ἤ δέν ξέρω ἀπό ποιόν ἄλλο κακό ἄνθρωπο τό τί θά γίνει. Ὄχι. Ἀπό τόν Θεό ἐξαρτῶνται ὅλα. Ὅταν τά ἀφήσει ὁ Θεός νά γίνουν, θά γίνουν. Δέν μποροῦμε νά τά ἐμποδίσουμε.

Ἐμᾶς, καί πρίν τά ἀφήσει ὁ Θεός νά γίνουν καί ὅταν θά τά ἀφήσει νά γίνουν, καί πρίν πού δέν εἶναι πάρα πολύ δύσκολα τά πράγματα καί τότε πού θά εἶναι πολύ δύσκολα, ἐκεῖνο πού μᾶς σώζει εἶναι νά εἴμαστε τοῦ Θεοῦ, νά εἴμαστε μέ τόν Θεό. Μέ αὐτά πού λέμε ὅλο αὐτόν τόν καιρό δηλαδή, ἐδῶ καταλήγουμε. Ὅπως καί στά ὑπόλοιπα πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στή συνέχεια, αὐτό φαίνεται. Εἶναι λάθος ὅταν κανείς κυνηγάει ἐδῶ καί ἐκεῖ νά πιάσει τόν ἐχθρό ἤ νά προλάβει τάχα τό κακό πού ἔρχεται.

Ὅλα τά ἔχει στά χέρια του ὁ Θεός. Πρωτίστως καί κυρίως ἔχει στά χέρια του ἐμᾶς πού πιστεύουμε σ᾿ αὐτόν. Ὅλα θά τά κανονίσει ἐκεῖνος. Ὅλα θά ἔρθουν στήν ὥρα τους ὅπως τά ἔχει κανονίσει ἐκεῖνος. Ὁ ἀντίχριστος δέν μπορεῖ νά ἔρθει οὔτε ἕνα δευτερόλεπτο νωρίτερα ἀπό ὅ,τι ἔχει κανονίσει ὁ Κύριος. Καί ἐμεῖς, ἀντί νά ψάχνουμε νά δοῦμε πότε θά ἔρθει καί πότε δέν θά ἔρθει –πού στό βάθος εἶναι ἁμαρτία αὐτό– νά ἑτοιμαζόμαστε.

Ἔχουμε πεῖ ἤδη· δέν ξέρω ἄν καί τώρα πρέπει νά ποῦμε. Δηλαδή κάτι πού δέν μᾶς τό εἶπε ὁ Κύριος, δέν χρειάζεται νά τό ξέρουμε. Ὁ Κύριος δέν μᾶς εἶπε: «Ψάξτε νά βρεῖτε πότε θά ἔρθει ὁ ἀντίχριστος». Δέν μᾶς εἶπε κάτι τέτοιο. Ἁπλῶς μᾶς εἶπε ὅτι αὐτό θά τό κανονίσει ὁ Θεός καί ἐμεῖς ὀφείλουμε νά εἴμαστε ἕτοιμοι· ἕτοιμοι γιά τόν Θεό, νά παρουσιαστοῦμε στόν Θεό, ὄχι ἕτοιμοι γιά τόν ἀντίχριστο. Ὅταν κανείς μπαίνει μέσα σ᾿ αὐτό τό παιχνίδι, ὄχι ἁπλῶς κάνει ἕνα λάθος καί μπορεῖ νά μπερδευτεῖ καί νά πάθει κανένα κακό, ἀλλά δείχνει αὐτή τήν πολυπραγμοσύνη. Δείχνει ὅτι δέν ἐμπιστεύεται στόν Θεό ἀλλά ἔχει ἐμπιστοσύνη στή δική του ἐνέργεια,στή δική του προσπάθεια καί στή δική του ἐξυπνάδα. Δέν εἶναι ἔτσι.

Καί  νῦν τό  κατέχον  οἴδατε,  εἰς  τό  ἀποκαλυ­φθῆναι αὐτόν ἐν τῷ ἑαυτοῦ καιρῷ. Αὐτός ἐδῶ εἶναι ὁ ἀντίχριστος δηλαδή, ὁ ὁποῖος θά φανερωθεῖ, θά ἀποκαλυφθεῖ στόν δικό του τόν καιρό, ἀλλά τόν ὁποῖο καιρό οὔτε αὐτός δέν τόν ξέρει. Δέν τόν ξέρει ὁ ἀντίχριστος. Γιατί ὅλα αὐτά τά κανονίζει ὁ Θεός.

Ποιό εἶναι τό ἔργο τοῦ ἀντιχρίστου;

Τό γάρ  μυστήριον ἤδη ἐνεργεῖται τῆς ἀνομίας.

«Διότι τό μυστήριο τῆς ἀνομίας εἶναι ἤδη ἐπί τό ἔργον». Δηλαδή ὅλο αὐτό τό μυστήριο τῆς ἁμαρτίας δέν θά ἔρθει ξαφνικά. Δέν θά ἀρχίσει ἔτσι ξαφνικά κάποια στιγμή ἡ ἀνθρωπότητα νά εἶναι ἁμαρτωλή καί νά ἐπηρεάζεται ἀπό τό ὅλο μυστήριο τῆς ἀνομίας καί τίς προεκτάσεις του. Ναί μέν κάποτε θά ἔρθει ὁ ἀντίχριστος,ἀλλά αὐτός ἀπό τήν πρώτη στιγμή ὑπάρχει στόν κόσμο. Δέν μπορεῖ νά λέει ἔτσι τυχαῖα ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: καί νῦν ἀντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν.

Ἀπό πάντοτε ὑπάρχουν αὐτές οἱ προεκτάσεις τοῦ ἀντιχρίστου καί τό ὅλο μυστήριο τῆς ἀνομίας. Διότι ποιό εἶναι τό ἔργο τοῦ ἀντιχρίστου; Εἶναι νά κάνει τούς ἀνθρώπους νά φύγουν ἀπό τόν Θεό· αὐτό πού κάνει καί ὁ διάβολος: νά τούς βάλει νά ἁμαρ- τήσουν, νά γίνουν ἀντίχριστοι ἄς ποῦμε, ἀντίθετοι στόν Χριστό, ἀντίθεοι, ὅπως ὁ σατανάς, ὁ ὁποῖος ἀντιστρατεύεται τόν Θεό. Αὐτό εἶναι τό ἔργο του. Τό ἔργο του αὐτό, τό μυστήριο τῆς ἀνομίας, ἤδη ἐνερ­γεῖται. Τό ὅλο μυστήριο τῆς ἀνομίας ὑπάρχει, ζεῖ καί βασιλεύει καί ἀνάλογα ἐπηρεάζει τούς ἀνθρώπους καί τούς ἀμαυρώνει· τούς κάνει νά εἶναι βεβαρημένοι ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀκάθαρτοι, τούς κάνει νά μήν ὑπακούουν στόν Θεό καί νά μήν τόν ἀκολουθοῦν, ἀλλά νά κάνουν τό θέλημά τους καί τό θέλημα τοῦ διαβόλου.

…μόνον ὁ κατέχων ἄρτι ἕως ἐκ μέσου γένηται. Καί τότε ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἄνομος… Ὁ ἄνομος ὅμως θά ἀποκαλυφθεῖ, ὅταν ἐκ μέσου γένηται ὁ κα­τέχων,ὅταν φύγει δηλαδή ἀπό τή μέση ὁ κατέχων, πού τώρα κάθεται ἐκεῖ στόν δρόμο του, ἄς ποῦμε, καί ἐμποδίζει τόν ἄνομο νά φανερωθεῖ –πού ὁ ἄνομος εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἀντίχριστος, αὐτός ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας. Τόν ἐμποδίζει ὁ κατέχων νά φανερωθεῖ, καί γι᾿ αὐτό τώρα ἐνεργεῖται ἁπλῶς τό μυστήριο τῆς ἀνομίας. Ἀλλά ὁ ἄνομος αὐτός θά ἐμφανισθεῖ ἀναφανδόν, θά ἀποκαλυφθεῖ, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα, καί θά εἶναι, ἄς ποῦμε, ἡ πλήρης ἀποκάλυψη τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ κακοῦ καί ἡ ὕψιστη, θά λέγαμε, ἰσχύς καί δύναμη τοῦ κακοῦ, τῆς ἁμαρτίας, στό πρόσωπο αὐτοῦ τοῦ ἀνόμου. Τώρα εἶναι ὁ κατέχων καί συντελεῖ, ὥστε ἁπλῶς νά εἶναι ἐπί τό ἔργον τό μυστήριο τῆς ἀνομίας. Πάλι μέ τήν ἔννοια αὐτή, ὅτι εἶναι τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, τό χρονοδιάγραμμα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος Θεός τά ἔχει ὅλα ὑπό τήν ἐξουσία του καί τά ἐλέγχει ὅλα. Ὅπως, ἄν ἦρθε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπος στή γῆ, ἦρθε διότι ὁ Θεός θέλησε ἔτσι καί ἦρθε τότε πού ἦταν τό πλήρωμα τοῦ χρόνου. Καί πάλι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου δέν φανερώθηκε ἀμέσως –τριάντα χρόνια δέν φανερώθηκε σχεδόν καθόλου– ἀλλά καί ὕστερα πάλι σιγά-σιγά ἄρχισε νά φανερώνεται, ὥσπου, ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα, ἦρθε καί σέ σύγκρουση μέ τό κατεστημένο –τό θρησκευτικό κατεστημένο, ὄχι μόνο ἁπλῶς τό εἰδωλολατρικό κατεστημένο– καί σταυρώθηκε· ἀναστήθηκε ὅμως καί ἔσωσε τόν κόσμο. Ἀλλά ἀπό ἐκεῖ καί πέρα,ἕως ὅτου νά ἔλθει ξανά ὁ Κύριος, μέχρι τή δευτέρα παρουσία, ἐνεργεῖται τό μυστήριο τῆς ἀνομίας. Ὁ ἄνομος θά δοῦμε πότε θά ἀποκαλυφθεῖ, πότε θά φανερωθεῖ. Αὐτό τό ξέρει ὁ Θεός. Πάντως θά φανερωθεῖ τότε πού ὁ Θεός θά κανονίσει.

Ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι», ἀλλά…

Ἐδῶ πρέπει νά ποῦμε ἐπίσης κάποια πράγματα. Ὁ Θεός τά ξέρει αὐτά καί ὁ Θεός τά κανονίζει. Ὑπάρχει ὁ κόσμος, ἀλλά δέν θά σωθοῦν ὅλοι. Αὐτό τό ξέρουμε. Ὁ Θεός θέλει ὅλοι νά σωθοῦν. Δέν ἐξαιρεῖ κανέναν. Δέν εἶναι τό ἔργο τοῦ Θεοῦ ὅπως κάποιου ὁ ὁποῖος ἔχει, ἄς ποῦμε, ἀγελάδες ἤ κατσίκες ἤ ἄλλα τέτοια ζῶα καί κανονίζει: «Ἐγώ δέκα μοσχαράκια νά ἔχω τελικά, μοῦ φτάνουν», μολονότι μπορεῖ νά ἔχει εἴκοσι. Ἑπομένως τά περισσότερα ἤ ζήσουν ἤ δέν ζήσουν, δέν τόν νοιάζει καί πολύ. Κανονίζει ὅμως νά ἔχει περισσότερα, ἀκριβῶς γιά νά ἔχει τά δέκα πού θέλει γιά νά τά κάνει ἀγελάδες· δέν τόν νοιάζουν τά ἄλλα. Καί ἄν τυχόν θά θελήσουν νά ζήσουν, μᾶλλον ἐκεῖνος θά τά βγάλει ἀπό τή μέση. Τό ἴδιο θά ἔκανε μέ τά κατσικάκια ἤ καί μέ ἄλλα ζῶα. Δυστυχῶς καμιά φορά κάνουν καί οἱ γιατροί τέτοια πράγματα μέ τούς ἀνθρώπους.

Γιά τόν Θεό ὅμως δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού εἶναι λιγότερο ἄνθρωπος ἀπό ἕναν ἄλλον, στήν ἀξία του.Εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἴσοι. Ὁ Θεός πάντας  ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι  καί ὅ,τι κάνει γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, τό κάνει γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἀλλά δέν θά σωθοῦν ὅλοι, διότι δέν θέλουν ὅλοι.

Ὅμως μέσα στό ὅλο σχέδιο καί στό ὅλο χρονοδιάγραμμα τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός πάλι ξέρει πόσο ἀκόμη χρειάζεται νά ὑπάρχει αὐτός ὁ κόσμος γιά νά σωθοῦν ἐκεῖνοι τούς ὁποίους ὁ Θεός ἔχει, ἄς πῶ ἔτσι, ὁρίσει νά σωθοῦν· ὄχι μέ τήν ἔννοια ὅτι δέν θέλει οἱ ἄλλοι νά σωθοῦν, ἀλλά ὅπως εἶναι τό ὅλο μυστήριο τοῦ Θεοῦ.

Θά τά πάει ὁ Θεός τά πράγματα ὅπου θέλει, ὅταν θέλει, ὅπως θέλει

Καί βλέπουμε στήν Ἀποκάλυψη  ὅτι οἱ μάρτυρες, ὅλοι αὐτοί πού μαρτύρησαν καί εἶναι στόν οὐρανό, βλέπουν ἀπό ἐκεῖ πόσο βασανίζονται ἐδῶ κάτω οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ καί, τρόπον τινά, παρακαλοῦν τόν Θεό νά τελειώνει, ἄς ποῦμε, τό ὅλο ἔργο. Καί τούς λέει ὁ Θεός: «Νά καθίσετε ἐκεῖ καί νά ἡσυχάσετε». Μέ τήν ἔννοια δηλαδή ὅτι ὁ Θεός ξέρει πότε θά τελειώσει ὁ κόσμος, πότε θά καταργηθεῖ τό κακό, πότε θά μπεῖ ὁ καθένας στή θέση του καί ποιοί θά εἶναι οἱ ἅγιοι καί ποιοί οἱ σεσωσμένοι. Αὐτά τά ξέρει ὁ Θεός.

Ἀκόμη καί οἱ σεσωσμένοι δέν μποροῦν νά ἐκβιάσουν τά πράγματα, δέν μποροῦν νά τά συντομεύσουν. Οὔτε οἱ σεσωσμένοι οὔτε οἱ ἐν οὐρανοῖς οὔτε οἱ ἐπί τῆς γῆς· κανείς. Οἱ πάντες ὀφείλουμε νά ὑπακοῦμε στόν Θεό καί νά πιαστοῦμε ἀπό τό πῶς ὁ Θεός τά ὁρίζει, πῶς ὁ Θεός τά ἔχει προνοήσει, πῶς ἔχει κάνει τό χρονοδιάγραμμά του.

Ἑπομένως, ποῦ ξέρουμε ἐμεῖς πόσοι ἀκόμη εἶναι νά σωθοῦν, πόσοι ἀκόμη εἶναι νά ἁγιάσουν καί πόσο θά περιμένουμε ἐμεῖς; Ἐμεῖς θά τά συντομεύσουμε τά πράγματα; Ὅπως βλέπουμε, κατά καιρούς –ὄχι μόνο σήμερα ἀλλά καί σέ προηγούμενα χρόνια καί σέ προηγούμενους αἰῶνες– καί μεγάλοι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας πίστεψαν πρός στιγμήν ὅτι νά, αὐτός εἶναι ὁ ἀντίχριστος, νά, ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἀντίχριστος, νά, ἦρθε ἡ ὥρα λοιπόν· χωρίς ὅμως νά ξεφεύγουν ἀπό αὐτό, ὅτι ὀφείλουμε νά ὑποτασσόμαστε καί νά ὑπακοῦμε στόν Θεό,νά μᾶς ὁδηγεῖ ὁ Θεός, νά μᾶς πάει ἐκεῖ καί νά τά πάει τά πράγματα ἐκεῖ πού ὡς Θεός θέλει, ὅταν θέλει, ὅπως θέλει. Ἐμεῖς νά ἀφηνόμαστε στόν Θεό, ὄχι σάν ραγιάδες καί σάν σκλαβόπουλα ἀλλά ὡς τέκνα τοῦ Θεοῦ πού ἔχουμε πλήρη ἐμπιστοσύνη στόν Θεό ὅτι εἶναι δίκαιος, ἀγαθός, φιλάνθρωπος, ὅτι δέν θά κάνει κακό σέ κανέναν –μόνο τό καλό κάνει– καί ἐκεῖνος θά ἀποφασίσει πότε εἶναι τό τέλος καί πότε ὅλα θά λάβουν τέλος στόν ἐδῶ κόσμο, γιά νά ζήσουμε στόν ἄλλο κόσμο αἰωνίως.

5/6-11-1997