Αγιολογικα
A+
A
A-

301. Ἡ μετάστασις τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἀποστόλου καί εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου 

Ἡ μετάστασις τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἀποστόλου καί εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου 

 1η ὁμιλία 

 Ἀγαπῶ τόν Θεό, πού πρῶτος μέ ἀγάπησε; 

 Γνωρίζουμε πολλά γιά τόν ἀπόστολο Ἰωάννη τόν εὐαγγελιστή, ἀλλά ἔχουμε ἐπίσης καί μποροῦμε νά διαβάζουμε τό εὐαγγέλιό του, τίς ἐπιστολές του καί τήν Ἀποκάλυψη. Ὅμως, ἄς σταθοῦμε σ᾿ αὐτόν τόν στίχο τῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς: Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς.

Τό παίρνει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὡς δεδομένο ὅτι ἀγαποῦμε τόν Θεό. Καί ἐπίσης τό παίρνει ὡς δεδομένο ὅτι αὐτό γίνεται, ἀκριβῶς διότι πρῶτος ἐκεῖνος, ὁ Θεός, μᾶς ἀγάπησε. Ἐπειδή λοιπόν ἐκεῖνος μᾶς ἀγάπησε, τόν ἀγαποῦμε κι ἐμεῖς. Ἐκεῖνος ἔκανε πρῶτος τήν ἀρχή, καί ἔρχεται ὡς συνέπεια, ὡς ἀποτέλεσμα, τό νά τόν ἀγαποῦμε κι ἐμεῖς. Ὁ Θεός πρῶτος μᾶς ἀγάπησε· αὐτό εἶναι μιά πραγματικότητα. Καί ὅπως ξέρουμε καί πιστεύουμε, ὁ Θεός ὅλους τούς ἀγαπᾶ· δέν ἐξαιρεῖ κανέναν, δέν ξεχωρίζει κανέναν, δέν στερεῖ κανέναν τῆς ἀγάπης του. Ὅμως δέν τόν ἀγαποῦν ὅλοι. 

 Ἐμεῖς, πού εἴμαστε τώρα ἐδῶ καί γιορτάζουμε τή γιορτή αὐτή καί τελοῦμε τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, εἴμαστε αὐτοί πού ὁ Θεός ἀγαπᾶ, αὐτοί στούς ὁποίους πρῶτος δείχνει τήν ἀγάπη του. Ὅμως τόν ἀγαποῦμε; Τόν ἀγαποῦμε ὅλοι; Τόν ἀγαποῦμε, ὅσο μᾶς ἀγαπᾶ ἐκεῖνος, ὅσο θέλει νά τόν ἀγαποῦμε; Τό τονίζει ὁ εὐαγγελιστής ὅτι τόν ἀγαποῦμε, διότι πρῶτος ἐκεῖνος μᾶς ἀγάπησε. Ἀλλά τό ὅτι μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός, δέν σημαίνει ὅτι ὁπωσδήποτε θά τόν ἀγαποῦμε κι ἐμεῖς. Δέν ἔρχεται αὐτό κατά μαγικό τρόπο οὔτε κατ᾿ ἀνάγκην. Ὁ Θεός μέ τήν ἀγάπη του δέν ἐπιβάλλει ἀγάπη σ᾿ ἐμᾶς. Τελικά, τόν ἀγαπᾶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά δεῖ αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θά τήν αἰσθανθεῖ, θά τή νιώσει, θά τόν ἐπηρεάσει αὐτή ἡ ἀγάπη, θά τόν ζεστάνει, θά ἐκχυθεῖ μέσα του καί θά τόν καίει συνεχῶς αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά ἀγαπήσει τόν Θεό καί θά μπορεῖ νά λέει: «Τόν ἀγαπῶ, διότι πρῶτος μέ ἀγάπησε». 

 

Τί εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; 

 

Ὁ Θεός πρῶτος μᾶς ἀγαπᾶ. Αὐτός πρῶτος μᾶς δείχνει τήν ἀγάπη του. Αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι συναισθηματισμός, δέν εἶναι μιά συγκίνηση,μιά ψυχολογική κατάσταση· ὄχι. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς εἶναι αὐτό ἀκριβῶς πού ἔκανε: ταπεινώθηκε, ἔγινε ἄνθρωπος, μᾶς φανέρωσε τήν ἀλήθεια, μᾶς κήρυξε τό Εὐαγγέλιο, πέθανε γιά μᾶς, ἀναστήθηκε γιά μᾶς, ἔστειλε τό Ἅγιο Πνεῦμα σ᾿ ἐμᾶς, ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία γιά μᾶς. Ἐδῶ μέσα κρύβεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς. Ἄν θέλετε, ἡ ἀγάπη αὐτή τοῦ Θεοῦ πρός ἐμᾶς κρύβεται στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Κρύβεται στό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, στίς ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ, στή ζωή καί στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. 

Καί ἐπειδή ὁ Θεός ἔρχεται σέ ἀνθρώπους πού εἶναι λογικά ὄντα, γι᾿ αὐτό, τό κάθε λογικό πλάσμα, ὁ κάθε ἄνθρωπος, πού ἔχει νοῦ, πού ἔχει λόγο, πού μπορεῖ νά σκέπτεται, ἅμα σκύψει κάτω καί δεῖ τί ἔκανε καί τί κάνει ὁ Θεός γιά μᾶς, δέν μπορεῖ παρά νά δεῖ αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτή ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θά τόν κεντρίσει, θά τόν πληγώσει, θά μπεῖ στά σωθικά του καί εἶναι ἀδύνατον νά τόν ἀφήσει μετά. Ἔτσι θά γεννηθεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο αὐτόν ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό. 

Εἶναι λάθος νά περιμένει κανείς νά νιώσει συγκίνηση, ὅπως εἴπαμε, ἤ νά τόν πιάσει ὁ συναισθηματισμός· αὐτά εἶναι ψευτοαγάπες. Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ Χριστός, εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι αὐτό τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι αὐτό τό ὁποῖο ἔκανε καί κάνει γιά μᾶς. Ἡ ἀγάπη εἶναι αὐτή ἡ Λειτουργία πού ἔχουμε ἀπόψε, αὐτή ἡ ἀκολουθία, αὐτή ἡ ἀγρυπνία, αὐτή ἡ σύναξη πού γίνεται στό ὄνομά του. Αὐτό εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἄν ὡς λογικό πλάσμα σκύψεις καί δεῖς τόν Κύριο, δεῖς αὐτό τό ἔργο τοῦ Κυρίου καί τό δεχθεῖς, τό πιστέψεις καί δώσεις τόν ἑαυτό σου σ᾿ αὐτό, χωρίς νά καταλάβεις θά ἀγαπᾶς τόν Χριστό καί θά τό νιώθεις καί θά λές: «Ἀγαπῶ τόν Χριστό, διότι πρῶτος μέ ἀγάπησε. Ἀγαπῶ τόν Θεό, διότι πρῶτος αὐτός μέ ἀγάπησε». 

 

Ἅμα σκύψεις στό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, στή θυσία του… 

 

Εἶναι φοβερό νά ἔχουμε μπροστά μας τόν Χριστό, νά ἔχουμε μπροστά μας τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, αὐτό τό δόσιμο τοῦ Χριστοῦ, αὐτή τή θυσία τοῦ Χριστοῦ, καί τελικά νά μή γίνεται σ᾿ ἐμᾶς τίποτε. Εἶναι φοβερό. Καί συμβαίνει ἔτσι, ὄχι διότι ἐξαιρούμαστε· ὄχι διότι εἴμαστε κάτι ἄλλο ἐμεῖς. Ὄχι, ὄχι. Εἶναι ἀδύνατον νά μήν ἀνάψει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μέσα στόν καθένα, ἐάν σκύψει κανείς στό ἔργο τοῦ Χριστοῦ, στή θυσία του, σ᾿ αὐτή τήν ἀγάπη του, σ᾿ αὐτή τήν προσφορά του. Ὅμως δέν σκύβουμε. Ἐρχόμαστε στόν ναό, σέ ὅλα αὐτά πού ὁ Κύριος κάνει γιά μᾶς, ἀλλά ἀναίσθητα ἐρχόμαστε, ἀναίσθητα παραμένουμε καί ἀναίσθητα φεύγουμε. Καί αὐτό ὄχι γιά κανέναν ἄλλο λόγο, ἀλλά διότι σάν νά εἴμαστε οἱ μωρές παρθένες τῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου, σάν νά εἴμαστε ἀνόητοι. Σάν νά μήν ἔχουμε σκέψη, σάν νά μήν ἔχουμε νοῦ, σάν νά μήν εἴμαστε λογικά πλάσματα. Σάν νά εἴμαστε, τρόπον τινά, τυποποιημένα πλάσματα, ἄψυχα, ὅπως εἶναι οἱ μηχανές ἄψυχες. 

Ἀπόψε πού γιορτάζουμε τόν μαθητή πού ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς –κι ἐκεῖνος πόσο θά τόν ἀγάπησε!– τή γιορτή τοῦ ἠγαπημένου μαθητοῦ, πού εἶναι καί εὐαγγελιστής, πού εἶναι ὁ μαθητής πού ὁμιλεῖ γιά τήν ἀγάπη, πού συνέχεται ἀπό αὐτή τήν ἀγάπη, νά τόν παρακαλέσουμε νά πρεσβεύσει, γιά νά μᾶς φωτίσει ὁ Θεός, ὥστε νά δοῦμε αὐτή τήν ἀγάπη, τήν ὁποία ἔχουμε μπροστά μας, ἡ ὁποία εἶναι γιά μᾶς. Νά δοῦμε αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καί νά γίνει ἀφορμή αὐτή ἡ ἀγάπη –πού αὐτός πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς– ὥστε νά γεννηθεῖ μέσα μας ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό. Καί ἔτσι γινόμαστε χριστιανοί, μπαίνουμε ὄντως στόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, μᾶς ἀναλαμβάνει ὁ Θεός, μᾶς ἀναλαμβάνει τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, εἴμαστε ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί προχωροῦμε γιά τή σωτηρία, γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός νά μᾶς ἀξιώσει ὅλων αὐτῶν διά πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου ἐνδόξου ἀποστόλου καί εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου. 

 

26-9-1986