


Ὅταν εἶναι παραδομένος ὁ ἄνθρωπος στό κοσμικό πνεῦμα, παίρνει ἀντιδραστική, ὑπερήφανη στάση. Καί τότε ὄχι ἁπλῶς δέν ὑπάρχει δρόμος, δίοδος γιά νά ἔρθει ἡ χάρη, τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή καί νά τόν ἐλεήσει, νά τόν θεώσει ὁ Κύριος τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ ψυχή εἶναι, ἄς ποῦμε ἔτσι, σάν μιά πέτρα, πού δέν τήν ἀγγίζει τίποτε. Ρίξε νερό ἐπάνω στήν πέτρα, ξαναρίξε· δέν καταλαβαίνει τίποτε· τίποτε δέν τήν ἀγγίζει. Ἔτσι σκληρό κάνει τόν ἄνθρωπο ἡ φιλαυτία, τό ἐγώ. Ἐνῶ τό σφουγγάρι, π.χ., ἀμέσως θά ἁρπάξει καί τήν παραμικρή σταγόνα.
Καί μήν ποῦμε: «Γιατί μᾶς ἔκανε ἔτσι ὁ Θεός, σάν πέτρες;» Ὄχι, ὄχι. Ἀπό μιά πλευρά εἶναι εὐλογία αὐτό, τό ὅτι ἔπεσε ὁ ἄνθρωπος. Ἔπεσε, βέβαια, γιατί ὑπερηφανεύτηκε· ἀλλά καθώς ἔπεσε, ἔχει τή δυνατότητα νά ταπεινωθεῖ, νά γίνει ἡ ψυχή του «σφουγγάρι», καθώς βοηθιέται ἀπό τήν ὅλη πραγματικότητα τῆς πτώσεως.
Ὅταν προσευχόμαστε, ὁπωσδήποτε χρειάζεται κάθε φορά, ἐκτός ἀπό τίς προσευχές τῆς Ἐκκλησίας καί τή νοερά προσευχή, νά κάνουμε προσευχή μέ δικά μας λόγια, ἔστω λίγα λεπτά.
Ἄν ὑποθέσουμε ὅτι ἕνας ἀφιερώνει στήν προσευχή μία ὥρα τήν ἡμέρα, γιά ἕνα τέταρτο τουλάχιστον ἤ ἔστω γιά δέκα λεπτά ἀπό αὐτή τήν ὥρα ἡ προσευχή του νά εἶναι προσευχή μέ δικά του λόγια. Δέν θά τήν πῶ αὐτοσχέδια προσευχή, γιατί εἶναι λίγο παρεξηγημένη ἡ φράση αὐτή· πάντως νά εἶναι δική του προσευχή, προσευχή μέ δικά του λόγια. Νά ἐκδηλώσει μέ τά λόγια του αὐτά τόν πόνο του, τόν καημό του, τόν πόθο του, τή λαχτάρα του, τή μετάνοιά του, τήν ταπείνωσή του. Καί μέσα σ᾿ αὐτή τήν προσευχή ὁπωσδήποτε θά βάλει κανείς προσευχή ὄχι μόνο γιά τόν ἑαυτό του ἀλλά καί γιά τούς γονεῖς του, γιά τά παιδιά του, γιά τούς γνωστούς του, τούς φίλους του καί γιά τούς κεκοιμημένους.
Ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καί τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς. Ἡ εὐαγγελική περικοπή μᾶς λέει ὅτι ὁ λαός στήν περιοχή τῆς Καπερναούμ κατοικεῖ στό σκοτάδι· δέν ἔχει φῶς, τό φῶς τό ἀληθινό. Ἡ ὅλη κοινωνία, ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων χωρίς τό ἀληθινό φῶς τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ὄχι ἁπλῶς σκοτάδι, εἶναι σάν θάνατος. Ὅμως, φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς. Ὁ λαός πού κάθεται ἐκεῖ εἶδε φῶς μέγα καί στούς ἀνθρώπους αὐτούς ἀνέτειλε τό φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Ἔτσι ἔχουν τά πράγματα. Καλά εἶναι τά ἀνθρώπινα, ἁπλῶς γιά νά κάνουμε τίς δουλειές μας, ὅμως ἐν σχέσει μέ τόν Θεό ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι στό σκοτάδι, ὅλοι εἶναι ἐν ἁμαρτίᾳ, ὅλοι εἶναι στόν θάνατο. Καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι χωρίς ἐξαίρεση ἔχουν ἀνάγκη τοῦ Χριστοῦ, τοῦ θείου φωτός. Ὁ Χριστός ἦρθε καί κηρύττει τήν ἀλήθεια, καλεῖ ὅλους σέ μετάνοια. Ἄς ἀνταποκριθοῦμε!
Ἔτσι ὅπως εἶναι σήμερα οἱ ἄνθρωποι, ἡ ὅλη ζωή κατάντησε ἕνα προσωπεῖο. Δηλαδή, σημασία ἔχει ὄχι τί εἶναι αὐτός καθ᾿ ἑαυτόν ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ἄν τά καταφέρνει νά ἐμφανίζεται καί νά συναναστρέφεται μέ τούς ἄλλους κατά ἕναν τρόπο τέτοιο, πού εἶναι ὡραῖος καί καλός. Ὅταν κανείς εἶναι μέ τόν ἑαυτό του, εἶναι αὐτός πού εἶναι. Ὅταν παρουσιαστεῖ στούς ἄλλους, φοράει τό προσωπεῖο. Ἀπό πνευματικῆς ἀπόψεως ὅμως, σημασία ἔχει τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὄχι ἄν ἔχει κάποια εὐγένεια καί καλή συμπεριφορά. Ποῦ εἶναι αὐτή ἡ μαρτυρία νά δώσουμε στόν κόσμο;
Νά εἴμαστε ἀληθινοί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀνά πᾶσαν στιγμήν νά ἀντιμετωπίζουμε τήν ὅποια πραγματικότητα ὡς χριστιανοί –νηφάλιοι, ταπεινοί, μέ τήν ἐλπίδα ὅτι μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Θεός καί μᾶς ὁδηγεῖ διά μέσου τῶν παθημάτων στήν αἰώνια δόξα. Δέν χρειάζεται νά τά λές αὐτά, ἀλλά νά τά βιώνεις ἔτσι. Τότε δίνεις χριστιανική μαρτυρία στόν κόσμο.
Στό Ἅγιον Ὄρος ἀσκήτευε ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης. Οἱ πολλοί δέν τόν καταλάβαιναν, τόν εἶχαν καί λίγο ὅτι δέν ἦταν στά καλά του. Ὅταν, ὅμως, πῆγε ἐκεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης καί τόν συνάντησε, ἀμέσως κατάλαβε ὅτι ἐπρόκειτο γιά μεγάλο ἅγιο καί θέλησε νά τόν γνωρίσει καλύτερα, νά συζητήσουν. Καί εἶπε ὁ ἅγιος Μάξιμος: «Ἐγώ εἶμαι ἕνας σαλός». «Ἄμποτε νά ἤμουν καί ἐγώ ἕνας τέτοιος σαλός», ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος. Καί κατάλαβε, βέβαια, καί ὁ ἅγιος Μάξιμος καί μπόρεσαν καί συνεννοήθηκαν. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι, καίτοι ἦταν καί αὐτοί ἀσκητές, δέν μπόρεσαν νά δοῦν τήν ἁγιότητα. Δέν φθάνει ἁπλῶς νά εἶσαι ἀσκητής. Πρέπει νά ἀποκτήσει ὁ ἄνθρωπος μάτια τέτοια πού βλέπουν. Διότι, ὅπως ἔχουμε τίς αἰσθήσεις τίς σωματικές, καί ἔτσι βλέπουμε, ἀκοῦμε, ψηλαφοῦμε, ἔτσι ὑπάρχουν καί πνευματικές αἰσθήσεις. Ἅμα δέν ἔχεις πνευματικές αἰσθήσεις, δέν μπορεῖς νά δεῖς τά πνευματικά πράγματα.
Ὁ αὐτοκράτορας Θεοδόσιος, πού γιορτάζουμε τό Σάββατο, διέπραξε πολλούς φόνους στή Θεσσαλονίκη. Ὅμως μετενόησε βαθιά. Βλέπουμε ἀπό τό ἕνα μέρος τί μεγάλο κακό μπορεῖ νά κάνει ὁ ἄνθρωπος, ποῦ μπορεῖ νά φθάσει, ἀλλά ἀπό τό ἄλλο μέρος βλέπουμε τή δύναμη τῆς μετανοίας. Ἡ Ἐκκλησία ἀνέκαθεν τόνιζε πολύ τή μετάνοια. Ἡ σωτηρία στηρίζεται στή μετάνοια τοῦ καθενός· ὄχι στίς ἀρετές. Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινή ὕστερα φέρνει τίς ἀρετές. Ὁ Θεοδόσιος ἔπεσε σ᾿ αὐτά τά βαρύτατα ἁμαρτήματα καί μετενόησε μετά. Ἕνας πού δέν πέφτει σέ βαριά ἁμαρτήματα, μπορεῖ νά μή μετανοήσει ποτέ σωστά καί νά ἔχει μέσα στήν ψυχή του μιά ψευτομετάνοια. Διότι οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε κάτι μέσα μας πού δέν μᾶς ἀφήνει νά μετανοήσουμε. Ἀλλά σέ ὅποιον ἐπιτρέψει ὁ Θεός νά πέσει σέ βαριά ἁμαρτήματα, γκρεμίζεται κάθε αὐτοδικαίωση μέσα του καί τοῦ μένει μόνο ἡ μετάνοια. Καί ἡ μετάνοιά του εἶναι ἀληθινή.
Γιά τόν ὅσιο Παῦλο τόν Θηβαῖο λέει τό συναξάρι: Πρῶτος οὗτος ἀπό τούς ὁσίους ἐτόλμησε νά προχωρήσῃ εἰς τά βαθύτερα μέρη τῆς ἐρήμου καί σχεδόν πρῶτος αὐτός εἰς πολύ διάστημα καιροῦ ἐξέτεινε τόν δρόμον τῆς ἀσκήσεως.
Τά πράγματα σήμερα δείχνουν ὅτι ἤ δέν θέλει κάτι τέτοιο ἀπό ἐμᾶς ὁ Θεός ἤ δέν τό τολμοῦν οἱ σημερινοί χριστιανοί, ὅσο κι ἄν ποθοῦν τόν Θεό. Μπορεῖ ὅμως νά συμβαίνει καί τό ἑξῆς: Στούς πρώτους αἰῶνες τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας τό πᾶν ἦταν τό μαρτύριο. Ἐκεῖ ἐκδηλωνόταν ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, ἐκεῖ συγκεντρώνονταν ὅλα. Στούς μετέπειτα χρόνους τό πᾶν ἦταν ἡ ἔρημος καί ὅλα αὐτά πού σημαίνει ἡ ἔρημος. Στά χρόνια μας πιθανόν τό πᾶν νά εἶναι αὐτό: τό νά δεχτεῖ κανείς τά πάντα σάν ἀπό τό χέρι τοῦ Θεοῦ καί νά κάνει ὑπακοή στό καθετί. Τότε βλέπει κανείς στήν πράξη ὅτι τά πάντα δουλεύουν γιά τήν προκοπή του τήν πνευματική.
ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Σέ περίπτωση διακοπῶν ροῆς ἤ ἐμφάνισης παλαιότερου ὑλικοῦ κατά τήν ὥρα τῶν ζωντανῶν μεταδόσεων, παρακαλοῦμε ἀνανεώστε περιοδικά τήν σελίδα ἀπό τό παρακάτω κουμπί. Εὐχαριστοῦμε γιά τήν κατανόηση.
Πολυεύκτου μάρτυρος, Παρθένας νεομάρτυρος τῆς Ἐδεσσαίας
Γρηγορίου Νύσσης, Δομετιανοῦ Μελιτινῆς
ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ Θεοδοσίου ὁσίου τοῦ κοινοβιάρχου
Τατιανῆς, Εὐθασίας, Μερτίου μαρτύρων
Ἑρμύλου καί Στρατονίκου μ., Μαξίμου ὁσίου τοῦ Καυσοκαλύβη
Τῶν ἐν Σινᾷ καί Ῥαϊθῷ ἀναιρεθέντων πατέρων, Νίνας ἰσαποστόλου
Παύλου τοῦ Θηβαίου, Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου ὁσίων
Μικρόν Νηστειοδρόμιον
Μικρόν Νηστειοδρόμιον
Μικρόν Νηστειοδρόμιον
Μικρόν Νηστειοδρόμιον
Μικρόν Νηστειοδρόμιον
Μικρόν Νηστειοδρόμιον
Μικρόν Νηστειοδρόμιον
Νηστεία
Κατάλυση εἰς πάντα
Κατάλυση εἰς πάντα
Κατάλυση εἰς πάντα
Κατάλυση εἰς πάντα
Νηστεία
Κατάλυση εἰς πάντα