Ασκητικα
A+
A
A-

296. Μ. Δευτέρα ἑσπέρας

Μ. Δευτέρα ἑσπέρας

Ὅλες τίς μέρες αὐτές ἡ ἀκολουθία λέγεται ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου. Ἀλλά ἀπόψε εἶναι κατ᾿ ἐξοχήν ἡ ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου, καθώς ὅρισαν οἱ Πατέρες νά τελοῦμε μνείαν τῆς παραβολῆς τῶν δέκα παρθένων. Καί ὅπως ἀκούσατε, τά τροπάρια ὅλα ἀναφέρονται στίς δέκα παρθένες, καθώς καί στά τάλαντα.

Αὔριο στήν Προηγιασμένη θά ἀκούσουμε τό σχετικό εὐαγγέλιο – διότι ὅσο κι ἄν ἡ Προηγιασμένη γίνεται μέ τόν αὐριανό ἑσπερινό, ὅμως ἀνήκει στήν ἡμέρα αὐτή, τῆς ὁποίας τώρα κάνουμε τόν Ὄρθρο. Θά ἦταν καλό νά ἔχουμε χρόνο –ἀλλά πρέπει νά καθίσουμε ὥς τό πρωί– καί νά πάρουμε τά τροπάρια ἕνα-ἕνα, νά τά δοῦμε καί νά ξεχαστοῦμε ἐκεῖ. Νά ξεχάσουμε τίς δουλειές μας, τίς φροντίδες μας· σάν νά τέλειωσε γιά μᾶς ὁ κόσμος καί ὅλα νά τά ἀφήσαμε ἔξω ἀπό τόν ναό. Νά δοῦμε, λοιπόν, ἕνα-ἕνα τά τροπάρια, μία-μία τίς φράσεις, μία-μία τίς λέξεις.  Πλοῦτος καί θησαυρός μεγάλος! Ἀλλά, καίτοι δέν μποροῦμε νά τά δοῦμε μαζί ὅλα αὐτά καί νά τά ἑρμηνεύσουμε, ἐλπίζω ὅτι ὅλοι λίγο πολύ κάτι διαισθανόμαστε, κάτι καταλαβαίνουμε. Ὡστόσο, χρειάζεται νά μή μείνουμε ἔξω-ἔξω, ἀλλά νά θελήσουμε νά μυηθοῦμε στό βαθύτερο μυστήριο.

Ἀπόψε λοιπόν, περισσότερο ἔχει τή θέση του αὐτό τό ἐξαποστειλάριο τό ὁποῖο ἐλέχθη καί χθές, θά λεχθεῖ καί αὔριο καί μεθαύριο: Τόν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καί ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ· λάμπρυνόν μου τήν στολήν τῆς ψυχῆς, φωτοδότα, καί σῶσόν με. Θά λέγαμε ὅτι ἀπό τό ἕνα μέρος εἶναι ὁ Νυμφίος, ὁ Χριστός, ὁ κάλλει ὡραῖος παρά πάντας ἀνθρώπους. Δέν ἔχει νά ἐπιθυμήσει κανείς τίποτε καλύτερο, τίποτε ἁγιότερο, τίποτε πλουσιότερο, τίποτε περισσότερο ἀπό τόν Χριστό. Μακάριος ὅποιος, σέ ὅποια ὥρα τῆς ζωῆς του –ἀλλά νά, περισσότερο αὐτές τίς ἡμέρες, ἄν εἶναι δυνατόν, καί μάλιστα ἀπόψε– θά δεῖ λίγο τί εἶναι αὐτός ὁ οὐράνιος Νυμφίος, ὁ ὡραιότερος τῶν ὡραίων καί λαμπρότερος τῶν λαμπρῶν. Εἶναι ἔτσι φτιαγμένη ἡ ἀνθρώπινη ψυχή, πού ἄν κάποια στιγμή ξυπνήσει, κάποια στιγμή ἔχει μιά κάποια ἐπικοινωνία μέ τόν Χριστό, δεῖ λίγο τόν Χριστό, θά θελχθεῖ ἀπό αὐτόν. Καί δέν εἶναι δύσκολο, ξέρετε, γιατί ὁ Χριστός τό θέλει πολύ αὐτό καί συνεχῶς θέλει νά ἀποκαλυφθεῖ, νά φανερωθεῖ.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ράθυμος, εἶναι ξεχασιάρης, κάνει πώς δέν καταλαβαίνει, ξεφεύγει ἀπό δῶ κι ἀπό κεῖ. Ἀλλά ἔτσι κι ἀφήσουμε τήν ψυχή μας πού εἶναι φτιαγμένη μέ τέτοιον τρόπο ὥστε ὄχι ἁπλῶς νά ζητάει τόν Χριστό, ὄχι ἁπλῶς νά μπορεῖ νά βρεῖ τόν Χριστό, ἀλλά νά θελχθεῖ κατά τέτοιον τρόπο, πού τίποτε νά μήν τήν ἀποσπᾶ πλέον ἀπό ἐκεῖ, αὐτό θά γίνει. Καί πρέπει νά γίνει· νά γίνει πρίν φύγουμε ἀπό αὐτόν τόν κόσμο. Ἀλλά γιατί νά μή γίνει αὐτές τίς ἡμέρες; Γιατί νά μή γίνει ἀπόψε;

Νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστό. Ὅπως ἄρχιζε ἀπόψε τό πρῶτο κάθισμα: τόν νυμφίον, ἀδελφοί, ἀγαπήσωμεν. Εἶναι βέβαια μιά προτροπή αὐτό, τό νά ὠθήσουμε τόν ἑαυτό μας, νά σπρώξουμε τόν ἑαυτό μας πρός τόν Χριστό. Αὐτό ὅμως εἶναι ἁπλῶς γιά νά ξυπνήσουμε, ἁπλῶς γιά νά στραφοῦμε πρός τά ἐκεῖ, νά ξεφύγουμε λίγο ἀπό τήν ἀδράνειά μας, ἀπό τήν ὀκνηρία μας, ἀπό τό σκοτάδι στό ὁποῖο βρισκόμαστε, ἀπό τήν παγωνιά στήν ὁποία βρισκόμαστε· δέν εἶναι δυνατόν νά πάει κανείς στόν Χριστό σπρώχνοντας τόν ἑαυτό του.

Ὅλη ἡ γιορτή, ὅλο τό θαῦμα γίνεται, ὅλο τό μυστήριο πραγματοποιεῖται μέ τήν ἕλξη τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἁγιότητα, ἡ ὡραιότητα τοῦ Χριστοῦ τόση, ἡ γλυκύτητα τοῦ Χριστοῦ τέτοια, πού ἁρπάζει, αἰχμαλωτίζει τήν ψυχή καί τήν ἑλκύει τήν ψυχή καί δέν μπορεῖ νά τή φέρει πίσω τίποτε τήν ψυχή. Χρειάζεται ὅμως στήν ἀρχή κάτι ἀπό τήν ἀνθρώπινη πλευρά.

Θά λέγαμε λοιπόν, ἀπό τό ἕνα μέρος εἶναι ὁ Νυμφίος, ὁ Χριστός, ὁ κάλλει ὡραῖος πάρα πάντας ἀνθρώπους. Καί ὁ σημερινός ἄνθρωπος, θά ἔλεγε κανείς ὅτι εἶναι ὁ πιό κατάλληλος γιά νά βρεῖ τόν Χριστό. Καθώς ὁ σημερινός ἄνθρωπος εἶναι μπουχτισμένος ἀπό τά πάντα καί δέν βρῆκε ἱκανοποίηση σέ τίποτε, ἔτσι καί βρεῖ τόν Χριστό, σάν βολίδα θά σπεύσει σ᾿ αὐτόν. Ἀλλά δέν βρίσκεται ὁ Χριστός, ἄν κινεῖσαι μέ φιλαυτία, ἄν κινεῖσαι μέ ἐγωλατρεία· δέν γίνεται ἔτσι.

Τά ἄλλα πράγματα ἔτσι τά ἀναζητεῖ κανείς καί τά βρίσκει γιά νά τόν καταβροχθίσουν, βέβαια. Τόν Χριστό ὅμως τόν βρίσκει κανείς, ἀφοῦ ταπεινωθεῖ, ἀφοῦ πάει κόντρα στή φιλαυτία του, ἀφοῦ πάει κόντρα στήν ἐγωλατρεία του. Τότε ξυπνάει μέσα στόν ἄνθρωπο αὐτός ὁ πόθος γιά τόν Χριστό, τότε ἠλεκτρίζεται ὁ ἄνθρωπος, τότε αἰχμαλωτίζεται ἀπό τόν Χριστό.

Ἀπό τό ἕνα μέρος εἶναι, λοιπόν, ὁ Κύριος, ὁ Νυμφίος, αὐτός πού ἔχει ἕτοιμο τόν νυμφῶνα, αὐτός πού μᾶς ἀναμένει, μέσα ἀπό τό πάθος, μέσα ἀπό τόν θάνατο, μέσα ἀπό τόν τάφο. Ἀπό τό ἄλλο μέρος εἴμαστε ἐμεῖς. Ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμαστε φτιαγμένοι γιά νά εἴμαστε ἡ καθεμιά ψυχή νύμφη τοῦ Χριστοῦ. Εἴμαστε ἔτσι πλασμένοι, γιά νά ἀνήκουμε στόν Χριστό, γιά νά βροῦμε τόν Χριστό, γιά νά ξετρελαθοῦμε, ἄν ἐπιτρέπεται νά πῶ, κάποια φορά ἀπό τήν ἀγάπη του. Ἀλλά δυστυχῶς εἴμαστε  μέσα στήν ἁμαρτία. Καί ἡ ἁμαρτία μᾶς ἔχει κάνει βρώμικους, ἄσχημους, ἀκάθαρτους, παγωμένους, νεκρούς. Τί νά κάνεις ἔτσι; Καί ἄν ἀκόμη κανείς ξεσηκωθεῖ, κι ἄν ἀκόμη κινήσει γῆ καί οὐρανό, κι ἄν ἀκόμη προσπαθήσει, κάνει ἀγώνα, δέν θά γίνει κατάλληλος, δέν θά βρεῖ τόν Χριστό.

Τό βάρος πέφτει ἀλλοῦ, καί τό βρίσκουμε ἐδῶ μέσα στά τροπάρια. Βλέπετε, λέει: Τόν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καί ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ· λάμπρυνόν μου τήν στολήν τῆς ψυχῆς, φωτοδότα, καί σῶσόν με. Δέν λέει: «Περίμενε νά λαμπρύνω τή στολή μου καί νά σωθῶ καί νά ρθῶ». Βλέπει ἡ ψυχή ἀπό τό ἕνα μέρος τόν νυμφῶνα τοῦ Χριστοῦ, βλέπει τόν Νυμφίο, θέλει νά πάει ἐκεῖ, ἀλλά δέν ἔχει κατάλληλο ἔνδυμα καί ξέρει ὅτι δέν μπορεῖ νά τό κάνει ποτέ τό ἔνδυμα της κατάλληλο. Πάλι ὁ Χριστός εἶναι πού θά λαμπρύνει τήν ψυχή, ὁ Χριστός εἶναι πού θά τῆς δώσει τό κατάλληλο ἔνδυμα.

Αὐτό εἶναι τό ὅλο θέμα, αὐτό θέλουν νά ποῦν ὅλα τά τροπάρια. Καί σέ ἐκεῖνο πού λέει: Ὁ Νυμφίος ὁ κάλλει ὡραῖος, παρά πάντας ἀνθρώπους κτλ., παρακαλεῖ πάλι ἡ ψυχή, καθώς αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἀκατάλληλη, νά τή λαμπρύνει ὁ Κύριος καί νά τῆς δώσει κατάλληλο ἔνδυμα, νά τήν κάνει κατάλληλη· αὐτό πού ἴσως δέν τό ἔχουμε καταλάβει καί πού τό ἔχουμε τονίσει καί ἄλλες φορές. Βλέπω πολλούς χριστιανούς νά ἀγωνίζονται, ἀλλά κάνουν λάθος ἀγώνα. Σάν νά θέλουν νά φτιάξουν οἱ ἴδιοι τόν ἑαυτό τους τέτοιον πού πρέπει νά εἶναι, γιά νά τόν δεχθεῖ ὁ Χριστός.

Ἐμεῖς ἀπό τή δική μας πλευρά θά αἰσθανθοῦμε τήν ἁμαρτία μας, θά αἰσθανθοῦμε τήν ὅλη κατάστασή μας καί ἁπλῶς θά ξυπνήσουμε, θά σηκωθοῦμε ἐπάνω, θά κράξουμε, θά φωνάξουμε, γιά νά ποῦμε τά χάλια μας. Καί νά ποῦμε ἐπίσης ὅτι θέλουμε νά μᾶς γιατρέψει, νά μᾶς λαμπρύνει ὁ Κύριος, νά μᾶς καθαρίσει, νά μᾶς δώσει στολή ὁ Κύριος. Ὁ Κύριος εἶναι πού θά μᾶς φτιάξει. Ὁ ὑπερήφανος, ὁ φίλαυτος ἄνθρωπος δέν τό θέλει αὐτό. Καί ὅταν ἀκόμη ἐνθυμεῖται τόν Θεό, καί ὅταν ἀκόμη πηγαίνει στόν Θεό, καί ὅταν ἀκόμη κάνει ἀγώνα νά γίνει ἐνάρετος καί νά εἶναι κατάλληλος γιά τόν Θεό, τό κάνει ἐγωιστικά καί προσέχει τί θά κάνει αὐτός. Καί κάνει ἀγώνα ἀκριβῶς γιά νά φτιάξει τόν ἑαυτό του. Εἶναι λάθος αὐτό. Θά μᾶς φτιάξει ὁ Χριστός.

Ὅποιος τό καταλάβει αὐτό, ὅποιος τό μάθει αὐτό τό μάθημα, ὅποιος παραδοθεῖ ἔτσι στόν Χριστό, κατ᾿ ἀρχήν ταπεινώνεται, ἀφοῦ πάει πιά ὁ ἑαυτός του. Ὁ ἐγωιστής ἔχει τά ἀτού του, ἔχει τίς ἀρετές του, ἔχει τά καλά του, ἄς ποῦμε, καί προσπαθεῖ τάχα νά καλυτερεύσει τόν ἑαυτό του. Δέν λέει νά τό βάλει κάτω. Καί δέν θά πετύχει ποτέ τίποτε. Ὁ ἄλλος ὅμως κατάλαβε ὅτι μέ βάση τά λόγια τοῦ Κυρίου, μέ βάση τό ὅλο πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅ,τι μά ὅ,τι καί νά κάνει εἶναι ἀχρεῖος δοῦλος. Ἑπομένως τελικά λαμπρόν δοῦλον καί καθαρόν δοῦλον καί ἁγνή ψυχή καί κατάλληλη νύμφη τοῦ Χριστοῦ θά κάνει τήν καθεμιά ψυχή ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Θεωρητικά μπορεῖ πολλοί νά τό καταλαβαίνουν αὐτό, νά τό δέχονται καί νά τό λένε καί στούς ἄλλους. Ἀλλά στήν πράξη, ἀπό ὅτι γνωρίζω, ἐλαχιστότατοι εἶναι ἐκεῖνοι πού τό ἔμαθαν αὐτό τό μάθημα καί ἀφήνουν τόν Χριστό νά τούς φτιάξει.

Ἀπόψε μᾶς δίδεται αὐτή ἡ εὐκαιρία νά προσέξουμε αὐτό τό θέμα καί νά μήν εἴμαστε μωρές παρθένες, ἀλλά φρόνιμες. Δηλαδή, μέ σύνεση καί μέ σοφία νά ζητήσουμε τόν Κύριο, νά πλησιάσουμε τόν Κύριο, νά παραδοθοῦμε σ᾿ Αὐτόν, νά τόν εὐχαριστήσουμε, νά ὁμολογήσουμε τήν ἁμαρτία μας, νά τόν ἀγαπήσουμε καί νά ἀφεθοῦμε στά χέρια του νά μᾶς φτιάξει ἐκεῖνος. Καί ξέρει Ἐκεῖνος, ἀρκεῖ ἐμεῖς νά μήν τοῦ ὑποδεικνύουμε πῶς θά μᾶς φτιάξει καί πῶς θά μᾶς χρησιμοποιήσει καί πόσο θά μᾶς πονέσει ἤ πόσο θά μᾶς ταρακουνήσει, ἀλλά ὄντως νά ἀφεθοῦμε στά χέρια του νά μᾶς φτιάξει ἐκεῖνος. Καί ἐκεῖνος θά μᾶς κάνει ὅπως μᾶς θέλει, γιά νά ζήσουμε αἰώνια.

 

1/4/1991