Ασκητικα
A+
A
A-

295. Κυριακή Βαΐων ἑσπέρας

Κυριακή Βαΐων ἑσπέρας

 

Ὁ Κύριος, πού πρίν ἀπό 2000 χρόνια ἔπαθε γιά τή σωτηρία μας, μᾶς ὁδηγεῖ χρόνια πολλά τώρα γιά νά μᾶς φέρει ὅσο γίνεται πιό κοντά στήν ἀλήθεια, πιό κοντά στό ἀπολυτρωτικό του ἔργο, νά μᾶς φέρει πιό κοντά στόν δρόμο αὐτόν, στή συμπόρευση αὐτή μαζί του, ὥστε νά πραγματοποιηθεῖ μέσα μας ὄντως ὁ θάνατος τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Καί ἴσως ἀπό κάποια πλευρά γιά ὁρισμένους ἀπό μᾶς –γιατί ὄχι γιά ὅλους– νά εἶναι καλύτερη ἀπό κάθε ἄλλη φορά ἡ ὥρα αὐτή, καθώς ὁ Κύριος θά πεθάνει καί θά ταφεῖ, γιά νά ἀναστήσει τήν ψυχή μας.

Εἶναι μεγάλη ὑπόθεση ἐπιτέλους νά ἀπαρνηθεῖ κανείς τόν ἑαυτό του, νά ξεγλιτώσει ἀπό τήν ὅλη ματαιότητα, νά ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπό τήν ὅποια εὐχαρίστηση τοῦ κόσμου τούτου, τοῦ κόσμου χωρίς Χριστό, καί νά βρεῖ τόν Κύριο, νά βρεῖ ἀληθινά τόν Κύριο. Εἶναι μεγάλη ὑπόθεση νά βρεῖς τόν Κύριο, καί νά σέ βρεῖ ὁ Κύριος.

Μοῦ κάνει ἐντύπωση πού ὁ Κύριος πορεύεται μόνος του στό πάθος. Δέν τόν καταλαβαίνει κανένας. Ὅλοι ζοῦν στόν κόσμο τους, μολονότι πολλοί τόν ἀκολουθοῦν. Καί, ἄν προσέξουμε ὅλα αὐτά τά τροπάρια, μᾶς θυμίζουν καί μᾶς τονίζουν αὐτή τήν πραγματικότητα: ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μόνος, μονότατος, καί μόνος προχωρεῖ πρός τό πάθος. Ἀκόμη καί οἱ μαθηταί του, κατά κάποιον τρόπο μπαίνουν ἐμπόδιο, πρόσκομμα στό νά μείνει πιστός στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πού ἀκριβῶς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά πάθει, νά ἀποθάνει, γιά νά θανατώσει τήν ἁμαρτία καί νά ἀναστήσει μαζί του ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θά θελήσουν διά τῆς πίστεως νά συναποθάνουν μαζί του καί νά συναναστηθοῦν.

Ἀπό κάποια πλευρά, ἀργά ἤ γρήγορα κανείς θά νιώσει αὐτή τή μοναξιά, ἄς τό ποῦμε. Βλέπετε, οἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς τώρα εἴμαστε χριστιανοί καθ᾿ ὅλα, χριστιανοί χρόνια καί χρόνια, χριστιανοί πού γεμίζουμε αὐτές τίς μέρες τίς ἐκκλησίες, ὅλοι μέ τά βιβλία στά χέρια, πού παρακολουθοῦμε μέ προσοχή, μέ ἀφοσίωση, μέ πάθος, ἀλλά πού ὅμως ζοῦμε στόν κόσμο μας. Τόν ἀφήνουμε τόν Κύριο νά πορεύεται μόνος. Καί δέν ξέρω ἄν τό ἔχουμε καταλάβει αὐτό, ὅτι ἕνας λόγος πού ὁ καθένας φοβᾶται νά ἀκολουθήσει τόν Κύριο, νά συμπορευτεῖ ἔτσι μέ τόν Κύριο εἶναι ὅτι θά νιώσει αὐτή τή μοναξιά. Διότι, ἀκολουθῶ τόν Κύριο, συμπορεύομαι μέ τόν Κύριο σημαίνει θάνατο, σημαίνει σταυρό· ἀπαρνεῖσαι πλήρως τόν ἑαυτό σου. Καί αὐτό, ὅσο κι ἄν φαίνεται παράδοξο, σέ ἀπομονώνει ἀπό τούς ἄλλους. Δέν καταλαβαίνουν οἱ ἄνθρωποι, παρά τήν καλή τους διάθεση. Ζοῦν στόν κόσμο τους. Βέβαια, ἄν ἀνοίξεις κουβέντα μαζί τους, φέρνουν πολλές δικαιολογίες· ἀλλά καμιά δικαιολογία δέν εὐσταθεῖ, καμιά.

Αὐτό εἶναι τό παράδοξο: Δέν τόν καταλαβαίνουμε τόν Κύριο, γιατί, παρ᾿ ὅλο πού εἴμαστε χριστιανοί, δέν τόν πιστεύουμε. Ἅμα τόν πιστέψεις τόν Κύριο, θά συμπορευτεῖς μόνος μέ μόνο τόν Κύριο. Καί φοβᾶσαι· φοβᾶσαι νά χάσεις τήν παρέα τῶν ἄλλων, νά χάσεις τήν ὅποια εὐχάριστη σχέση ἔχεις μέ τούς ἄλλους. Καί αὐτή καθ᾿ ἑαυτήν τήν ἀπομόνωση τή φοβᾶσαι, ἀλλά καί τήν εἰρωνική καί τήν περιφρονητική γενικῶς στάση πού θά πάρει ὁ ὅποιος ἄλλος ἀπέναντί σου.

Ὅσοι ἐρχόμαστε ἐδῶ –λέγαμε καί τό πρωί: ὅσοι θέλουν θά ἔρθουν– παρακαλῶ νά σκεφτοῦμε πολύ σοβαρά· νά πάψουμε νά παίζουμε, τρόπον τινά, νά πάψουμε νά εἴμαστε ἀσύνετοι καί ἄφρονες. Νά σκεφτοῦμε πολύ σοβαρά: Ἤ πιστεύουμε στόν Χριστό ἤ δέν πιστεύουμε. Ἤ τόν ἀκολουθοῦμε ἤ δέν τόν ἀκολουθοῦμε. Ἤ συμπορευόμαστε μαζί του ἤ δέν τό κάνουμε.

Πολλές φορές ἔχουμε πεῖ ὅτι, ἄν δέν σέ φωτίσει ὁ Κύριος, δέν καταλαβαίνεις τίποτε. Ἄν δέν σέ φωτίσει καί δέν σέ ἐνδυναμώσει ὁ Κύριος, δέν προχωρᾶς καθόλου. Ἔλα ὅμως πού ὁ Κύριος δέν χαρίζεται· δέν μπορεῖς νά φέρεις ὡς ἐπιχείρημα: «Ἀφοῦ δέν μέ φώτισε, ἀφοῦ δέν μέ φωτίζει ὁ Κύριος, ἀφοῦ δέν μέ ἐνδυναμώνει ὁ Κύριος, τί νά κάνω;» Ψέμα μεγάλο εἶναι αὐτό καί λάθος μεγάλο. Ὁ Κύριος ἕτοιμος εἶναι νά μᾶς φωτίσει καί ἕτοιμος εἶναι νά μᾶς στηρίξει, νά μᾶς ἐνδυναμώσει, νά μᾶς ὠθήσει, νά μᾶς ἑλκύσει. Δέν τό θέλεις. Δέν χρειάζονται ἄλλες ἀποδείξεις. Ἀφοῦ δέν τό νιώθεις μέσα σου, ἀφοῦ δέν γίνεται αὐτό τό πράγμα μέσα σου, δέν τό θέλεις.

Γιά τίς ἀσθένειες τοῦ σώματός μας π.χ. δέν χρειάζεται κανείς νά μᾶς προτρέψει, νά μᾶς παρακινήσει, δέν χρειάζεται κανείς, ἄς ποῦμε νά μᾶς ξεσηκώσει νά τρέξουμε, νά φροντίσουμε γιά τή θεραπεία μας. Ναί, τό θέλουμε. Τό θέλουμε ὅλοι μας, καθώς πονοῦμε, καθώς δέν εἴμαστε καλά, καθώς ἀκοῦμε ὅτι μποροῦμε νά βροῦμε τήν ὑγεία μας πηγαίνοντας στόν τάδε γιατρό, ἤ στόν τάδε γιατρό. Νά, ἔτσι εἶναι τά σωματικά: τρόπον τινά γίνονται μόνα τους. Ἔτσι εἶναι καί οἱ ἀνθρώπινες φιλίες, οἱ ἀνθρώπινες ἀγάπες. Δέν χρειάζεται νά τή διδάξει κανείς τή μητέρα νά ἀγαπάει τό παιδί της. Ἤ Χρειάζεται νά ποῦμε στή μνηστή νά εἶναι ἀφοσιωμένη στόν μνηστήρα της καί αὔριο στόν σύζυγό της; Οὔτε κατά διάνοιαν· μόνα τους γίνονται. Ἐδῶ, στά πνευματικά θέματα χρειάζεται νά πιστέψουμε· δέν γίνεται ἀλλιῶς. Καί ὄχι βέβαια γιατί μᾶς τά δυσκολεύει ὁ Κύριος, μᾶς ἀναγκάζει, ἄς ποῦμε, νά στενοχωρηθοῦμε, νά δυσκολευτοῦμε, νά παιδευτοῦμε, σάν νά παίζει μαζί μας, σάν νά μᾶς παιδεύει, ἔτσι, γιά νά τό εὐχαριστηθεῖ. Μή γένοιτο!

Ἡ πίστη ἀκριβῶς εἶναι αὐτή ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Δέν ἀπαρνεῖται κανείς τόν ἑαυτό του σάν νά γίνεται μόνο του αὐτό. Ὅσο ἰσχυρή θέληση κι ἄν ἔχει κανείς, ὅσο ἥρωας κι ἄν εἶναι, ὅσο κι ἄν τό λέει ἡ καρδιά του, δέν ἀπαρνεῖται κανείς τόν ἑαυτό του. Ἀπό σωματικῆς πλευρᾶς, ἀπό ἀνθρώπινης, ἀπό ὑλικῆς πλευρᾶς, ἐπειδή ἀκριβῶς ὅ,τι κάνουμε σέ τελευταία ἀνάλυση περιποιεῖ τιμή στόν ἑαυτό μας, εὐχαριστεῖ τόν ἑαυτό μας, ξεκουράζει τόν ἑαυτό μας, τόν ὁδηγεῖ σέ χαρές καί σέ παράδεισους ἀνθρώπινους, γίνονται, τρόπον τινά, ὅλα μόνα τους.

Γιά νά βροῦμε ὅμως τόν Χριστό, γιά νά ἀκολουθήσουμε τόν Χριστό, χρειάζεται νά ἀπαρνηθοῦμε τόν ἑαυτό μας. Νά τό προσέξουμε, παρακαλῶ, αὐτό τό θέμα τῆς πίστεως. Αὐτό πού λέει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόλυται κτλ.[1], τί σημαίνει; Δέν εἶναι πίστη ἁπλῶς νά παραδεχτεῖς ὅτι ὑπάρχει ὁ Χριστός, νά πιστεύεις ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος καί σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε. Δέν εἶναι αὐτό πίστη. Πίστη εἶναι ἀκριβῶς νά πᾶς κόντρα, ἀντίθετα πρός τόν ἑαυτό σου, ἀφοῦ πρέπει νά ἀπαρνηθεῖς τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου, ὁ ὁποῖος εἶναι υἱός τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἑαυτός μας δέν εἶναι τίποτε ἄλλο. Ὅταν ἔρθει ἡ χάρη, ὅταν ἔρθει ἡ λύτρωση, ὅταν ἔρθει τό φῶς τοῦ Θεοῦ, τότε αὐτή ἡ χάρη εἶναι ἐκείνη πού σέ ἑλκύει, πού σέ ζωντανεύει, πού σέ φωτίζει, πού σέ ζωογονεῖ, πού σέ ἀνεβάζει· ἔτι ἀπό τήν παρούσα ζωή σέ ἀνεβάζει στούς οὐρανούς. Τό βλέπουμε αὐτό στούς ἁγίους.

Ἀλλά γιά νά γίνει αὐτό πρέπει νά πιστέψουμε. Νά πιστέψουμε. Ἀλλά δέν μπορεῖ νά πιστέψει κανείς. Ἐξ ὅσων ἔτσι τώρα καταλαβαίνω, ἔτσι ὅπως τά παίρνουν οἱ ἄνθρωποι, δέν μποροῦν νά πιστέψουν, δέν πρόκειται νά πιστέψουν. Γιά νά πιστέψεις, πρέπει νά ἀπαρνηθεῖς τόν ἑαυτό σου. Αὐτή καθ᾿ ἑαυτήν ἡ πίστη, ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό, εἶναι ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ σου. Ἀπαρνεῖσαι τόν ἑαυτό σου; Πιστεύεις. Πιστεύεις; Ἀπαρνεῖσαι τόν ἑαυτό σου.

Ὅταν τά ἀκοῦς ὅλα αὐτά, ὡραῖα καί καλά, καί προσπαθεῖς, θέλεις… Ὁρισμένοι θά ἤθελαν νά ἔχουν μέσα τους φῶς Θεοῦ, χάρη Θεοῦ, νά ἔχουν μέσα τους τόν Χριστό ὁλοζώντανο, νά ἔχουν ὅλες τίς ἀρετές τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀγάπη του, νά εἶναι ὅπως ὁ Χριστός· θά τό ἤθελαν. Ἀλλά πάντοτε ὅμως μέ τό δεδομένο ὅτι κάπου ἐκεῖ θά εἶναι καί ὁ ἑαυτός τους· νά μήν τόν ἀπαρνηθοῦν αὐτόν. Δέν γίνεται! Δέν γίνεται· δέν θά γίνει ποτέ.

Ἀκόμη καί ὁ ἰσραηλιτικός λαός, πού ὁ Θεός, ἄς ποῦμε, τόν διάλεξε καί τόν εἶχε ὡς ἐκλεκτό λαό του, ὄχι ἁπλῶς ἕνας-ἕνας πῆρε τόν στραβό δρόμο, ἀλλά καί ὡς λαός γενικά, ἐντελῶς λανθασμένα τά πῆραν τά πράγματα. Τήν ἰδίαν δικαιοσύνην ζητοῦντες στῆσαι οὐχ ὑπετάγησαν τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ Θεοῦ.[2] Ναί, ζητοῦντες νά ζεῖ καί νά βασιλεύει ὁ ἑαυτός τους, τό ἐγώ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ πεπτωκώς ἄνθρωπος, αὐτός πού πρέπει νά ἀπαρνηθεῖ κανείς, δέν μπόρεσαν νά ὑποταχθοῦν στή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί τό ἔπαιρναν ὡς δεδομένο ὅτι θά ὑπάρχει αὐτό· καί αὐτός ὁ ἑαυτός τους πρέπει νά δικαιωθεῖ.

Μεγάλο θέμα αὐτό. Δέν εἶναι, δηλαδή, ἁπλῶς ὅτι ἦταν κακοί οἱ Ἑβραῖοι καί θανάτωσαν τόν Χριστό. Ἀλλά τί; Δέν κατάλαβαν τίποτε· ἐκτός ἀπό κάποιες ἐξαιρέσεις, πού οἱ ἐξαιρέσεις αὐτές δείχνουν ἀκριβῶς ὅτι ὅλοι θά μποροῦσαν νά κάνουν ἔτσι, ὅπως αὐτοί οἱ λίγοι. Δέν τό κατάλαβαν. Τίποτε! Μέχρι καί σήμερα. Μήν τόν πιάσει τόν ἄνθρωπο τό πεῖσμα! Μήν τόν πιάσει τόν ἄνθρωπο αὐτό τό ἄχαρο πράγμα πού ἔχει μέσα του: ἡ ἀνάδειξη τοῦ ἐγώ, ἡ περιποίηση τοῦ ἐγώ, μήν πάθει τίποτε τό ἐγώ! Πρέπει νά πιστέψεις στόν Θεό, γιά νά καταλάβεις, γιά νά τόν γνωρίσεις, γιά νά τόν δεῖς. Νά πιστέψεις ἔτσι, ἀπαρνούμενος τόν ἑαυτό σου.

Ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὅμοιος καθ᾿ ὅλα μέ τόν ἄνθρωπο ἐκτός ἀπό τήν ἁμαρτία, ἦρθε νά σώσει ἐμᾶς, τούς ἀνθρώπους· καί ἔσωσε καί σώζει καί θά σώζει ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θά πιστέψουν σ᾿ αὐτόν ἀπαρνούμενοι τόν ἑαυτό τους καί θά τόν ἀκολουθήσουν. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως εἶναι ἐν ἁμαρτίαις καί μέσα στό θέλημά τους. Γι᾿ αὐτό δέν κατάλαβαν τόν Χριστό οἱ ἄνθρωποι. Δέν τόν κατάλαβαν. Εἰς τά ἴδια ἦλθε καί οἱ ἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβον.[3]

Μονότατος λοιπόν ὁ Κύριος, μονότατος, ὅπως θά τό ἀκούσουμε μεθαύριο τή Μεγάλη Παρασκευή, πού θά ψάλουμε ἔξω στήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ: Δός μοι τοῦτον τόν ξένον.[4] Ξένος. Ποιός; Ὁ Δημιουργός, ὁ Πλάστης· Αὐτός πού πότισε καί ἔθρεψε τόν λαό αὐτόν, ὅπως λένε καί οἱ ὕμνοι: Οὕς ἔθρεψε τό μάννα, προσέφερον τῷ Σωτῆρι χολήν ἅμα καί ὄξος.[5] Δέν εἶναι ἁπλῶς ὅτι τό ἔκαναν αὐτοί. Ὁ καθένας τό κάνει. Ἐμεῖς τώρα, χριστιανοί χρόνια, βαπτισμένοι, πολύ περισσότερο ἀπό ὅ,τι ἦταν οἱ Ἑβραῖοι ἐκλεκτός λαός… Πόσοι χριστιανοί ὅμως βρῆκαν τόν Χριστό, βρίσκουν τόν Χριστό, πιστεύουν ἔτσι στόν Χριστό; Ζεῖ καί βασιλεύει ὁ παλαιός ἄνθρωπος μέσα τους· μήν τυχόν τούς πειράξει κανείς, μήν τυχόν τούς ἀγγίξει κανείς.

Γι᾿ αὐτό ὁ Χριστός αἰσθάνεται μόνος. Πορεύεται μόνος. Οὔτε οἱ μαθηταί δέν τόν καταλαβαίνουν. Οἱ μαθηταί του ἔγιναν ἀπόστολοι μετά τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔμειναν ἐκεῖ κοντά του καί ταπεινώθηκαν· συνειδητοποίησαν πλήρως τήν ἀχρειότητα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου· ταπεινώθηκαν. Καί ὁ Πέτρος, πού εἶχε κρατούμενα, χρειάστηκε τήν τελευταία βραδιά νά πέσει γιά τά καλά, νά ταπεινωθεῖ, νά συντριβεῖ. Θά μποροῦσε νά κάνει καί αὐτός ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἰούδας, ὁ πεισματάρης. Ἀλλά δέν τό ἔκανε, εὐτυχῶς.

Ἐμεῖς ἀπό τότε πού εἴμαστε βαπτισμένοι, καί μεγαλώσαμε λίγο καί καταλαβαίνουμε, πόσες φορές ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά πάθουμε τό ἕνα, νά πάθουμε τό ἄλλο· δέν καταλαβαίνουμε. Δέν καταλαβαίνουμε! Δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά πεῖ κανείς: μένουμε στό πεῖσμα μας, στήν  ἀμετανοησία μας. Βέβαια, ἐξακολουθοῦμε νά θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας χριστιανό, ὅπως, καλή ὥρα τώρα, εἴμαστε ὅλοι μέσα στήν ἐκκλησία. Βέβαια, ὁ Θεός γνωρίζει τόν καθένα· μπορεῖ νά ὑπάρχουν ἐδῶ μέσα ἅγιες ψυχές, ἀλλά πάντοτε ὑπάρχουμε καί οἱ ἄλλοι. Γι᾿ αὐτό αἰσθάνεται μόνος ὁ Χριστός, καθώς πηγαίνει πρός τό πάθος. Καί γι᾿ αὐτό ὅποιος θά ἀκολουθήσει τόν Χριστό εἶναι μόνος μέ μόνο τόν Χριστό, ἀλλά καί μόνος ἐν σχέσει πρός τούς ἄλλους. Καί αὐτό ἰσχύει μόνο γιά ὅσες ψυχές κάτι καταλαβαίνουν.

Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση, μιά ἀπό τίς προηγούμενες ἡμέρες ἐκεῖ στό ἐξομολογητήριο, μοῦ εἶπαν κάποια στιγμή ὅτι μιά γιαγιά, ἀπό κάποιο μακρινό κάπως χωριό, μαζί μέ κάποια ἄλλη, ἦρθε νά πάρει, λέει, τήν εὐχή –δέν εἶχε νούμερο γιά νά πάρει σειρά. Τί νά κάνω; Σταμάτησα λίγο, καί τίς εἶδα στήν πόρτα ἔτσι πρόχειρα, γρήγορα-γρήγορα. Καί μοῦ εἶπε τόν πόνο της. Δηλαδή ὅτι τό παιδί της ἕνα χρόνο τώρα, κατόπιν ἀτυχήματος, εἶναι ‘’φυτό’’ στό νοσοκομεῖο. Τί νά πεῖς τώρα σ᾿ αὐτή τήν γυναίκα· τί νά τῆς πεῖς; Ἄλλο τί λές στόν ἑαυτό σου· γνωστά εἶναι ὅλα αὐτά. Ἀλλά τί θά πεῖς σ᾿ αὐτή τή γιαγιά, ἡ ὁποία ἐκ πρώτης ὄψεως, δέν καταλαβαίνει πολλά πράγματα;

 Καί ὅμως, ὅταν τῆς εἶπα: «Κοίταξε, ἔρχομαι στή θέση σου, καταλαβαίνω. Ἀλλά, ξέρεις, ὅταν θά ἔρθει ἡ ὥρα νά πᾶς στόν ἄλλο κόσμο καί θά βρεῖς ἐκεῖ τήν κόρη σου, θά σέ φωνάξει καί θά σοῦ πεῖ· ‘’Μητέρα μου, εἶμαι ἐδῶ, καί ἦρθες καί ἐσύ, γιατί πάθαμε ἐκεῖνο ἐκεῖ τό πράγμα, πού τόσο μᾶς στοίχισε’’». Καί μοῦ ἔκανε ἐντύπωση, αὐτή ἡ χωρική δέν χρειαζόταν νά ἀκούσει τίποτε ἄλλο. Τό ἔπιασε ἀμέσως τί θέλαμε νά ποῦμε. Τό ἔπιασε ἀμέσως! Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση! Ἄλλαξε ἀμέσως, σάν νά εἶχε πανηγύρι μέσα στήν καρδιά της· σάν νά ἦταν αὐτή ἡ φοβερή στιγμή πού ἔμπαινε στόν παράδεισο, καί βρίσκει ἐκεῖ τήν κόρη της, σέ θέση παραδεισένια, καί ἀκούει: «Ξέρεις, αὐτό ὅλο ἔγινε, γιατί μᾶς συνέβη ἐκεῖνο τό κακό, πού ἐμεῖς κλαίγαμε, καί μᾶς φαινόταν ὅτι ἦταν ἀσήκωτο. Αὐτό ὁμως μᾶς ἐξασφάλισε τόν παράδεισο».

Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση. Αὐτό θέλω νά τονίσω: πόσο αὐτή ἡ ἁπλή γυναίκα κατάλαβε τί λέγαμε. Καί, ἄν ἐπιτρέπεται νά ποῦμε, εἴχαμε ἀκριβῶς σ᾿ αὐτό τό σημεῖο κοινωνία ἀληθινή. Παραδόξως, καί ἡ ἄλλη πού ἦταν δίπλα της κατάλαβε καί ἐκείνη. Καί σάν νά πανηγύριζαν· σάν νά ἦταν σ᾿ ἕνα πανηγύρι. Καί ἔφευγαν ἔτσι, πανηγυρίζοντας. Ὄχι βέβαια ἁπλῶς ὅτι εἶχαν τήν ἱκανότητα καί ἄλλαξαν τόν ἑαυτό τους. Ὄχι· ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πού μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο, ὅταν ὅμως κανείς ἔχει αὐτή τήν ἁπλή κατανόηση.

Μοῦ κάνει ἐντύπωση ὅτι πολλές φορές πού συζητοῦμε μέ τόν ἕνα, μέ τόν ἄλλο καί λέμε ὁρισμένα πράγματα, καί θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὑπάρχουν προϋποθέσεις νά συνεννοηθοῦμε, δέν φτάνει τό μήνυμα. Δέν φτάνει τό μήνυμα. Ἐξακολουθεῖ ἐκεῖ νά λέει ὁ ἄλλος τά παράπονά του, νά λέει τόν πόνο του ἁπλῶς, νά μένει ὅμως ξένος πρός τόν Χριστό. Δέν πιάνει ὅλο ἐκεῖνο τό μήνυμα πού ἔρχεται μέσα ἀπό τό ὅποιο πάθημά του.

Δέν ἔπαθε τυχαῖα ὁ Χριστός. Ἔπαθε ἀκριβῶς σύν τοῖς ἄλλοις, γιά νά ξέρουμε ὅτι, ἄν γίνει ποτέ καλό, θά πάθουμε· ὄχι γιά ἄλλο λόγο, ἀλλά γιατί δέν μαθαίνεις, ἄν δέν πάθεις. Δυστυχῶς, πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παθαίνουν, ξαναπαθαίνουν, ἀλλά δέν μαθαίνουν. Εἶναι τό πεῖσμα, αὐτό. Ἔπαθε τί ἔπαθε ὁ Ἰούδας. Δέν ἔπρεπε μετά, δέν ἔπρεπε… Δέν ἤξερε πόσο σπλαχνικός εἶναι ὁ Κύριος καί ὅτι θά τόν συγχωροῦσε; Πεῖσμα, πεῖσμα! Βέβαια, ἔχουν γράψει γιά τόν Ἰούδα ὅτι ἴσως ἦταν ἡ ψυχοσύνθεσή του τέτοια, τό σκαρί του, ἄς ποῦμε. Διάφορα λέγονται.

Τελικά ὅμως, ὅπως κι ἄν ἔχει τό πράγμα, ὁ καθένας φέρει εὐθύνη. Δέν ἀφήνει ὁ Θεός κανέναν νά μπερδευτεῖ σέ βαθμό τέτοιο πού νά μή φέρει εὐθύνη. Ἄν λοιπόν ξεμένεις, μένεις ἐκεῖ πού μένεις, στήν ἀδιόρθωτη κατάσταση, στήν πεσμένη κατάσταση, στήν κατάσταση τῆς πτώσεως –συγνώμη, πού τό λέω ἔτσι– μένεις, διότι κάνεις ὅτι δέν καταλαβαίνεις· δέν θέλεις νά καταλάβεις. Καί βέβαια, αὐτό τό ‘’δέν θέλεις’’, δέν σημαίνει ὅτι ἐκείνη τήν ὥρα γίνεται ἐνσυνείδητα, ἀλλά ἔτσι καλλιεργεῖς τόν ἑαυτό σου, ἔτσι δουλεύεις μέ τόν ἑαυτό σου, ἔτσι περνᾶς τόν καιρό μέ τόν ἑαυτό σου, πού νά ἔχει μέσα του μιά ἄρνηση· καί δέν διαλογίζεσαι λίγο: «Καλά, ἐγώ ἐντάξει, ἔτσι εἶμαι. Ὁ Θεός; Ὁ Θεός εἶναι Θεός». Ποιός δέν καταλαβαίνει ὅτι ὁ Θεός εἶναι Θεός;

Ὅπως λέγαμε κάποια ἄλλη φορά: Ἄν κάποιος, ἕνας ἅγιος μπροστά μας κάνει ἕνα θαῦμα καί ἀρχίσει νά ὑπερηφανεύεται, ὅλοι-ὅλοι, καί ὁ τελευταῖος, ἄς ποῦμε, ἄνθρωπος, πού δέν ξέρει τίποτε, θά πεῖ: «Ἅγιος εἶναι αὐτός τώρα, πού ὑπερηφανεύεται ἔτσι;» Ἀσφαλῶς δέν εἶναι. Καί ὅλοι τό καταλαβαίνουν αὐτό. Γιά νά εἶναι ἅγιος θά εἶναι ταπεινός. Ποιός δέν καταλαβαίνει λοιπόν τόν Θεό, ὅτι ὁ Θεός εἶναι εὔσπλαχνος, καί ὄχι ἁπλῶς μᾶς λέει ὅτι μᾶς ἀγαπάει καί δείχνει ὅτι μᾶς ἀγαπάει, ἀλλά ἔστειλε τόν μονογενῆ Υἱόν αὐτοῦ, τόν ἔδωκε, τόν παρέδωκε νά θυσιαστεῖ. Καί δέν εἶπε βέβαια, (ἁπλῶς μᾶς προέτρεψε) μήν τυχόν κάνουμε κανένα κακό στόν Υἱό του. Τόν ἄφησε ἐντελῶς τόν Υἱό του νά πάθει τά πάντα.

Ἐκεῖνο πού εἶπε εἶναι: πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν ἔχει ζωήν αἰώνιον.[6] Νά πιστέψουμε στόν Χριστό. Αὐτό μπορεῖς νά τό κάνεις, ὅποιος καί νά εἶσαι. Ἄν εἶσαι στά ὅποια χάλια, εἶναι γιατί δέν πίστεψες στόν Χριστό καί ὄχι γιατί τάχα δέν μπορεῖς. Δέν συμβαίνει, βέβαια, ἔτσι πολύ ἐνσυνείδητα, τή συγκεκριμένη ὥρα νά πεῖς: Ὄχι, ὄχι –ἄν καί σέ μερικούς συμβαίνει καί αὐτό. Ἀλλά καλλιεργεῖς ἔτσι τόν ἑαυτό σου ἕνεκα τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς φιλαυτίας, ἕνεκα τοῦ ὅτι ἀγαπᾶς τόν ἑαυτό σου καί δέν θέλεις νά χάσεις τή ματαιότητα τοῦ κόσμου, καί γίνεσαι σκληρός, πεισματάρης, ἀμετανόητος, ἀταπείνωτος, ἄχαρος.

Πάλι νά πῶ, λοιπόν: Ἴσως φέτος εἶναι ἡ πιό εὐλογημένη αὐτή ἡ ὥρα, οἱ μέρες αὐτές. Ἀπό ὅ,τι διαισθάνομαι, ὁρισμένοι ἔχουν φτάσει σ᾿ ἕνα τέτοιο σημεῖο πού κάπου ἀνοίγει ὁ δρόμος, ἀνοίγει αὐτή ἡ θύρα, νά συμπορευτοῦμε πράγματι μέ τόν Κύριο, νά συμπάθουμε, νά πεθάνουμε μαζί μέ τόν Κύριο, καί νά συναναστηθοῦμε. Μακάρι ὅλοι νά τό κάνουμε αὐτό.

4-4-2004

[1]. Ἰωάν. 3, 16.

[2] Ρωμ. 10, 3.

[3] Ἰωάν. 1, 11.

[4] Βλ. ‘’Τόν ἥλιον κρύψαντα τάς ἰδίας ἀκτῖνας…’’, τό ὁποῖο ψάλλεται ὡς ἀσματικόν μετά τήν ἔξοδο καί περιφορά τοῦ Ἐπιταφίου.

[5] Βλ. Μ. Παρασκευή ἑσπέρας (Ὄρθρος Μ. Σαββάτου), Ἐγκώμια, Γ’ Στάσις

[6] Ἰωάν. 6, 47.