Τό φλέγον πρόβλημα: Τί εἶναι ἡ ἁμαρτία καί πῶς θεραπεύεται
«Ἐν ἀνομίαις συνελήφθην…»
Ὁ κάθε ἄνθρωπος ἔρχεται στόν κόσμο ἁμαρτωλός
Μιά θεμελιώδης ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀναγνώριση τῆς ὑπάρξεως τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἕνα ἀναμφισβήτητο γεγονός. Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος νά μήν εἶναι κοινωνός τῆς ἁμαρτίας, νά μήν εἶναι ἁμαρτωλός, νά μήν ἔχει γεννηθεῖ μέ τήν ἁμαρτία.
Μόλις ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά ὑπάρχει, μαζί μέ αὐτόν ὑπάρχει καί ἡ ἁμαρτία. Εἶναι λοιπόν ἕνα ἀναμφισβήτητο γεγονός ἡ ἁμαρτία, καί ὁπωσδήποτε κάθε ἄνθρωπος πρέπει νά ἀναγνωρίζει τήν ὕπαρξή της στόν ἑαυτό του καί σέ κάθε ἄνθρωπο. Ἀλίμονο σ᾿ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θά θελήσει νά ξεφύγει ἀπό αὐτό, θά θελήσει νά ξεχάσει δηλαδή αὐτή τήν πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας.
Εἴτε τό θέλουμε εἴτε δέν τό θέλουμε, εἴτε τό ἀναγνωρίζουμε εἴτε δέν τό ἀναγνωρίζουμε, ἡ ἁμαρτία ὑπάρχει καί εἶναι συνυφασμένη μέ τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς ὑπάρξεώς του. Γνωρίζουμε αὐτό τό ὁποῖο λέει ὁ προφήτης Δαβίδ: «Ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου».[1] Ὁ ἄνθρωπος συλλαμβάνεται ἐν ἀνομίαις. Τήν πρώτη ἡμέρα τῆς γεννήσεως ἑνός νέου πλάσματος, ὁ ἱερέας ὁ ὁποῖος καλεῖται στό σπίτι πού γεννήθηκε τό παιδί, κάνει εἰδική ἀκολουθία «εἰς γυναῖκα λεχώ», καί τό πρῶτο πράγμα πού ἀναφέρει μιά εὐχή εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: «Ἐν ἀνομίαις συνελήφθημεν καί διά ῥύπου πάντες ἐσμέν ἐνώπιόν σου». Βέβαια, ὅταν τό ἀκούει κανείς αὐτό, ὅτι δηλαδή ἤρθαμε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη μαζί μέ τήν ἁμαρτία, δίνει διάφορες ἑρμηνεῖες σ᾿ αὐτό.
Ὅταν τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή αὐτό, δέν θέλει νά πεῖ ὅτι αὐτή καθ᾿ ἑαυτήν ἡ πράξη, κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη, εἶναι ἁμαρτωλή. Ὅταν ἡ Ἁγία Γραφή ἐπιμένει ὅτι ἐν ἀνομίαις συνελήφθημεν ὁ καθένας, μᾶλλον θέλει νά πεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος γεννιέται ἁμαρτωλός. Ὄχι ὅτι γίνεται κάτι, τό ὁποῖο ἄν δέν γινόταν, δέν θά ἦταν ἁμαρτωλός. Ἀλλά ὅ,τι καί νά γίνει, ἅπαξ καί ἔρθει κανείς στόν κόσμο ὡς ἄνθρωπος ἀπό ἀνθρώπους, γεννιέται ἁμαρτωλός.
Ἐπειδή λοιπόν τό πρῶτο ζεῦγος, ἀπό τό ὁποῖο κατάγεται ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα, κατέστη ἁμαρτωλό –καθώς τό διεπέρασε ἡ ἁμαρτία πού διέφθειρε καί τόν ἕνα καί τόν ἄλλο– γι᾿ αὐτό ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα, ἀκριβῶς ἐπειδή προέρχεται ἀπό ἁμαρτωλή ρίζα, γεννιέται ἁμαρτωλή. Ὁ καθένας μας γεννιέται ἁμαρτωλός. Ἔχει μεγάλη σημασία τό ὅτι ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος στόν κόσμο ἁμαρτωλός. Αὐτό βέβαια ὅλοι τό ξέρουν· ἀκόμη καί τά μικρά παιδιά μαθαίνουν στό σχολεῖο καί ξέρουν γιά τό προπατορικό ἁμάρτημα. Ἀλλά ὅμως δέν τό καταλαβαίνουμε καλά, καί πηγαίνει ὁ νοῦς μας στό ὅτι μέ τό προπατορικό ἁμάρτημα ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς εἶναι ἔνοχος. Δέν σημαίνει αὐτό μόνο.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι σάν μιά μεταδοτική ἀσθένεια
Ἔρχεται ὁ κάθε ἄνθρωπος στόν κόσμο ἁμαρτωλός, διότι προέρχεται ἀπό μιά σάπια, ἀπό μιά διεφθαρμένη ρίζα, καί ἔτσι εἶναι καί αὐτός μολυσμένος. Ὅπως ὅταν ἕνα ζεῦγος πάσχει ἀπό μιά μολυσματική ἀσθένεια θά τή μεταδώσει καί στά παιδιά του, καί θά ἔχουν καί αὐτά τήν ἀσθένεια, ὄχι γιά τόν ἄλφα ἤ βῆτα λόγο, ἀλλά διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φέρνουν τά παιδιά στήν ὕπαρξη πάσχουν ἀπό μιά μολυσματική ἀσθένεια, καί ὡς ἄρρωστοι πού εἶναι, θά τή μεταδώσουν καί στούς ἀπογόνους τους. Ἡ ἁμαρτία εἶναι σάν μιά μεταδοτική ἀσθένεια, πού μεταδόθηκε ἀπό τό πρῶτο ζεῦγος στούς ἀπογόνους, δηλαδή σέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα μέχρι σήμερα, καί θά μεταδίδεται, ἐνόσῳ θά ὑπάρχει ὁ κόσμος. Αὐτό εἶναι ἕνα γεγονός, καί πρέπει ὁ καθένας νά τό πιστέψει ὅτι ἀπό αὐτή τήν ἄποψη ἦρθε ἄρρωστος στόν κόσμο. Ἀλίμονο σ᾿ ἐκεῖνον τόν ἄρρωστο, ἄν μποροῦμε νά ποῦμε ἔτσι, πού προέρχεται ἀπό ἄρρωστους γονεῖς καί δέν ἔχει πιστέψει ποτέ ὅτι εἶναι ἄρρωστος· τότε ποτέ δέν θά θελήσει νά πάει σέ γιατρό καί νά ἐξηγήσει τά διάφορα συμπτώματά του. Ἡ ἁμαρτία λοιπόν εἶναι γεγονός ἀναμφισβήτητο γιά καθέναν πού εἶναι ἄνθρωπος.
Ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει μολυνθεῖ ἀπό τό μικρόβιο τῆς ἁμαρτίας, ἐφόσον κατάγεται ἀπό τό πρῶτο ζεῦγος, τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, καί ἔχει μέσα της αὐτή τήν ἀσθένεια, αὐτό τό μικρόβιο ἐκ μεταδόσεως. Ἐπιπλέον, ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐπηρεάσει καί ὅλη τήν κτίση ὁλόγυρά του. Αὐτό εἶναι τό πνεῦμα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Μολονότι ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι ξένο, κάτι πού δέν εἶναι οὐσία τῆς ψυχῆς, κάτι πού μπῆκε μέσα της ἀπ᾿ ἔξω, ὅμως, ἐπειδή εἶναι κληρονομικό, εἶναι σάν νά εἶναι ἕνα μέ τήν ὕπαρξη, μέ τήν ὀντότητα τοῦ ἀνθρώπου. Μέσα λοιπόν στήν ὕπαρξή μας εἶναι ἡ ἁμαρτία. Δέν πρέπει ἑπομένως νά παραξενευόμαστε, ὅταν ἀνακαλύπτουμε μέσα μας τήν ἁμαρτία, ἀλλά νά τό πάρουμε ἀπόφαση ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί νά δοῦμε τί θά κάνουμε.
Ἀκόμη καί μετά τό βάπτισμα, μένει μέσα μας ἡ ρίζα τῆς ἁμαρτίας ὡς μιά ροπή, ὡς μιά κλίση καί ὤθηση πρός τήν ἁμαρτία
Ἀκόμη καί μετά τό βάπτισμα, πολύ περισσότερο μετά τό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, μένει μέσα στόν ἄνθρωπο ἡ ρίζα τῆς ἁμαρτίας, μολονότι μέ τό βάπτισμα ὁ ἄνθρωπος ἀναγεννᾶται, πραγματικά ξαναδημιουργεῖται καί γίνεται νέος ἄνθρωπος· ἔρχεται στήν κατάσταση πού ἦταν ὁ Ἀδάμ πρίν ἀπό τήν πτώση. Ὅπως τό μέταλλο πού χρησιμοποιοῦν οἱ τυπογράφοι γιά νά τυπώσουν τίς ἐφημερίδες καί τά περιοδικά, μετά τό ρίχνουν πάλι μέσα στό καζάνι καί γίνεται σάν καινούργιο καί τό ξαναχρησιμοποιοῦν,[2] ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος κατά τό βάπτισμα πεθαίνει μέσα στήν κολυμβήθρα καί ξαναδημιουργεῖται μέ τό ἴδιο ὑλικό νέος ἄνθρωπος. Παρά ταῦτα μένει ἡ ρίζα. Ναί, πάλι μένει μέσα του αὐτή ἡ ρίζα ὡς μιά ροπή, ὡς μιά κλίση καί ὤθηση πρός τήν ἁμαρτία.
Ἀφοῦ λοιπόν καί μετά τό βάπτισμα, στό ὁποῖο γίνεται αὐτή ἡ ἀναγέννηση, ἡ ἀναδημιουργία, μένει αὐτή ἡ ροπή, πόσο μᾶλλον μένει μετά τό μυστήριο τῆς μετανοίας καί ἐξομολογήσεως, στό ὁποῖο, κατά τούς Πατέρες καί τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες. Ὁ ἁμαρτωλός καί μετανοῶν καθαρίζεται καί συγχωρεῖται ἀπό τόν Θεό. Παρά ταῦτα ὅμως, ὁρισμένες ἁμαρτίες, θανάσιμες ὅπως λέγονται, ἔστω καί πού ἔχει μετανοήσει κανείς, ἔστω καί πού ἔχει χύσει δάκρυα, μένουν σάν σημάδια, ὅπως μένουν τά σημάδια ἀπό μιά πληγή.
Γι᾿ αὐτό, ἅπαξ καί διαπράξει κανείς ὁρισμένες ἁμαρτίες, δέν γίνεται κληρικός, ὅσο κι ἄν μετανοήσει, ὅσο εἰλικρινή ἐξομολόγηση κι ἄν κάνει. Ἐνῶ, ὁσεσδήποτε ἁμαρτίες κι ἄν ἔκανε ἕνας ἀβάπτιστος, μόλις βαπτιστεῖ, εἶναι σάν νά μήν τίς ἔκανε. Ἡ ρίζα ὅμως κι ἐκεῖ μένει. Ὅ,τι ἔπραξε ὁ ἴδιος ἐξαλείφεται μέ τό βάπτισμα. Ἐξαλείφεται καί τό προπατορικό ἁμάρτημα ὡς ἐνοχή, ἀλλά ὡς ρίζα μένει. Αὐτό εἶναι γεγονός ἀναμφισβήτητο. Τό λέει ἡ Ἁγία Γραφή, τό τονίζουν οἱ Πατέρες, καί λίγο ἄν προσέξει κανείς, θά τό παρατηρήσει ἀνά πᾶσαν στιγμήν στόν ἑαυτό του.
Ἀποκλείεται ἑπομένως εἴτε μέ τό βάπτισμα εἴτε μέ ὁποιοδήποτε μυστήριο νά θεωρηθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀναμάρτητος καί νά ζήσει ὡς ἀναμάρτητος.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά πραγματικότητα. Τί ρόλο παίζει αὐτή ἡ πραγματικότητα στό θέμα τῆς ψυχικῆς ὑγείας;
Ἀφοῦ ἔτσι ἔχουν τά πράγματα σχετικά μέ τό θέμα αὐτό τῆς ἁμαρτίας, μποροῦμε νά φανταστοῦμε τί ρόλο παίζει αὐτή ἡ πραγματικότητα καί στό θέμα τῆς ψυχικῆς ὑγείας, τῆς ὑγείας ἀπό καθαρά ψυχολογική ἄποψη. Ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά πραγματικότητα. Ὅταν ὅμως κανείς τήν ἀγνοεῖ καί ζεῖ σάν νά μήν ὑπάρχει αὐτή, καί ἑπομένως παίρνει μιά ἀνάλογη στάση ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ ἑαυτοῦ του, τότε αὐτή ἡ πραγματικότητα, τό ὅτι δηλαδή ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἁμαρτωλός, ἀπωθεῖται,[3] καί τελικά καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος νευρωτικός. Βέβαια, πρέπει ἐδῶ νά προσέξουμε πολύ. Διότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού παραπονοῦνται ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί –δέν ἀγνοοῦν δηλαδή τήν πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας– ἀλλά συγχρόνως εἶναι καί νευρωτικοί. Καί θά ἔλεγε κανείς ὅτι, ὅσο πιό πολύ προσέχουν τά ἁμαρτήματά τους καί τά λένε καί τά ξαναλένε, τόσο περισσότερο νευρωτικοί γίνονται. Τί γίνεται σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση; Στήν οὐσία, αὐτός ὁ ὁποῖος παραπονεῖται, δέν ἀναγνωρίζει τήν ὕπαρξη τῆς ἁμαρτίας. Τί θά πεῖ αὐτό;
Ἁπλούστατα, ἀντί νά δεῖ τήν ἀδυναμία του, τήν πραγματικότητα τοῦ ἑαυτοῦ του καί νά ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί νά ζητήσει τό ἔλεός του –αὐτό εἶναι ἀναγνώριση τῆς ὑπάρξεως τῆς ἁμαρτίας, ἐνῶ τό ἄλλο, δηλαδή ἡ συνεχής διαμαρτυρία γιά τήν ἁμαρτωλότητά του, δέν εἶναι– θέλει, τρόπον τινά, νά ἔχει τήν ἰδέα καί τήν πείρα ὅτι δέν εἶναι ἁμαρτωλός. Καί ὅσο βλέπει τά ἁμαρτήματά του, τόσο κλωτσάει, γι᾿ αὐτό καί τελικά καταντᾶ νευρωτικός. Μέ ἄλλα λόγια δηλαδή, ὅσο πιό πολύ διαπιστώνει μέν κανείς τίς ἁμαρτίες του καί τά ἐλαττώματά του, ἀλλά κλωτσάει καί δέν τά παραδέχεται, ὥστε νά παρακαλέσει τόν Θεό νά τόν συγχωρήσει, τόσο τά ἀπωθεῖ (ἀπωθεῖ τήν ὅλη πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἐνοχῆς), καί ἔτσι δημιουργεῖται ἡ νευρωτική κατάσταση.
Νά τό πάρουμε ἀπόφαση ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Μόνο ἔτσι θά καταλάβουμε τί θά πεῖ: ἦρθε ὁ Χριστός, γιά νά σώσει τόν κόσμο
Χρειάζεται λοιπόν πραγματικά νά ἀναγνωρίσουμε τήν ὕπαρξη τῆς ἁμαρτίας καί νά τό πάρουμε ἀπόφαση ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Μόνο ἔτσι θά καταλάβει κανείς τί θά πεῖ ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ καί τί θά πεῖ σταύρωση τοῦ Χριστοῦ. Τί θά πεῖ δηλαδή νά ἔρθει ὁ Χριστός, γιά νά σώσει τόν κόσμο. Μόνο ἔτσι· ἀλλιῶς δέν μπορεῖ νά καταλάβει κανείς. Στήν ἐποχή μας, ἔτσι ὅπως κατάντησε ὁ δικός μας ὁ χριστιανισμός, δέν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό Χριστό! Ἄλλος ἀγωνίζεται μόνος του καί δέν αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη τῆς λυτρώσεως πού προσφέρει ὁ Θεός. Ἄλλος πάλι δέν βλέπει καθόλου τήν ἁμαρτία.
Ὑπάρχουν πάρα πολλοί σήμερα πού δέν ἔχουν κάν αἴσθηση ὅτι ὑπάρχει ἁμαρτία, ἑπομένως ὅτι ὑπάρχει θρησκεία, ὅτι ὑπάρχει Θεός. Γι᾿ αὐτό ζοῦν σέ μιά κατάσταση τέτοια, σάν νά μήν εἶναι ἄνθρωποι. Καί τούς βλέπει κανείς καί ἀπορεῖ πῶς διαπράττουν ἁμαρτίες μέ μιά ἄνεση, πού δέν μπορεῖ κανείς νά τήν καταλάβει· σάν νά μή συμβαίνει τίποτε. Τόσο πολύ ἔχει ἀγνοήσει ὁ ἄνθρωπος αὐτός τήν πραγματικότητα αὐτή πού λέγεται ἁμαρτία· καί ἔχει σατανοποιηθεῖ. Ἄλλοι λοιπόν ἀγνοοῦν τήν ὕπαρξη τῆς ἁμαρτίας, καί ἄλλοι ἀγωνίζονται καί ἐνεργοῦν σάν νά μποροῦν νά σωθοῦν χωρίς τή χάρη τοῦ Θεοῦ, σάν νά μήν ὑπῆρχε ἀνάγκη νά ὑπάρχει ὁ Θεός.
Μόνο λοιπόν ὅταν βαθύτατα νιώσει κανείς τήν ὕπαρξη τῆς ἁμαρτίας, κατά τόν τρόπο πού εἴπαμε, μόνο ὅταν νιώσει ὅτι εἶναι ἕνας ἄρρωστος ἐκ κληρονομικότητος πρῶτα καί ἔπειτα ὅτι καί ὁ ἴδιος ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀσθένειας ἔχει διαπράξει σωρεία ἁμαρτημάτων, μόνο ὅταν νιώσει ἔτσι κανείς, θά καταλάβει γιατί ἦρθε ὁ Χριστός στόν κόσμο, καί τί θά πεῖ ὅτι σταυρώθηκε ὁ Χριστός, ὅτι πέθανε γιά τόν ἄνθρωπο, καί τί θά πεῖ ἔλεος καί χάρις τοῦ Θεοῦ. Καί τότε κανείς πιάνεται ἀπό τόν Χριστό καί δέν φεύγει ἀπό κοντά του, γιατί τόν νιώθει ὡς τόν μοναδικό λυτρωτή.
Τί εἶναι ἁμαρτία; Τί εἶναι πτώση;
Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἕνα γεγονός, καί θέλει δέν θέλει ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά παραδεχθεῖ τό γεγονός αὐτό καί στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους. Ἀλλά τί εἶναι ἁμαρτία; Ἡ ἁμαρτία βέβαια εἶναι ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Ἀλλά τί εἶναι ἡ πτώση; Ὅ,τι εἶναι ἡ πτώση, αὐτό εἶναι καί ἡ ἁμαρτία.
Θά ἔλεγε κανείς ὅτι βαθύτερα καί ἀκριβέστερα ἁμαρτία ἤ πτώση δέν εἶναι τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἁπλῶς ἔκανε κάτι. Αὐτό εἶναι μιά ἐκδήλωση, μιά ἔκφραση τῆς ἁμαρτίας. Ἁμαρτία εἶναι κάτι ἄλλο βαθύτερο: ὁ ἄνθρωπος παύει –μέ τήν πτώση του, μέ τήν ἁμαρτία του– νά ἐξαρτᾶται ἀπό τόν Θεό. Παύει νά ἔχει κοινωνία μέ τόν Θεό καί, τρόπον τινά, στρέφεται πρός τόν ἑαυτό του καί αἰσθάνεται μέσα του μιά αὐτάρκεια. Χωρίς τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, χωρίς τήν ἐξάρτηση ἀπό τόν Θεό, ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται αὐτάρκεια. Αἰσθάνεται δηλαδή ὅτι εἶναι κύριος τοῦ ἑαυτοῦ του, εἶναι ἀφεντικό, ὅτι εἶναι κατιτί ὁ ἑαυτός του, καί χάνει αὐτή τήν ἐξάρτηση, αὐτό τό πιάσιμο πού ἔχει ἀπό τόν Θεό.
Ἄν δέν εἶναι αὐτό ἁμαρτία καί εἶναι ὅ,τι ἄλλο, πού συνήθως νομίζουμε, τότε ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι πολύ φτηνό, πολύ λίγο, πολύ μικρό πράγμα. Ἄν ἁμαρτία εἶναι ἡ ἄλφα ἤ βῆτα πράξη, ἡ ἄλφα ἤ βῆτα παρανομία καί κακή ἐκδήλωση, τότε ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι τό πολύ φτηνό, κάτι μέ τό ὁποῖο δέν ἀξίζει νά ἀσχολεῖται κανείς πάρα πολύ. Ἀλλά δέν εἶναι ἔτσι. Ἁμαρτία εἶναι αὐτό τό ἕνα πού εἴπαμε: ὅταν ὁ ἄνθρωπος στραφεῖ στόν ἑαυτό του, λησμονεῖ ὅτι εἶναι ἕνα μηδέν, ὅτι εἶναι χαμένος καί ὅτι πρέπει νά ἔχει ἐξάρτηση ἀπό τόν Θεό. Γι᾿ αὐτό, ἁμαρτία δέν εἶναι ἁπλῶς κάτι προσωπικό, δηλαδή ἔκανα κάτι ἐγώ προσωπικά καί αἰσθάνομαι προσωπική ἐνοχή, ἀλλά εἶναι κάτι καθολικότερο, γενικότερο, καί τρόπον τινά τό σύνολο τῶν ἀνθρώπων δέν εἶναι ἐντάξει ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ.
Ὅπως εἴπαμε, ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά ἀρρώστια. Ἡ αὐτάρκεια αὐτή –τό ὅτι δηλαδή κανείς φεύγει ἀπό τόν Θεό καί στρέφεται στόν ἑαυτό του, τείνει στόν ἑαυτό του καί κατευθύνει τόν ἑαυτό του μόνος του– ὅλο αὐτό εἶναι μιά ἀρρώστια· μιά κατάσταση, μιά καθολική ἀρρώστια, πού μεταδίδεται ἀπό τόν ἕνα στόν ἄλλο, ἀπό τούς γονεῖς στά παιδιά, ἀπό τούς προγόνους στούς ἀπογόνους. Ὁ ἄνθρωπος δηλαδή ἔρχεται ἄρρωστος σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο.
Τί σημαίνει συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας;
Συναίσθηση λοιπόν τῆς ἁμαρτίας σημαίνει συναίσθηση ὅτι κανείς ἔχει χάσει τόν Θεό, τή χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, τήν κοινωνία μέ τόν Θεό καί τήν ἐξάρτηση ἀπό Αὐτόν. Αὐτό σημαίνει συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας. Συναισθάνομαι τήν ἁμαρτία δέν σημαίνει ἁπλῶς ὅτι συναισθάνομαι πώς σήμερα εἶπα ἕνα ψέμα, ἔκανα μιά ἄλλη πράξη μή καλή, σκέφθηκα κάτι μή καλό. (Διότι καί τήν ὥρα πού ἐγώ ἀγωνίζομαι νά κάνω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά μείνω μαζί του, νά σταθῶ στά πόδια μου, νά εἶμαι ἕνας ἠθικός, τίμιος, δίκαιος ἄνθρωπος, ἐφόσον αὐτό τό κάνω γιά νά δικαιώσω τόν ἑαυτό μου, γιά νά μπορῶ νά πῶ «νά, εἶμαι κι ἐγώ κάτι», γιά νά ὑπάρχω μέ τόν ἑαυτό μου καί νά καμαρώνω τόν ἑαυτό μου, τότε καί πάλι εἶμαι ἁμαρτωλός, χωρίς ὅμως νά ἔχω συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας).
Πραγματική συναίσθηση τῆς ἁμαρτίας κυρίως σημαίνει νά συναισθανθεῖ κανείς αὐτή τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, τήν ἔλλειψη τῆς χάριτος, νά συναισθανθεῖ ὅτι ἐμπιστεύεται στόν ἑαυτό του, ἐλπίζει στόν ἑαυτό του, περιμένει κάτι ἀπό τόν ἑαυτό του· νομίζει πώς κάτι εἶναι. Ὅταν τό συναισθάνεται κανείς αὐτό –ὅτι δηλαδή ἔτσι συμβαίνει– τότε συναισθάνεται πραγματικά τήν ἁμαρτία. Ἀλλά εἴτε τό συναισθάνεται κανείς εἴτε ὄχι, ἡ πραγματικότητα αὐτή ὑπάρχει, ὅτι δηλαδή μέ τήν πτώση ὁ ἄνθρωπος ἔφυγε πλέον ἀπό τόν Θεό καί δέν ἔχει πιά διάλογο μαζί του. Ὁ μόνος μέ τόν ὁποῖο μιλάει εἶναι ὁ ἑαυτός του.
Γιατί δέν μποροῦμε νά ἔχουμε διάλογο μέ τόν πλησίον καί νιώθουμε τόση μοναξιά;
Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού δέν μποροῦμε ὁ καθένας ἀπό μᾶς νά ἔχουμε διάλογο καί μέ τόν ἄλλο ἄνθρωπο. Ἐάν κάνουμε μιά ἐπισταμένη ἔρευνα, θά πιάσουμε τόν ἑαυτό μας νά μήν μπορεῖ νά κουβεντιάσει, νά ἔχει διάλογο μέ τόν ἄλλο ἄνθρωπο, νά τόν νιώσει δικό του, ἀδελφό του· νά νιώσει ὅτι καί αὐτός ἀνήκει στόν ἄλλο. Αὐτό συμβαίνει, διότι χάσαμε τόν διάλογο μέ τόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι τριαδικός. Τά τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἔχουν διάλογο, κοινωνία μεταξύ τους σέ ἀπόλυτο βαθμό· «περιχώρηση», ὅπως τό ὀνομάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός[4] καί ὅπως λέγεται στή θεολογική γλώσσα (στή Δογματική).
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ στήν κατάσταση τοῦ κατ᾿ εἰκόνα καί ἑπομένως ἐξαρτᾶται ἀπό τόν Θεό, εἶναι πιασμένος ἀπό τόν Θεό, πιστεύει, ἔχει κοινωνία μετά τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτός μαζί μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους εἶναι, τρόπον τινά, μιά Ἁγία Τριάδα. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στήν ἀρχιερατική του προσευχή λέει ὅτι θέλει ὅλοι ὅσοι πιστεύουν σ᾿ Αὐτόν νά εἶναι ἕνα μεταξύ τους, ὅπως εἶναι ἕνα καί τά τρία πρόσωπα στόν οὐρανό,[5] καί νά ἔχουν ἀγάπη μεταξύ τους, ὅπως ἔχουν καί τά τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος μεταξύ τους.
Ἄν δέν νιώσει κανείς ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός, δέν μπορεῖ νά μετανοήσει
Ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό εἶναι πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά στραφεῖ στόν ἑαυτό του κι ἐκεῖ νά ψάχνει τήν ἄλφα, τή βῆτα, τή γάμα ἀρετή –τό νά εἶναι ἔξυπνος, καλός, νά μπορεῖ νά κάνει τοῦτο ἤ ἐκεῖνο τό καλό κτλ.– ἀκριβῶς διότι εἶναι πεσμένος καί ἔχει ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπό τόν Θεό. Αὐτό τό πράγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία. Καί αὐτή ἡ πραγματικότητα –τό ὅτι δηλαδή ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνας ἀντάρτης, ἕνας ἐπαναστάτης, καθώς ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν Θεό καί ἔχει στραφεῖ στόν ἑαυτό του– εἶναι μέσα στόν ἄνθρωπο, τό θέλει δέν τό θέλει.
Καί ὅσο πιό πολύ δέν μπορεῖ νά τό καταλάβει, νά τό νιώσει κανείς αὐτό τό πράγμα, καί ἑπομένως νά μετανοήσει ἀνάλογα, τόσο θά παραμένει στήν ἁμαρτία. Χρειάζεται δηλαδή νά νιώσει ὁ ἄνθρωπος ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός, τοῦ λείπει ἡ χάρις. Ὄχι ὅτι τοῦ λείπει αὐτό ἤ ἐκεῖνο τό καλό, αὐτή ἤ ἐκείνη ἡ ἀρετή, ἀλλά ὅτι τοῦ λείπει ὁ Θεός, τοῦ λείπει ἡ κοινωνία μετά τοῦ Θεοῦ. Ἄν δέν τό νιώσει αὐτό, δέν μπορεῖ νά μετανοήσει. Ὅταν τό νιώσει αὐτό, μετανοεῖ τότε πραγματικά. Μετάνοια ἐδῶ δέν σημαίνει τό νά πεῖ: «Ὥς τώρα ἔκανα αὐτό, ἀπό αὔριο δέν θά τό κάνω», ἀλλά τό νά πάψει νά εἶναι ἀφεντικό τοῦ ἑαυτοῦ του, νά πάψει νά ψάχνει μέσα στόν ἑαυτό του δικαιοσύνη, ἀρετή, σωτηρία, χαρά ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο καλό. Αὐτά ὅλα νά πάει νά τά βρεῖ στόν Θεό. Τό πᾶν γι᾿ αὐτόν νά γίνει ὁ Θεός.
Ὁ καθένας κανονίζει τή θρησκευτική του ζωή ἔτσι πού ἔχει τόν ἑαυτό του γιά Θεό
Σήμερα οἱ χριστιανοί πολύ λίγο μετανοοῦν. Δύσκολο πράγμα νά βρεῖ κανείς μετανοημένο χριστιανό. Εἶναι πάρα πολλοί αὐτοί πού μέ τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλο τρόπο προσπαθοῦν κάτι νά κάνουν. Ἀλλά πολύ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετανοοῦν πραγματικά. Δέν μποροῦν νά μετανοήσουν πραγματικά, ἀκριβῶς διότι δέν φθάνει πού ἔχει πέσει ὁ ἄνθρωπος καί ἔφυγε ἀπό τόν Θεό καί δέν ἔχει διάλογο μαζί του –ἔμεινε μέ τόν ἑαυτό του– ἀλλά ἀρχίζει νά κανονίζει καί τή θρησκευτική ζωή του μέ κέντρο τόν ἑαυτό του.
Δηλαδή, ἀρχίζει νά γίνεται ἡ θρησκευτική ζωή τέτοια, πού ἔχει τόν ἑαυτό του γιά θεό ὁ ἄνθρωπος. Πόσο μεγάλη ἀλήθεια εἶναι αὐτό τό πράγμα! Τήν ὥρα πού αἰσθάνεται κανείς ἔντονα μιά ἐνοχή, εἶναι δυνατόν νά τήν αἰσθάνεται καί νά προσπαθεῖ νά τήν τακτοποιήσει ὄχι ἔχοντας Θεό τόν Θεό, ἀλλά τόν ἑαυτό του. Καί φυσικά, ἡ ἐνοχή αὐτή δέν μπορεῖ νά τακτοποιηθεῖ, ὅταν ἔχει κανείς ὡς κέντρο τόν ἑαυτό του καί ὄχι τόν Θεό.
Καί ὅταν ἀκόμη κανείς προσεύχεται καί παρακαλεῖ τόν Θεό νά τόν ἀπαλλάξει ἀπό τήν ἐνοχή, ἤ πάει καί ἐξομολογεῖται, ἤ προσπαθεῖ νά μετανοήσει καί παίρνει τήν ἀπόφαση αὔριο νά μήν κάνει αὐτή τήν ἁμαρτία –καί τά κάνει αὐτά, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν ἐνοχή– κατά κανόνα αὐτό γίνεται ὄχι μέ μιά πραγματική μετάνοια, μέ μιά πραγματική ἀλλαγή ἐσωτερική, οὔτε γίνεται κατενώπιον τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ἀλλά κατενώπιον τοῦ ἐγώ. Τίς πιό πολλές φορές τό βίωμα αὐτό τῆς ἐνοχῆς ἀπωθεῖται στό ὑποσυνείδητο, διότι ὁ θεός πού εἶναι μέσα μας, δηλαδή τό ἐγώ, δέν καταδέχεται νά τό ἀνεχθεῖ, νά τό συγχωρήσει, νά τό τακτοποιήσει. Κι ἔτσι ἀπωθεῖται.
Ὅταν ὅμως κανείς ἔχει συναίσθηση ὅτι ἔπεσε, ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά τακτοποιήσει τήν ἁμαρτία του καί ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος μέ τόν ὁποῖο πρέπει νά ἔχει διάλογο καί ἀπό τόν ὁποῖο πρέπει νά ἐξαρτᾶται καί νά περιμένει τή χάρη, τότε εἶναι διαφορετικά τά πράγματα. Ἀλλιῶς αἰσθάνεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλιῶς ζεῖ τή μετάνοια, ἀλλιῶς γίνεται μέσα του ἡ ἀλλαγή καί ἡ μεταμόρφωση. Ὅπως ἐπίσης, ἄλλη εἶναι ἡ διάθεσή του καί ἡ στάση πού παίρνει ἀπέναντι στήν ἁμαρτία, καί ἄλλη εἶναι, ὅταν νιώθει τήν ἁμαρτία αὐτή σάν κάτι τό προσωπικό, πράγμα πού ἔχει νά κάνει μέ τόν ἑαυτό του, μέ τό ἐγώ του, μέ τόν θεό πού εἶναι μέσα του καί ὄχι μέ τόν ἀληθινό Θεό. Καί αὐτό εἶναι αὐτάρκεια.
Πολλοί χριστιανοί, ἰδίως στίς μέρες μας, προσπαθοῦν νά εἶναι καλοί χριστιανοί, καί ἑπομένως προσπαθεῖ κανείς νά κάνει τό ἄλφα καλό ἤ νά μήν κάνει τό βῆτα κακό. Ὅταν κάνει κάποιο κακό, αἰσθάνεται ἔνοχος καί βρίσκει ἕναν τρόπο νά καθησυχάσει τή συνείδησή του. Μετάνοια ὅμως δέν μπορεῖ νά βρεῖ. Τή μετάνοια δέν τήν ἔνιωσε· μετάνοια δέν ἔχει μέσα στήν ψυχή του. Ἡ ἀλλαγή, ἡ μεταμόρφωση δέν ἔγινε μέσα του, γιατί κάπου ἐκεῖ κρύβεται ἕνα κάτι, πού δέν θέλει νά παραδεχθεῖ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα «πτῶμα»· κάτι δηλαδή πού ἔπεσε, πού εἶναι ἁμαρτωλό.
Κι ἔτσι ἁμαρτωλός νά παρουσιαστεῖ κανείς μπροστά στόν Θεό καί μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά ζεῖ ὡς χριστιανός, ὡς μετανοημένος. Δέν τό κάνει ὅμως αὐτό. Καί ἐπειδή πιστεύει πώς εἶναι «κάποιον τι», ἀρχίζει ὕστερα: «Μήπως ἔκανα τοῦτο ἤ ἐκεῖνο; Μήπως ἔπεσα; Μήπως εἶμαι πολύ ἁμαρτωλός; Πώ, πώ, τί ἔπαθα!» Καί καταντᾶ ἕνας νευρωτικός ἄνθρωπος κανείς. Ἤ καταντᾶ σέ μιά φαρισαϊκή, ὑποκριτική εὐσέβεια, σέ μιά αὐτάρκεια, μιά αὐτο‑ἱκανοποίηση.
Νά νιώθω συνεχῶς ὅτι εἶμαι μέσα στήν κόλαση καί νά μετανοῶ
Θά μποροῦσε κανείς τούς χριστιανούς τῶν ἡμερῶν μας νά μᾶς χωρίσει σέ δύο κατηγορίες. Στή μιά εἶναι ἐκεῖνοι πού εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπό τήν τάση τή φαρισαϊκή, καί στήν ἄλλη ἐκεῖνοι πού εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπό τήν τάση τή νευρωτική. Γι᾿ αὐτό ὁ μοναχισμός μέσα στήν Ἐκκλησία ἐκφράζει τό ἀληθινό πνεῦμα της. Μετά ἀπό τά πρῶτα χρόνια τοῦ χριστιανισμοῦ, πού ἦταν χρόνια χαρισμάτων –ὅπου νά ᾿ναι ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἔλεγαν οἱ πρῶτοι χριστιανοί– ἀκολούθησαν οἱ διωγμοί. Κατά τά χρόνια τῶν διωγμῶν, πού ἦταν χρόνια κατά τά ὁποῖα οἱ χριστιανοί ἀνά πᾶσαν στιγμήν πάλευαν μέ τόν θάνατο, καί ἦταν παρών στή ζωή τους ὁ Θεός, ἡ ζωή τῶν μαρτύρων ἐξέφραζε τό ἀληθινό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἀργότερα ἡ οὐσία καί τό θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ χριστιανισμοῦ ἦταν ὁ μοναχισμός. Καί μέχρι σήμερα ἔτσι πρέπει νά εἶναι, ὅπου βέβαια ὑπάρχει σωστός μοναχισμός.
Εἶναι ἀδιανόητο σέ ἕνα μοναχό, σέ ἕναν καλόγηρο νά ἀφήσει νά περάσει ἀπό τό μυαλό του ἡ σκέψη νά κάνουν μιά προσπάθεια πνευματική στό μοναστήρι, γιά νά παρουσιάσουν τό σύνολο τοῦ μοναστηριοῦ σάν βιτρίνα χριστιανική. Ἀλλά τί; Ὁ κάθε μοναχός, ὁ κάθε ἀσκητής κλαίει τίς ἁμαρτίες του. Καί ὁ πιό μεγάλος ἅγιος κλαίει τίς ἁμαρτίες του. Καί κλαίγοντας τίς ἁμαρτίες του, ἔχει τόν Θεό, τό φῶς τοῦ Θεοῦ, τή χάρη του, καί εἶναι στόν παράδεισο. Δέν ὑπάρχει ἐνδιάμεσο. Ἀπό τήν κόλαση πού νιώθει –καθώς κλαίει καί ὀδύρεται ἐν μετανοίᾳ ἀλλά μέ ἐλπίδα στόν Θεό– ἀμέσως βρίσκεται στόν παράδεισο, στή χαρά, στό φῶς, στήν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση.
Εἶναι ἀδιανόητο λοιπόν σέ ἕνα μοναχό νά παρουσιαστεῖ, εἴτε ὡς ἄτομο εἴτε ὡς σύνολο, σάν μιά βιτρίνα χριστιανική. Ἄλλο τώρα πῶς βλέπει ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Ὁ ἕνας τόν ἄλλο τόν βλέπει ἅγιο, κι ἐκεῖνος τοῦτον ἐδῶ τόν βλέπει ἅγιο. Ἀλλά ὁ καθένας μοναχός βλέπει τόν ἑαυτό του πάντοτε ὡς ἕναν ἁμαρτωλό, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκη νά κλαίει συνεχῶς, νά μετανοεῖ. Καί ποτέ δέν ἐπιτρέπει στόν ἑαυτό του νά νιώσει μιά αὐτάρκεια· νά πεῖ δηλαδή: «Κάτι πέτυχα, κάτι εἶμαι. Εἶμαι ἅγιος». Τουναντίον, νιώθει νά εἶναι μεγάλος ἁμαρτωλός, καί ἑπομένως σάν νά εἶναι μέσα στήν κόλαση, ἀλλά συγχρόνως νιώθει νά εἶναι καί μέσα στόν παράδεισο. Νιώθει ἀπό τό ἕνα μέρος πεσμένος, καί ἀπό τό ἄλλο μέρος, καθώς μετανοεῖ, ἔρχεται ὁ Θεός καί τόν κάνει ἅγιο.
Ἐάν αὐτά τά ὁποῖα λέμε ἀληθεύουν, τότε εἶναι πρόβλημα μεγάλο κατά πόσον ἡ χριστιανική μας ζωή καί πορεία εἶναι κάτω ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, κατά πόσον αὐτά ὑπάγονται στή θρησκεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ὄχι στή θρησκεία τοῦ ἀτομικοῦ μας θεοῦ. Αὐτό πρέπει κανείς νά τό ξεκαθαρίσει, ὅσο εἶναι δυνατόν, καί νά τό νιώσει. Νά νιώσει τήν ἁμαρτία, τήν πτώση ὅλης τῆς ὑπάρξεώς του, διότι ὁ ὅλος ἄνθρωπος εἶναι πεσμένος.
Ἔπεσε σημαίνει ὅτι ξεκρεμάστηκε ἀπό τόν Θεό. Κόπηκε τό σχοινί, μέ τό ὁποῖο ἦταν πιασμένος ἀπό τόν Θεό, καί μέσῳ τοῦ ὁποίου περνοῦσε ἡ θεία ζωή σ᾿ αὐτόν. Καί τώρα σωτηρία δέν σημαίνει νά κάνει ὁ ἄνθρωπος τοῦτο ἤ ἐκεῖνο, ἀλλά νά νιώθω συνεχῶς ὅτι εἶμαι μέσα στήν κόλαση καί νά μετανοῶ. Καί ἐνόσῳ μετανοῶ, ὁ Θεός ἔρχεται καί μέ βρίσκει, ὁπότε τό σχοινί ξαναδένεται, καί ἔτσι ὁ Θεός εἶναι μ᾿ ἐμένα κι ἐγώ μ᾿ Ἐκεῖνον.
Πτώση δέν σημαίνει μόνο ὅτι ἔπεσε κανείς, ἀλλά καί πώς δέν καταλαβαίνει ὅτι ἔπεσε
Ἄν τυχόν κάποτε τά καταλάβουμε βιωματικά ὅσα εἴπαμε, αὐτό εἶναι· λύθηκε τό πρόβλημα. Διότι αὐτά δέν εἶναι θέματα νά τά καταλάβει κανείς μέ τό μυαλό. Ἀκούει κανείς μερικά λόγια, κάνει κάποιες σκέψεις ἤ διαβάζει ἕνα βιβλίο, ἀλλά σκοπός εἶναι κάτι μέσα στόν ἄνθρωπο νά σπάσει, νά ἀλλάξει. Ἄν αὐτό δέν γίνει, δέν καταλαβαίνει αὐτά πού ἀκούει ἤ διαβάζει. Κατά κάποιον τρόπο, τό κατανοεῖν, τό ἀντιλαμβάνεσθαι ἐδῶ σημαίνει τό ζῆν.
Πρέπει νά ὁμολογήσουμε τοῦτο, ὅτι ἀπό τότε πού ὑπάρχει ἁμαρτία –καί ὑπάρχει ἀπό τότε πού ἔπεσε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος– μέχρι σήμερα, αὐτή ἡ ἀδυναμία νά μπορεῖ νά καταλάβει ὁ ἄνθρωπος αὐτό πού λέμε, ὑπάρχει μέσα στή φύση του. Εἴχαμε πεῖ γιά τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα πώς δέν καταλαβαίνουν ὅτι τώρα, μετά τήν πτώση τους, ἀλλιῶς ἀρχίζουν νά σκέπτονται καί ἀλλιῶς βλέπουν τά πράγματα, καί νά ποῦν «ἥμαρτον». Δέν τό καταλαβαίνουν. Ἔκτοτε καί μέχρι σήμερα αὐτό τό ζεῖ κάθε ἄνθρωπος. Πτώση δέν σημαίνει μόνο ὅτι ἔπεσε κανείς, ἀλλά καί πώς δέν καταλαβαίνει ὅτι ἔπεσε. Εἶναι φανερό, τό νιώθει ὅτι κάτι δέν πάει καλά μ᾿ αὐτόν, ἀλλά δέν καταλαβαίνει πῶς καί τί.
Φοβᾶται στόν δρόμο, καθώς πηγαίνει νά βρεῖ τόν Θεό ὁ ἄνθρωπος, καί γυρίζει στόν ἑαυτό του
Ἐκτός ὅμως ἀπό αὐτό, στά χρόνια μας ἔχει καλλιεργηθεῖ, ἴσως ὄχι σκόπιμα, αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ εὐσέβεια: νά παρακολουθεῖ κανείς, νά προσέχει μερικά ἐξωτερικά πράγματα στή ζωή του: «Μαλώνω-δέν μαλώνω, λέω ψέματα-δέν λέω, μιλῶ ἤ δέν μιλῶ μ᾿ ἐκεῖνο τό πρόσωπο, πάω στήν ἐκκλησία ἤ δέν πάω, κάνω προσευχή ἤ δέν κάνω, εἶπα τοῦτο ἤ δέν εἶπα, σκέφτηκα τοῦτο ἤ δέν σκέφτηκα». Κάπου ἐκεῖ στρέφεται ἡ ὅλη μας πνευματική προσπάθεια.
Ἀλλά αὐτή ἡ προσπάθεια γίνεται κατά τέτοιον τρόπο, σάν νά περιμένουμε νά μᾶς πεῖ ὁ Θεός «μπράβο». Πῶς νά τό ποῦμε; Ὅ,τι κάνουμε γίνεται κατά τέτοιον τρόπο, καί εἴμαστε διατεθειμένοι νά κάνουμε καί τίς πιό μεγάλες θυσίες, προκειμένου νά πετύχουμε αὐτό. Ποιό δηλαδή; Νά μή χαθεῖ ὁ ἑαυτός μας, νά μή νιώσουμε ὅτι πεθάναμε καί ὅτι γιά μᾶς ζωή, ὕπαρξη, τό πᾶν εἶναι ὁ Θεός. «Ὑπάρχω, γιατί ὑπάρχει ὁ Θεός. Εἶμαι, γιατί εἶναι ὁ Θεός. Ζῶ, γιατί ζεῖ ὁ Θεός» κτλ. Μόλις κανείς σκεφτεῖ ἔτσι, μόλις ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπό τόν ἑαυτό του κατά ἕναν τέτοιον τρόπο καί πάει νά πιαστεῖ ἀπό τόν Θεό, ἀμέσως ἀπελπίζεται καί γυρίζει πάλι στόν ἑαυτό του. Φοβᾶται στόν δρόμο, καθώς πηγαίνει νά βρεῖ τόν Θεό, καί γυρίζει στόν ἑαυτό του, καί ἄντε πάλι ἀπό τήν ἀρχή γύρω ἀπό τόν ἑαυτό του, καί δῶσ᾿ του λιβάνι στόν ἑαυτό του καί ἀρετές ὅσες θέλει· καί ὁ Θεός παίζει τόν ρόλο τοῦ ὑπηρέτη.
Ἐγωλατρική θρησκεία: σάν ἕνα ἄγαλμα ὁ ἑαυτός μας θέλει ὅλοι νά ὑπηρετοῦν αὐτό τό ἄγαλμα, καί ὁ Θεός μαζί
Ἐάν κανείς προσεύχεται στόν Θεό καί ζητάει τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν του καί τήν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, τά ζητάει μέ ἕνα τέτοιο πνεῦμα: σάν νά εἶναι ὁ Θεός ὑπηρέτης του. Γιά νά τό καταλάβουμε, νά ποῦμε τό ἑξῆς. Αὐτή τή στιγμή νιώθω μιά ἐνοχή. Καθώς συγκλονίζεται ἡ συνείδησή μου ἀπό τίς τύψεις πού νιώθω, καταφεύγω στόν Θεό –ὄχι ὅμως ἔχοντας τόν Θεό ὡς Θεό μου– καί προσεύχομαι καί τόν παρακαλῶ νά μέ συγχωρήσει, ὥστε ὁ ἑαυτούλης μου νά ἡσυχάσει. Αὐτό εἶναι μιά προσωπική, ἐγωλατρική θρησκεία ἀνθρώπινη· εἶναι μιά εἰδωλολατρική θρησκεία. Εἶναι δηλαδή σάν ἕνα ἄγαλμα ὁ ἑαυτός μας στημένο κάπου ἐκεῖ, καί θέλουμε ὅλοι νά ὑπηρετοῦν αὐτό τό ἄγαλμα, καί ὁ Θεός μαζί. «Θεέ, τό ἄγαλμα αὐτό κλονίζεται. Τρέξε κι Ἐσύ νά τό στυλώσεις», σάν νά τοῦ λέμε.
Πολλές φορές ἔτσι μοιάζει ἡ προσευχή πού κάνουμε στόν Θεό, προκειμένου νά συγχωρήσει μιά ἐνοχή πού ἔχουμε. Ὄχι ὅτι δέν πρέπει νά προσεύχεται κανείς στόν Θεό νά ἔλθει στήν καρδιά του καί νά τοῦ συγχωρήσει τήν ἐνοχή, ἀλλά ἡ προσευχή αὐτή πολλές φορές γίνεται ἀκριβῶς γιά νά μήν πάθει τίποτε τό ἀγαλματάκι αὐτό. Ἐνῶ ἡ ἐνοχή πού ἔρχεται, καθώς ἔγινε ἡ ἁμαρτία, ἔρχεται γιά νά γκρεμίσει τό ἄγαλμα. Ἄφησέ την νά γκρεμίσει τό ἄγαλμα αὐτό, καί ὅλα πεσμένα, συντρίμμια, νά δοθοῦν στόν Θεό, καί νά ἔλθει ὁ Θεός νά στηθεῖ μέσα ἐκεῖ, ἀνάμεσα στά ἐρείπια αὐτά, καί νά γίνεις ἔτσι παιδί τοῦ Θεοῦ. Τί γίνεται μέσα στίς ψυχές! Μεγάλες θυσίες μπορεῖ νά κάνει κανείς, μόνο καί μόνο γιά νά μείνει ἔστω καί ἕνα κομμάτι ἀπό τό ἄγαλμα ὄρθιο.
Τά πάντα παντοῦ μαρτυροῦν τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ
Σήμερα ἀρχίζει νά ἐπικρατεῖ ἕνα πνεῦμα ὅτι τίποτε δέν εἶναι ὄρθιο σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο. Τίποτε δέν εἶναι πού νά μπορεῖ νά δείξει τόν Θεό· τά πάντα παντοῦ μαρτυροῦν τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό θά βγεῖ σέ καλό. Ἄν σιγά-σιγά ζήσουμε αὐτή τήν πραγματικότητα, ὅτι ὁ Θεός λείπει καί ἀπό τίς καρδιές μας καί ἀπό τά σπίτια μας καί ἀπό τόν δρόμο κτλ. –ὅπου καί νά πᾶτε, ὁ Θεός λείπει– ἄν αὐτό τό ζήσουμε, θά βγεῖ σέ καλό.
Καί σύμφωνα μέ αὐτά πού λέμε ἐδῶ αὐτή τή στιγμή, λείπει καί ἀπό τίς ἐκκλησιές καί ἀπό τίς συγκεντρώσεις πού κάνουμε κτλ. Αὐτό νά γίνει συναίσθηση, ὅτι ὁ Θεός λείπει, ἀλλά συγχρόνως ὅμως νά ἀρχίσουμε νά τόν περιμένουμε. Ὄχι νά ἀρχίσουμε νά τόν φτιάχνουμε ἐμεῖς τόν Θεό. Διότι, ὅπου προσπαθοῦμε ἐμεῖς νά τόν φτιάξουμε καί νά τόν ἔχουμε ἀνάμεσά μας, ἀπό κεῖ λείπει ὁ Θεός περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι λείπει ἀπό ἄλλα μέρη, πού δέν φτιάχνουν τίποτε.
Νά παραδεχθοῦμε αὐτή τήν καθολική πτώση μας, καί ὅτι ὁ Θεός δέν ὑπάρχει ἀνάμεσά μας, καί ἑπομένως νά τόν περιμένουμε, νά τόν προσδοκοῦμε, νά πιστεύουμε, νά ἐλπίζουμε. Τότε, αὐτό τό κενό πού δημιουργεῖται ἕνεκα τοῦ ὅτι ὁ Θεός δέν ὑπάρχει ἀνάμεσά μας, ἀμέσως θά γεμίσει ἀπό τόν Θεό. Ἄς δοκιμάσει ὁ καθένας μας ἀπό σήμερα. Νά βάλει κάτω τόν ἑαυτό του καί νά τόν χτυπήσει σάν χταπόδι καί νά τόν ἀφήσει πεταμένο μπροστά στά πόδια τοῦ Θεοῦ, μπροστά στό βλέμμα τοῦ Θεοῦ ἕνα πτῶμα, ἕνα ἐρείπιο, ἕνα τίποτε. Αὐτό τό «πτῶμα», αὐτό τό «νεκρό ὄν», αὐτό τό ἐρείπιο, δέν θά περάσει πολλή ὥρα καί ὁ Θεός θά ἀρχίσει νά τό ζωντανεύει, νά τοῦ δίδει τή χάρη του, τό Πνεῦμα του, νά τό γεμίζει μέ τήν παρουσία του. Καί αὐτό τό «πτῶμα» θά ἀρχίσει νά ἔχει διάλογο καί κοινωνία μέ τόν Θεό καί μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους.
Σκοπός εἶναι νά μπολιαστεῖ κανείς μέ τό μπόλι τοῦ Χριστοῦ
Ἐπειδή εἶναι δύσκολο τό περί ἁμαρτίας θέμα, θά προσθέσω κάτι ἀκόμη· ἕνα παράδειγμα σχετικά μέ τό μπόλιασμα τῶν δένδρων. Γιά νά κάνουμε ἥμερο ἕνα ἄγριο δένδρο, π.χ., μιά ἀγριοαχλαδιά, ὁ εἰδικός κόβει ἐντελῶς-ἐντελῶς ὁριζόντια τόν κορμό του –ἄλλοτε μπορεῖ καί πλάγια· νομίζω ὅτι γίνεται καί ἕνα τέτοιο πράγμα– σύρριζα κάτω στό χῶμα ἤ μερικά ἑκατοστά πάνω ἀπό τήν ἐπιφάνεια τοῦ χώματος.
Σ᾿ αὐτή τήν ὁριζόντια ἐπιφάνεια ἀνοίγει μέ μαχαίρι σχισμές, καί ἀφοῦ προηγουμένως ἔχει ἑτοιμάσει τά κλωναράκια πού ἔχει πάρει ἀπό ἥμερο δένδρο καί τά ἔχει κάνει λεπτά στό κάτω μέρος, τά μπήγει στίς σχισμές, ἔτσι ὥστε νά κολλήσουν, τρόπον τινά, στό ἄγριο δένδρο. Καί ἀνάλογα μέ τό πόσο χοντρός εἶναι ὁ κορμός τοῦ δένδρου, βάζει τέσσερα ἤ δύο κλωναράκια ἤ καί ἕνα. Ἔπειτα δένει τόν κορμό στή θέση αὐτή καί βάζει κερί στίς σχισμές, γιά νά μήν πάρει ἀέρα. Κάνοντας αὐτή τήν πράξη, τό μπόλιασμα, κάνουμε τό πᾶν, γιά νά φτιάξουμε τό δένδρο καινούργιο. Καθώς οἱ χυμοί πού παίρνει τό ἄγριο δένδρο μέσα ἀπό τό χῶμα μέ τίς ρίζες φθάνουν σ᾿ ἐκεῖνο τό σημεῖο πού εἶναι τό μπόλι, μπαίνουν μέσα στό κλωναράκι, καί ἔτσι γίνεται μπολιασμένο δένδρο, καινούργιο δένδρο, καλό δένδρο, πού κάνει καλούς καρπούς. Φαίνεται καθαρά ὅτι τό ἄγριο δένδρο μπαίνει μέσα στό ἥμερο καί ἔτσι γίνεται ἥμερο. Ὄχι ὅτι ἁπλῶς ἔρχεται τό ἥμερο νά ἡμερέψει τό ἄγριο. Πρέπει νά μπεῖ τό ἄγριο μέσα στό ἥμερο.
Ὅμως χρειάζεται, ἀφοῦ μπολιάσουμε τό δένδρο, νά τό περιποιούμαστε, νά τό προσέχουμε, νά τό παρακολουθοῦμε, ὥστε τό μπόλι νά βλαστήσει καί σιγά-σιγά νά μεγαλώσει, νά γίνει δένδρο. Διότι δέν θά γίνει τίποτε, ἄν δέν πιάσει τό μπόλι, ἄν δέν προχωρήσει τό μπόλι, ἤ ἄν τό παρατήσουμε, ὁπότε θά πεταχτοῦν ἀπό τήν ἄγρια ρίζα βλαστοί, ἄγριοι βλαστοί, καί μάλιστα μέ πολλή ὁρμή, μέ πολλή δύναμη, καί θά φτιάξουν ἕνα δένδρο μέ ὅλη τήν ἀγριότητά του καί μέ ὅλο του τόν ὀργασμό.
Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν βαπτίζεται, κόβεται ἀπό τή ρίζα· πεθαίνει μέσα στήν κολυμβήθρα, καί ἀπό κεῖ βγαίνει νέος ἄνθρωπος. Ὁ νέος ἄνθρωπος εἶναι ἕνα μπόλι ἀπό τόν Χριστό, ὅπως συμβαίνει καί στό δένδρο πού μπολιάζεται, ὅπου τό μπόλι εἶναι ἕνα ἥμερο κλαδί, πού ἐγκεντρίζεται στό ἄγριο δένδρο. Σκοπός εἶναι νά μπολιαστεῖ κανείς μέ τό μπόλι τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ ἄνθρωπος λοιπόν, ὅταν βαπτίζεται, γίνεται νέος ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος. Δέν φτάνει ὅμως, ὅπως εἴπαμε, νά μπολιαστεῖ ἕνα δένδρο. Χρειάζεται νά τό παρακολουθήσει ὁ εἰδικός, ὥστε νά μεγαλώσει τό νέο δένδρο, τό μπόλι, καί νά μήν ξαναβγοῦν ἀπό τή ρίζα βλαστάρια τοῦ ἄγριου δένδρου. Ἔτσι, δέν φτάνει νά βαπτιστεῖ κανείς. Χρειάζεται νά παρακολουθήσει τόν ἑαυτό του μέσα στήν Ἐκκλησία, ὥστε νά ζεῖ ὡς βαπτισμένος, καί νά μήν ξεπεταχτεῖ πάλι ἀπό τή ρίζα ὁ παλαιός ἄνθρωπος.
Ὅ,τι ζεῖ μέσα σου νά εἶναι ζωή Χριστοῦ
Ἐδῶ εἶναι ὅλο τό μυστικό. Ἄλλο πράγμα εἶναι νά αἰσθάνεται κανείς πεθαμένος, καί ὅ,τι ζεῖ μέσα του νά εἶναι ζωή Χριστοῦ, καί ἄλλο εἶναι νά ἔχει βαπτισθεῖ κανείς, καί ἔτσι νά ἔχει πεθάνει καί νά ἔχει ἀναγεννηθεῖ ἐν Χριστῷ, ἀλλά ἐν τῷ μεταξύ ἀπό τήν ἄγρια ρίζα νά ἔχουν ξεπεταχτεῖ βλαστάρια, καί ἔτσι, ὅ,τι κάνει κανείς –ὅλη ἡ φροντίδα μήν πέσει σέ τοῦτο τό σφάλμα ἤ μήν τυχόν δέν ἀποφύγει τό ἄλλο– ἡ ὅλη μέριμνά του νά εἶναι πῶς νά περιποιηθεῖ ὄχι τόν νέο ἄνθρωπο, ἀλλά τό βλαστάρι τοῦ ἄγριου δένδρου.
Ἑπομένως, δέν βγαίνει τίποτε μέ αὐτό πού κάνει κανείς. Ὄχι μόνο εἶναι χαμένο ἔργο, ἀλλά εἶναι καί γιά τήν καταδίκη σου. Διότι, ἀντί νά ἀνοίξεις τά μάτια σου καί νά πεῖς: «Τί γίνεται ἐδῶ; Αὐτά τά βλασταράκια πού ξεπετάχτηκαν καί πού ἔχουν τόση δύναμη, κι ἐγώ τά περιποιοῦμαι, αὐτά ξεπετάχτηκαν ἀπό τό ἄγριο δένδρο. Πρέπει τελείως νά φύγουν ἀπό τή μέση. Ἄν δέν μπορῶ νά τά κόψω καί νά τά πετάξω, τουλάχιστον νά τό ξέρω ὅτι αὐτά εἶναι βλαστάρια τοῦ ἄγριου δένδρου, τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου», ἐσύ περιποιεῖσαι τό ἄγριο δένδρο.
Ὅταν λοιπόν κανείς δέν ἔχει βαθιά συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός του, δέν ἔχει συναίσθηση ὅτι ἔχει μιά ἀρρώστια, καί ὅτι ναί μέν μέ τό βάπτισμα ἀναγεννήθηκε ἐν Χριστῷ, ἀλλά πιθανόν νά μή ζεῖ αὐτός ὁ νέος ἄνθρωπος, τότε μπορεῖ καί νά καμαρώνει τόν ἑαυτό του γιά τό ὅποιο πνευματικό ἔργο κάνει στήν ψυχή του. Καί δέν πάει καθόλου τό μυαλό του πόσο κακό κάνει μέ τό νά καμαρώνει τόν ἑαυτό του. Διότι, ἀπό τή στιγμή πού θά ἀρχίσει κανείς νά κάνει ἔτσι, σημαίνει ὅτι κάποιο βλαστάρι βγῆκε ἀπό τό ἄγριο δένδρο, ἀπό τόν παλαιό ἄνθρωπο.
Ὅταν λοιπόν κανείς δέν ἔχει βαθιά συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός του –καί ἑπομένως δέν εἶναι ταπεινωμένος, διαρκῶς μετανοημένος καί πιασμένος ἀπό τόν Θεό, νά περιμένει Αὐτός νά τροφοδοτήσει αὐτό τό νέο βλαστάρι, γιά νά μεγαλώσει ὁ νέος ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος– τότε πιάνεται ἀπό αὐτά τά βλαστάρια τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Τί ὠφελεῖ ἐάν προσπαθεῖ νά ἀποφύγει τό ἕνα, τό ἄλλο, ἐάν προσπαθεῖ νά κάνει τούτη τήν ἐντολή, τήν ἄλλη; Αὐτά ὅλα μοιάζουν μέ τό κλάδεμα τοῦ βλασταριοῦ πού βγῆκε ἀπό τό ἄγριο δένδρο. Τίποτε δέν γίνεται, καί ἐπιπλέον δέν ἔχει κανείς τή συναίσθηση ὅτι ἔχει νά κάνει μέ τό ἄγριο δένδρο, τό ὁποῖο τόσο καμαρώνει καί τόσο περιποιεῖται. Καί αὐτό τό πράγμα θά εἶναι ἡ καταδίκη του.
Νά ζήσει τό μπόλι
Ἐάν προσέξουμε καλά, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἴσως θά διαπιστώσουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ζεῖ μέσα μας –καί τόν ὁποῖο ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά περιποιηθοῦμε, νά τόν βάλουμε σέ μιά σειρά καλή, νά τόν παρουσιάσουμε μπροστά στά μάτια μας καί στά μάτια τῶν ἄλλων ὡς καλό– ὁ ἄνθρωπος αὐτός εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρέπει νά πεθάνει.
Γιά σκεφτεῖτε τώρα, κάτι τό ὁποῖο πρέπει νά πεθάνει ἀπό τή ρίζα του, ἐμεῖς νά τό θεωροῦμε ὡς κατόρθωμά μας, ὡς καμάρι μας, ὡς κάτι τό ὁποῖο λατρεύουμε! Καί ὅλη αὐτή ἡ φροντίδα εἶναι μιά θρησκεία, μιά λατρεία πού γίνεται γιά τόν θεό-ἑαυτό μας· δέν γίνεται γιά τόν ἀληθινό Θεό. Αὐτό τό πράγμα πρέπει νά πεθάνει, καί νά ζήσει τό μπόλι. Ἄν ζεῖ ὁ Χριστός μέσα μας, μή στρέφουμε τήν προσοχή μας στόν ἑαυτό μας. Μόνο στόν Χριστό, ζώντας μέ μετάνοια, μέ ταπείνωση, φοβούμενοι μήπως ξεπεταχτοῦν τυχόν βλαστάρια ἀπό τό ἄγριο δένδρο.
Ἐμεῖς δέν θά κάνουμε τίποτε;
Γεννᾶται ὅμως τό ἐρώτημα: «Ἐμεῖς δέν θά κάνουμε τίποτε; Δέν θά φροντίζουμε, π.χ., νά κόψουμε τά ψέματα, νά κόψουμε τά νεῦρα μας, τά παραπάνω λόγια;» Μέ τό νά κόψει κανείς τά νεῦρα του, τά παραπάνω λόγια του, μέ τό νά εἶναι τζέντλεμαν, εὐγενής καί στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους, δέν βγαίνει τίποτε. Διότι μπορεῖ κανείς νά προσπαθεῖ νά κόψει τά ψέματα, καί αὐτό νά μή γίνεται γιά τόν Θεό, ἀλλά γιά νά γίνει κανείς ἁπλῶς ἕνας καλός ἄνθρωπος· ἁπλῶς γιά νά κλαδευτοῦν τά βλαστάρια τοῦ ἄγριου δένδρου καί νά παραμένουν. Ἀλλά τότε; Δέν θά προσπαθεῖ κανείς νά κάνει κάτι; Νά μή θυμώνει, νά μήν ὑπερηφανεύεται… Ἤ, ἄλλες ἐκδηλώσεις ἁμαρτωλές θά τίς ἀφήσει; Δέν θά προσπαθήσει νά τίς περιορίσει καί νά βάλει σέ μιά τάξη τόν ἑαυτό του; Σ᾿ αὐτό τό ἐρώτημα μᾶς ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Μακάριος.
Λέει ὁ ἅγιος Μακάριος: Πρέπει πρῶτα-πρῶτα κάποιος πού ἀφιερώνεται στόν Κύριο ἔτσι νά ἀγωνίζεται γιά τό ἀγαθό, ἀκόμη καί ἄν δέν θέλει ἡ καρδιά του, κάνοντάς την νά περιμένει πάντοτε μέ ἀκλόνητη πίστη τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, νά ἀγωνίζεται γιά τήν ἀγάπη, ὅταν δέν ἔχει ἀγάπη, νά ἀγωνίζεται γιά νά ἀποκτήσει πραότητα, ὅταν δέν ἔχει πραότητα, νά ἀγωνίζεται γιά νά κάνει τήν καρδιά του εὐσπλαχνική καί ἐλεήμονα…[6]
Αὐτό τί σημαίνει; Τό νά διαπιστώνει κανείς ὅτι δέν ἔχει ἀγάπη, ταπείνωση, πραότητα, μετάνοια, προσευχή, σπλάχνα ἐλέους καί οἰκτιρμῶν, ὅτι ὄντως δέν εἶναι ἐντάξει, εἶναι ὅ,τι χρειάζεται γιά τήν πνευματική ζωή. Ἀλίμονο ἄν νομίζεις πώς ἔχεις ἀρετές. Διότι ὑπάρχουν χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι καμαρώνουν τόν ἑαυτό τους: «Ἀγάπη ἔχω, ταπείνωση ἔχω, πραότητα, προσευχή, εἶμαι ἐλεήμων…» Ἀλλά αὐτά πού νιώθουν ὅτι ἔχουν, εἶναι τά παχιά φύλλα τῶν βλασταριῶν πού βγῆκαν ἀπό τό ἄγριο δένδρο. Ἀντίθετα, ὅταν κάποιος βλέπει ὅτι δέν ἔχει ἀρετές, αὐτό σημαίνει ὅτι δέν προσέχει ὅ,τι ξεπετάγεται ἀπό τό ἄγριο δένδρο, ὥστε νά ἀρχίσει νά τό κλαδεύει καί νά τό περιποιεῖται, ἀλλά θέλει πραγματική ἀγάπη, μετάνοια, ταπείνωση κτλ.
Δέν θά σταυρώσει κανείς τά χέρια του καί θά πεῖ: «Ἀφοῦ δέν ἔχω ἀρετή, δέν ἔχω· τί νά κάνω;» Καί ἑπομένως, τοῦ ἔρχεται νά βγεῖ ἀπό μέσα του ὁ ἐγωισμός αὐτή τή στιγμή; Τόν ἀφήνει νά ἐκδηλωθεῖ. Ἤ, τοῦ ἔρχεται νά πεῖ ψέματα καί λέει, τοῦ ἔρχεται νά νευριάσει καί τό κάνει, κτλ. Ὄχι, ὄχι, ὄχι. Δέν θά πιάσει κανείς αὐτό τό ἄκρο. Δέν θά πεῖ: «Τέτοιος εἶμαι, ἁμαρτωλός. Ἄς κάνει ὁ παλαιός ἄνθρωπος ὅ,τι θέλει. Ἐγώ ζῶ μέ τή συναίσθηση ὅτι εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλός». Ὑπάρχουν καί τέτοιοι δυστυχῶς. «Ἁμαρτωλοί εἴμαστε, λένε. Αὐτά ὁ Θεός θά τά κανονίσει. Ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά κάνουμε τίποτε». Σκεπτόμενοι ἔτσι, καί οἱ ἴδιοι κυλιοῦνται στήν ἁμαρτία καί ἄλλους εὐγενέστατα τούς παρακινοῦν σέ ὄργια.
Δηλαδή, ὄχι ἁπλῶς δέν δίνουν σημασία, ἀλλά ἀφήνουν ἐλεύθερο τόν ἑαυτό τους νά κυλιέται μέσα στήν ἁμαρτία –καί παρακινοῦν καί τούς ἄλλους– λέγοντας: «Δέν εἶναι αὐτά τίποτε. Ἁμαρτωλός εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε ὡς πρός αὐτό τό θέμα». Ὄχι! Γιά τούς Πατέρες δέν εἶναι ἔτσι τά πράγματα! Λέει ὁ ἅγιος Μακάριος: «Κι ἄν ἀκόμη δέν ἔχεις ἀγάπη, ἐσύ θά προσπαθήσεις νά ἀγαπᾶς». Μήν ὅμως πιστέψεις ὅτι, αὐτό πού τυχόν θά ἐπιτύχεις, αὐτό εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅ,τι ἔχει ἀξία, λέει, εἶναι ἡ προσπάθεια πού θά κάνεις. Καί ὅταν κάνεις τήν προσπάθεια αὐτή, τότε θά ἔλθει ἡ πραγματική ἀγάπη, ἡ πραγματική ταπείνωση κτλ. Δηλαδή, θά μεγαλώσει τό μπόλι-Χριστός. Ἐσύ ὅμως δέν θά ἐλπίζεις στόν ἑαυτό σου. Ἐκεῖνος στόν ὁποῖο θά ἐλπίζεις, θά εἶναι ὁ Χριστός. Ἐκεῖνο ἀπό τό ὁποῖο θά πιάνεσαι, θά στηρίζεσαι καί θά ἐξαρτᾶται ὅλη ἡ ὕπαρξή σου, θά εἶναι ὁ Χριστός.
Τί παραξενεύεσαι; Αὐτή εἶναι ἡ πραγματικότητα. Αὐτός εἶσαι. Δέν εἶσαι τίποτε ἄλλο.
Λέει λοιπόν ὁ ἅγιος Μακάριος: Διότι πρέπει ὁ καθένας, ὅπως ἀγωνίζεται νά ἀποκτήσει τό χάρισμα τῆς ἀληθινῆς προσευχῆς καί μάλιστα μέ μεγάλη ἀγωνία, παρ᾿ ὅλο πού δέν θέλει ἡ καρδιά του, ἔτσι νά ἀγωνίζεται καί γιά τήν πίστη, ἔτσι καί γιά τήν ταπεινοφροσύνη, ἔτσι καί γιά τήν ἀγάπη, ἔτσι καί γιά τήν πραότητα, τήν ἀκεραιότητα καί ἁπλότητα, ἔτσι «καί γιά κάθε ὑπομονή καί μακροθυμία»,[7] σύμφωνα μέ αὐτό πού ἔχει γραφεῖ, «μέ χαρά»· ἔτσι πρέπει νά ἀγωνίζεται στό νά ταπεινώνει τόν ἑαυτό του, στό νά θεωρεῖ τόν ἑαυτό του φτωχό καί τελευταῖο ἀπό ὅλους, ἔτσι νά ἀγωνίζεται γιά νά μή λέει πράγματα πού δέν εἶναι χρήσιμα, ἀλλά πάντα νά μελετᾶ ὅσα ἀφοροῦν τόν Θεό καί νά τά λέει μέ τό στόμα καί τήν καρδιά, ἔτσι νά ἀγωνίζεται γιά τό νά μή θυμώνει καί νά μή φωνάζει δυνατά, σύμφωνα μέ τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου: «Κάθε πικρία ἐναντίον τοῦ ἄλλου καί θυμός καί ὀργή καί θυμώδη ξεφωνητά, ἄς λείψουν ἐντελῶς ἀπό σᾶς, μαζί μέ κάθε ἄλλη κακία»[8].
Δέν φτάνει γιά μιά μόνο ἀρετή νά ἀγωνίζεται κανείς, ἀφήνοντας ὅλα τά ἄλλα. Γι᾿ αὐτό λέει ὁ ἅγιος ὅτι ὄχι μόνο στήν προσευχή νά βιάζει κανείς τόν ἑαυτό του –καί χωρίς νά θέλει ἡ καρδιά, ὁ παλαιός ἄνθρωπος– ἀλλά καί στά ἄλλα, ὅπως, γιά παράδειγμα, στό νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Πόσες φορές λένε πολλοί: «Δέν αἰσθάνομαι νά ἔχω ἐμπιστοσύνη στόν Θεό». Τί παραξενεύεσαι; Ὁ ἄνθρωπος, ἀπό τήν ἡμέρα πού ἔρχεται στόν κόσμο αὐτόν, φεύγει διαρκῶς ἀπό τόν Θεό, ὅσο μπορεῖ μακρύτερα. Μπορεῖ λοιπόν νά ἔχει ἐμπιστοσύνη στόν Θεό; Ὅμως, ἔχεις δέν ἔχεις, ἐσύ ὀφείλεις νά βιάζεις τόν ἑαυτό σου πρός αὐτή τήν κατεύθυνση. «Ναί, Κύριε. Δέν ἔχω πεποίθηση, πίστη σ᾿ ἐσένα, ἀλλά Ἐσύ βοήθησέ με». Ὅπως ὁ πατέρας ἐκεῖνος πού εἶχε ἄρρωστο τό παιδί του, εἶπε: «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ».[9]
Τό ὅτι παραξενεύεται κανείς πού βλέπει νά μήν ἔχει πίστη στόν Θεό, σημαίνει ὅτι ἤθελε νά εἶναι κατιτί σημαντικό, καί βλέποντας ὅτι δέν εἶναι, νιώθει αὐτό νά τόν ταπεινώνει. Ταπεινώσου. Διαπιστώνεις λοιπόν ὅτι δέν νιώθεις νά ἔχεις πίστη στόν Θεό. Παρά ταῦτα ὅμως, προσπάθησε νά ἐμπιστευθεῖς στόν Θεό, καί θά ἔλθει ἡ πίστη μόνη της, χωρίς νά τό καταλάβεις. Καθώς εἶσαι μετέωρος, κάτω ἀπό τά πόδια σου θά ἔλθει τό στήριγμα τοῦ Θεοῦ.
Ἐδῶ πάλι πρέπει νά ἐπισημάνω αὐτό τό σημεῖο: Πόσες φορές παραξενεύεται ὁ χριστιανός, καθώς, ἐνῶ ἀγωνίζεται νά εὐαρεστήσει στόν Θεό, βλέπει παντοῦ τόν ἐγωισμό, τήν ἔπαρση. Τί παραξενεύεσαι; Αὐτή εἶναι ἡ πραγματικότητα. Αὐτός εἶσαι. Δέν εἶσαι τίποτε ἄλλο. Ὡστόσο ὅμως, πρέπει νά προσπαθήσεις νά εἶσαι ταπεινός. Ἐδῶ εἶναι ὅλο τό μυστικό. Ὄχι νά περιμένεις πρῶτα νά ἀποκτήσεις –νά σοῦ δώσει ὁ Θεός– ταπείνωση καί ὕστερα νά εἶσαι ταπεινός, ἀλλά, καθώς βλέπεις ὅτι εἶσαι γεμάτος ἐγωισμό μέσα σου, ἐσύ νά προσπαθεῖς νά εἶσαι ταπεινός. Ἐδῶ θά φανεῖ τό πνεῦμα τῆς θυσίας πού ἔχεις. «Αὐτόν τόν πελώριο ἐγωισμό πού ἔχω ἐγώ μέσα μου, τόν θυσιάζω ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τόν ἀποκεφαλίζω, δέν τόν θέλω καί προτιμῶ τήν ταπείνωση».
Νά βιάζουμε τόν ἑαυτό μας στίς ἀρετές
Ἐμεῖς, γιά νά μή μᾶς στοιχίσει ἐμᾶς τίποτε, θά θέλαμε κατά τήν ὥρα τοῦ ὕπνου ὁ ἐγωισμός, τό μίσος, ἡ κακία πού ἔχουμε μέσα μας νά ἐξαφανιστοῦν, καί τό πρωί νά εἶναι ὅλα τά καλά μέσα μας: ταπείνωση, ἀγάπη πολλή κτλ. Δέν γίνεται ἔτσι. Ὄχι. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἔρχεται μυστηριωδῶς στήν ψυχή, ἀλλά δέν θά ἔλθει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς βουλήσεώς μας, τῆς θελήσεώς μας. Πάνω στήν πράξη θά ταπεινωθεῖς, θά δείξεις πνεῦμα θυσίας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καί ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τότε θά ἔλθει μυστηριωδῶς, γιά νά ἐπιτελέσει τό θαῦμα της.
Τό πνεῦμα τῆς θυσίας ἐκδηλώνεται μέ τήν προσπάθεια. Νά βιάζουμε τόν ἑαυτό μας στίς ἀρετές καί στό νά θέλουμε νά νιώθουμε ὅτι εἴμαστε ἐξουθενωμένοι, πτωχοί, ὅτι εἴμαστε οἱ ἔσχατοι. Μᾶς καταλαμβάνει τρέλα, ὅταν δέν μᾶς ὑπολογίζουν, ὅταν δέν μᾶς θεωροῦν κατιτί, ἄσχετα ἀπό τί ἐλατήρια κινοῦνται οἱ ἄλλοι. Ἀλλά ἐμεῖς, πρίν ἀκόμη οἱ ἄλλοι ἐκδηλώσουν αὐτή τή διάθεση, αὐτή τή γνώμη γιά μᾶς, πρέπει νά ἔχουμε μέσα μας τήν πεποίθηση, τή βεβαιότητα ὅτι εἴμαστε πτωχοί καί ἔσχατοι πάντων. Νά βιάζουμε ἐπίσης τόν ἑαυτό μας, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Μακάριος, «εἰς τό μή ὁμιλεῖν τά μή ὄντα χρήσιμα», νά μή λέμε πράγματα πού δέν εἶναι χρήσιμα. Νά μήν πιάνουμε κουβέντα γιά μή χρήσιμα πράγματα. Πόσες φορές συλλαμβάνει ὁ χριστιανός τόν ἑαυτό του νά ἀργολογεῖ, νά καταλαμβάνεται ἀπό φλυαρία, ἀπό διάθεση κουτσομπολιοῦ, ἀπό ἀργολογία κατά τήν Ἁγία Γραφή.
Αὐτό θά πεῖ βία. Ἐπιμένει ἡ ἁμαρτία, κι ἐμεῖς θά ἐπιμένουμε νά μήν τήν κάνουμε
Κάνει κανείς μιά προσπάθεια νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό αὐτές τίς ἐκδηλώσεις, καί μόλις δεῖ ὅτι δέν ἔγινε τίποτε, ἀποκάμνει, ἀπογοητεύεται. «Θέλω, λέει, νά μήν τό ξανακάνω αὐτό, ἀλλά πάλι τό κάνω». Καί τό λέει αὐτό μέ μιά ἀπελπισία. Μήν παραξενεύεσαι. Ὅσο αὐτό ἐπιμένει, τόσο ἐσύ ὀφείλεις νά ἀγωνίζεσαι νά μή γίνει. Αὐτό θά πεῖ βία («βιάζεσθαι ἑαυτόν») κατά τόν ἅγιο Μακάριο καί κατά τή χριστιανική ἀλήθεια. Ἐπιμένει ἡ ἁμαρτία; Κι ἐμεῖς θά ἐπιμένουμε νά μήν τήν κάνουμε. Μόνο κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπο θά δείξουμε ὅτι περιμένουμε τό μπόλι-Χριστός νά μεγαλώσει μέσα μας, τό Ἅγιο Πνεῦμα νά ζήσει μέσα μας, καί ὅτι δέν ἔχουμε ἐλπίδα στά δικά μας κατορθώματα.
Καί ἄλλα ἀναφέρει ὁ ἅγιος: νά μή θυμώνει ὁ χριστιανός, νά μήν κραυγάζει κτλ.
Ἄς ἀφοσιώνεται σ᾿ ὁλόκληρη τή ζωή τοῦ Κυρίου, σέ κάθε ἄσκηση γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς καί σέ ἀγαθό καί καλό τρόπο ζωῆς, σέ κάθε προσπάθεια γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἀγαθότητας, σέ κάθε ταπεινοφροσύνη καί πραότητα, στό νά μήν εἶναι ἀλαζόνας καί φαντασμένος καί ὑπερήφανος, καί νά μή μιλάει ἐναντίον κανενός.
Σέ ὅλα, λέει ὁ ἅγιος στή συνέχεια, ὀφείλει νά βιάζει τόν ἑαυτό του αὐτός πού θέλει νά διακριθεῖ καί νά εὐχαριστήσει τόν Χριστό. Ἔχει χρέος νά τό κάνει κανείς αὐτό. Τό κάνει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νά εὐαρεστήσει στόν Θεό, νά ζήσει ἐν Χριστῷ, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει νά ζήσει τό μπόλι μέσα του καί νά ξεραθοῦν τά κλαδιά πού προβάλλουν ἀπό τό ἄγριο δένδρο.
Ὥστε ἔτσι ὁ Κύριος, βλέποντας τήν προθυμία καί τήν καλή διάθεση ἐκείνου πού ἀγωνίζεται καί ὁδηγεῖται μέ δυσκολία σέ κάθε ἀγαθότητα καί ἁπλότητα καί καλωσύνη καί ταπεινοφροσύνη καί ἀγάπη καί προσευχή, θά δώσει σ᾿ αὐτόν ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του, καί θά πραγματοποιήσει ὅλα αὐτά μέ καθαρότητα σ᾿ αὐτόν, χωρίς κόπο καί δυσκολία, αὐτά δηλαδή πού πρωτύτερα οὔτε μέ δυσκολία μποροῦσε νά διαφυλάξει, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας πού κατοικεῖ μέσα του[10].
Ὄχι ὅτι θά ἐπιτύχει αὐτός, ὁ ἀγωνιζόμενος, κάτι μέ τό νά βιάζει τόν ἑαυτό του, ἀλλά ἁπλούστατα θά δείξει ἔτσι στόν Κύριο τήν προθυμία του καί τήν προαίρεσή του. Θά δεῖ ὁ Κύριος τήν προθυμία καί τήν προαίρεση, καί ὅτι τά κάνει ὅλα αὐτά μέ βία, μέ ἄγχος, μέ προσπάθεια. (Λέγαμε ἄλλη φορά ὅτι δέν εἶναι κάθε ἀγωνία, κάθε ἄγχος κακό πράγμα. Ὑπάρχει καί ἄγχος ἅγιο). Καί γίνεται σ᾿ αὐτόν ἡ ἐφαρμογή ὅλων τῶν ἀρετῶν σάν κάτι τό φυσιολογικό.
«Καί γίνεται αὐτῷ τά τῆς ἀρετῆς πάντα ἐπιτηδεύματα ὡς φύσις»
Ἐάν αὐτά εἶναι ἀληθινά, τότε φοβοῦμαι ὅτι οἱ περισσότεροι χριστιανοί τῆς ἐποχῆς μας ματαιοπονοῦμε, καί ἐνῶ κάτι προσπαθοῦμε νά κάνουμε, τελικά δέν γίνεται τίποτε. Ὁ ἅγιος τά λέει αὐτά ἀπό τήν προσωπική του πείρα καί ἀπό ὅσα γνωρίζει ἀπό τούς ἄλλους μοναχούς. Ὅταν ὁ Κύριος δεῖ τήν προαίρεση καί τήν προθυμία –ὄχι τήν ἀρετή μας– δίνει τή χάρη του. Δέν θά δεῖ ὁ Θεός ὅτι ἐμεῖς ἁγιασθήκαμε, καί ὕστερα θά ἔρθει στήν ψυχή μας. Ἄν ἦταν ἔτσι, δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἔλθει. Θά δεῖ τήν προαίρεση, τήν προθυμία, τόν ἀγώνα, θά δεῖ αὐτή τή βία, τό ἄγχος, αὐτή τήν προσπάθεια. Καί τότε δίνει ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του ὁ Χριστός.
Καί ἔπειτα ὁ Κύριος, πού δίνει ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του στόν ἄνθρωπο –δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος παύει πλέον νά ζεῖ ὁ ἴδιος, καί ζεῖ μέσα του ὁ Κύριος– Αὐτός τηρεῖ τίς ἐντολές καί ἐφαρμόζει ὅλες τίς ἀρετές, πού γίνονται πλέον ἀκόπως καί ἀβιάστως. Αὐτός ἀγαπᾶ, Αὐτός ταπεινοφρονεῖ, Αὐτός προσεύχεται, Αὐτός εἶναι πράος: ὁ Κύριος. Ἔτσι, ὅλα αὐτά, τά ὁποῖα πρῶτα καί μέ βία ἀκόμη δέν μποροῦσε ὁ ἄνθρωπος νά τά ἀποκτήσει, διότι ζοῦσε μέσα του ἡ ἁμαρτία, τώρα γίνονται ἀκόπως καί ἀβιάστως.
Κόπηκαν τά βλαστάρια τοῦ ἄγριου δένδρου, καί μεγαλώνει τό βλαστάρι-μπόλι. Ἥμερο βλαστάρι ἥμερα πράγματα θά κάνει. Δέν χρειάζεται δηλαδή κλάδεμα γιά νά φτιάξει κατιτί ἄλλο, νά πετάξει νέα, ἥμερα βλαστάρια. Θά τό κλαδέψει κανείς, θά τό περιποιηθεῖ, ὄχι ὅμως ὅτι, ἐπειδή θά τό περιποιηθεῖ, θά κάνει καινούργια πράγματα, θά πετάξει νέα, ἥμερα βλαστάρια, ἀλλά ἐπειδή αὐτό εἶναι ἀπό τή ρίζα του καλό. «Καί γίνεται αὐτῷ τά τῆς ἀρετῆς πάντα ἐπιτηδεύματα ὡς φύσις». Καί γίνεται σ᾿ αὐτόν ἡ ἐφαρμογή ὅλων τῶν ἀρετῶν σάν κάτι τό φυσιολογικό. Ὅπως δέν χρειάζεται νά προσπαθήσει κανείς νά φάει, νά πιεῖ, νά κοιμηθεῖ, ἔτσι δέν χρειάζεται νά προσπαθήσει νά ἀγαπήσει, νά εἶναι ταπεινός, πράος κτλ. Ὅλα αὐτά γίνονται ὡς κάτι τό φυσιολογικό.
«Τό λοιπόν γάρ ἐλθών ὁ Κύριος καί γενόμενος ἐν αὐτῷ (καί αὐτός ἐν τῷ Κυρίῳ), αὐτός ποιεῖ ἐν αὐτῷ τάς ἰδίας ἐντολάς ἄνευ καμάτου, πληρῶν αὐτόν τῶν καρπῶν τοῦ Πνεύματος». Διότι, ἀφοῦ ἔρθει ὁ Κύριος καί κατοικήσει μέσα σ᾿ αὐτόν[11] (καί αὐτός βέβαια μέσα στόν Κύριο), ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐφαρμόζει μέσα σ᾿ αὐτόν, χωρίς κόπο, τίς δικές του ἐντολές, γεμίζοντάς τον μέ τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος[12].
Ἔρχεται ὁ Κύριος καί μένει μέσα στόν ἄνθρωπο, καί ἔτσι ὁ Κύριος εἶναι αὐτός πού κάνει ἔπειτα τίς ἐντολές. Βλέπετε πόσο προχωρεῖ ὁ ἅγιος. Ὁ ἅγιος Μακάριος εἶναι μέγας ἀσκητής, ἀλλά καί μέγας μυστικός θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, λέει, ἔρχεται μέσα στήν ψυχή. Γιά σκεφτεῖτε νά αἰσθάνεται κανείς μέσα του τόν Χριστό καί νά αἰσθάνεται ὅτι μέσα του ὁ Κύριος ἀγαπᾶ, ὁ Κύριος ταπεινώνεται, προσεύχεται, μακροθυμεῖ, ὑπομένει. Τότε δέν βλέπει πιά κανείς τόν ἑαυτό του· τόν Κύριο μόνο βλέπει νά ζεῖ μέσα του. Αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος –«ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός»–[13] εἶναι αὐτό πού λέει ἐδῶ ὁ ἅγιος Μακάριος.
Τό θέμα εἶναι νά ζήσει μέσα μας ὁ Χριστός, καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἔπειτα θά κάνει τίς ἀρετές
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν εἶχε ἀποκτήσει ἁπλῶς ἀρετές –τό νά ἀγαπᾶ τούς ἀνθρώπους, νά ὑπομένει, νά προσεύχεται, νά εἶναι ταπεινός κτλ. Αὐτό πρέπει νά τό καταλάβουμε καλά. Τό θέμα δέν εἶναι νά ἀποκτήσουμε ἀρετές ἤ νά πετύχουμε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο. Τό θέμα εἶναι νά ζεῖ μέσα μας ὁ Χριστός, καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἔπειτα θά κάνει τίς ἀρετές. Ἐάν κανείς ἀγωνίζεται ἁπλῶς νά ἀποκτήσει ἀρετές, τότε ζεῖ ὅπως τό βλαστάρι πού βγῆκε ἀπό τό ἄγριο δένδρο καί ἁπλῶς κλαδεύει αὐτό τό βλαστάρι. Ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο κακό, καί πρέπει κανείς νά προσέξει.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Ἔχω σπλάχνα Ἰησοῦ Χριστοῦ,[14] ἔχω νοῦν Χριστοῦ[15]». Δέν λέει ὅτι ἔχει ἁπλῶς ἀναγεννημένο δικό του νοῦ, ἀλλά ὅτι ἔχει νοῦν Χριστοῦ. Εἶναι μέσα του ὁ Χριστός καί ζεῖ δι᾿ αὐτοῦ ὁ Χριστός. Ἡ καρδιά του εἶναι καρδιά τοῦ Χριστοῦ. Αὐτά σημαίνουν ὄχι ὅτι ὁ Παῦλος εἶναι Χριστός, ὅτι ἔγινε Χριστός –ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξακολουθεῖ νά εἶναι Παῦλος– ἀλλά ὅτι κόπηκε ἀπό τή ρίζα, καί ἐγκεντρίστηκε, ἐμβολιάστηκε σ᾿ αὐτόν ὁ Χριστός. Καί ἔτσι τώρα ἔχει νοῦν Χριστοῦ, σκέψη Χριστοῦ, σπλάχνα Ἰησοῦ Χριστοῦ κτλ.
Αἰσθάνεται ὁ πιστός ὅτι ὁ Χριστός ζεῖ μέσα του ὡς καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Ἐδῶ λοιπόν λέει ὁ ἅγιος Μακάριος ὅτι ἔρχεται ὁ Κύριος καί ζεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο καί ὁ ἄνθρωπος μέσα στόν Κύριο, καί ἔτσι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος χωρίς κάματο, χωρίς κόπο, χωρίς δυσκολία κάνει τίς ἐντολές, «πληρῶν» τόν ἄνθρωπο «τῶν καρπῶν τοῦ Πνεύματος», γεμίζοντας τόν ἄνθρωπο μέ τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αἰσθάνεται δηλαδή ὁ πιστός νά εἶναι γεμάτος ἀπό τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι ὁ Χριστός ζεῖ μέσα μας ὡς Ἅγιο Πνεῦμα, ὡς χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δέν ζεῖ κατ᾿ ἄλλον τρόπο. Ὁ Χριστός ζεῖ, ἀλλά ζεῖ ὡς καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Εἶναι ἕνα μυστήριο αὐτό. Καί μέσα στόν καρπό αὐτό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι καί ὁ Θεός Πατήρ καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα· ὁλόκληρη ἡ Ἁγία Τριάς.
[1]. Ψαλμ. 50, 7.
[2]. Πρόκειται γιά παλιά τεχνική τῶν τυπογράφων.
[3]. Τό ψυχολογικό φαινόμενο τῆς ἀπωθήσεως σημαίνει ὅτι κάποια βιώματά μας δυσάρεστα, ἀνεπιθύμητα, καθώς πολύ μᾶς κοστίζουν, μετατοπίζονται –τρόπον τινά, τά σπρώχνουμε, χωρίς ἐμεῖς νά τό πολυκαταλαβαίνουμε– ἀπό τό συνειδητό στό ὑποσυνείδητο καί ἀσυνείδητο, μέ σκοπό τελείως νά ξεχαστοῦν. Συνέπεια τοῦ φαινομένου τῆς ἀπωθήσεως εἶναι ὅτι ἐμφανίζονται διάφορα νευρωτικά συμπτώματα (ἄγχος, φοβίες, ἀνασφάλειες, ἐπιθετικότητα κ.ἄ.), τά ὁποῖα θά λέγαμε ὅτι εἶναι ὑποκατάστατα τῶν βιωμάτων πού ἀπωθήσαμε.
Ἄν δοῦμε τό θέμα αὐτό τῆς ἀπωθήσεως μέσα στήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, θά ποῦμε ὅτι οὐσιαστικά καί κατά βάσιν αὐτό πού κανείς ἀπωθεῖ, καί τό ὁποῖο ἔχει ὡς συνέπεια τίς νευρωτικές ἐκδηλώσεις, εἶναι ἐνοχή πού προέρχεται ἀπό τήν ἀνυπακοή σέ μιά ἐντολή τοῦ Θεοῦ ἤ παράβαση μιᾶς ἐντολῆς. Σέ τελευταία ἀνάλυση θά λέγαμε ὅτι ὅλα –νευρώσεις καί ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις– ξεκινοῦν ἀπό τό ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτάνει. Αὐτό ἔχει ὡς συνέπεια νά δημιουργηθεῖ ἔντονο αἴσθημα ἐνοχῆς.
Κατά κανόνα δέν θέλουμε νά ἀντιμετωπίσουμε τό θέμα τῆς ἁμαρτίας σωστά, μέ βάση δηλαδή αὐτά πού λέει ἡ Ἐκκλησία. Καί ἐπειδή τό γεγονός τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἔτσι μπλεγμένο, πού δέν μπορεῖ νά τό ξεκαθαρίσει κανείς, σιγά‑σιγά σιγά‑σιγά ἀπωθεῖται αὐτό τό βίωμα τῆς ἐνοχῆς στό ἀσυνείδητο. Καί ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος ἐμφανίζει τά διάφορα νευρωτικά συμπτώματα, ἐκδηλώνει δηλαδή νεύρωση, τελικά γιά νά καλύψει τήν ἐνοχή γιά τήν ἁμαρτία πού κάνει.
Τό θέμα αὐτό τῆς σχέσεως ἁμαρτίας καί ψυχικῆς ὑγείας εἶναι πολύ μεγάλο καί σοβαρό καί δέν μπορεῖ νά ἐξαντληθεῖ στά πλαίσια μιᾶς ὑποσημειώσεως ἤ ἑνός τευχιδίου. Μέ τό θέμα αὐτό ἔχει ἀσχοληθεῖ διεξοδικά ὁ π. Συμεών στό παρελθόν ἐπί τρία χρόνια. Ἑτοιμάζουμε ἤδη δύο βιβλία πού περιλαμβάνουν αὐτές τίς ὁμιλίες, καί στά ὁποῖα θά μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης νά βρεῖ ἀπαντήσεις πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα.
Τό τευχίδιο αὐτό περιλαμβάνει τρεῖς ἀπό αὐτές τίς ὁμιλίες, πού ἔγιναν στόν ἱερό ναό Ἀναλήψεως Θεσσαλονίκης στίς 24.3.1968, 26.5.1968 καί 2.6.1968. Ἐδῶ παρατίθενται ὡς ἕνα ἑνιαῖο κείμενο.
[4]. Βλ. Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Ἔργα, ἐκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1976, τόμ. 1, σ. 134.
[5]. Βλ. Ἰω. 17, 22: «Ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν».
[6]. Βλ. Ἁγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου, Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν, ἐκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1985, τόμ. 7, ὁμιλία ΙΘ, σσ. 342-354.
[7]. Βλ. Κολ. 1, 11.
[8]. Βλ. Ἐφ. 4, 31.
[9]. Μάρκ. 29, 24.
[10]. Πρβλ. Ρωμ. 7, 17.
[11]. Πρβλ. Ἰω. 14, 20.
[12]. Πρβλ. Γαλ. 5, 22.
[13]. Γαλ. 2, 20.
[14]. Βλ. Φιλιπ. 1, 8.
[15]. Βλ. Α´ Κορ. 2, 16.